Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος της εργατικής εφημερίδας ΔΡΑΣΗ



Αλλάζουμε τη ζωή μας

Ο τελευταίος χρόνος ίσως να ήταν από τους πιο σημαντικούς στην Ελλάδα, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, σε ό,τι αφορά την έξαρση της αμφισβήτησης του κυρίαρχου κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Από το κίνημα των πλατειών, πριν ένα περίπου χρόνο, τις μαζικές και μαχητικές απεργίες και διαδηλώσεις μέχρι και τον περασμένο Φλεβάρη, η κοινωνία βρίσκεται στο δρόμο, δείχνοντας ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει. Έχει ξεκινήσει μια διαρκής αναζήτηση τρόπων έκφρασης της λαϊκής δυσαρέσκειας και οργής, αλλά και διεξόδων από το ασφυκτικό περιβάλλον στο οποίο μας έχουν φέρει τα μνημόνια και η γενικότερη πολιτική υφαρπαγής του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου (συντάξεις, υγεία, παιδεία, ασφαλιστικά ταμεία, αποταμιεύσεις) προς όφελος των ντόπιων και διεθνών αφεντικών.

Οι κινητοποιήσεις στο πεδίο της εργασίας, της παιδείας και του περιβάλλοντος, είναι πλέον καθημερινότητα. Καθώς το καθεστώς επιτίθεται σε όλα τα μέτωπα, η κοινωνία αντιστέκεται στην επιβαλλόμενη εξαθλίωση και αναζητά νέες αυτοοργανωμένες μορφές έκφρασης, δημιουργίας και αλληλεγγύης. Στο χώρο της εργασίας απαντάμε με απεργίες διαρκείας, εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης, κολλεκτίβες εργασίας, επιτροπές ανέργων και σωματεία βάσης. Στη διαχείριση της καθημερινότητάς μας δημιουργο ύμε κοινωνικά εστιατόρια, αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά κέντρα, κοινωνικά ιατρεία, κινήματα χωρίς μεσάζοντες, εναλλακτικά νομίσματα. Αυτές είναι λίγες από τις δικές μας αντιδομές, στην προσπάθειά μας για κοινωνική χειραφέτηση και αυτοοργάνωση.

Στη χώρα μας τους τελευταίους μήνες, περάσαμε σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, η οποία επιχείρησε να θέσει στο περιθώριο τις ζωντανές κοινωνικές διεργασίες, σε μια ύστατη προσπάθεια του συστήματος να αναπαράξει τον παραδοσιακό και ξεπέρασμένο τρόπο άσκησης της πολιτικής. Στόχος του είναι να παραμείνει η δυνατότητα διαχείρισης της ζωής των ανθρώπων, προνόμιο των αφεντικών. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η διέξοδος από την κρίση είναι θέμα των ειδικών, των ίδιων που μας έφεραν ως εδώ. Χρησιμοποιώντας εκβιαστικά ψευδή διλήμματα, όπως ευρώ ή εθνικό νόμισμα, χρεοκοπία ή μνημόνια, αστυνομοκρατία ή ανασφάλεια, εκλογές ή χάος, προσπαθούν να αποσπάσουν κοινωνική συναίνεση ενώ παράλληλα παράγουν αδικία και ακραία ανισότητα. Μας υποσχέθηκαν αλλαγή μέσα από τις εκλογές, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούν να απορροφήσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια και να αποκαταστήσουν στη συνείδηση του κόσμου την χαμένη ''νομιμοποίηση'' του κοινοβουλευτισμού. Κράτος και αφεντικά συσπειρώνονται ενάντια σε διαδηλώσεις, καταλήψεις, επιτίθενται σε αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, καταστρατηγούν τα δικαιώματά μας. Καλλιεργούν κλίμα φόβου ενάντια στους μετανάστες, οι οποίοι ήταν πάντα ο εύκολος στόχος, κάθε φορά που το κράτος ήθελε να διχάσει και να αποπροσανατολίσει την κοινωνία. Σε αυτή τους την πολιτική έχουν, όπως είχαν πάντοτε, την αγαστή συνεργασία των ΜΜΕ, τα οποία καλλιεργούν συνεχώς το φόβο και την ανασφάλεια.

Η πραγματικότητα, όμως, για τον κόσμο της εργασίας δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες. Η γενικευμένη επισφάλεια, η ανεργία που ιλιγγιωδώς αυξάνεται, οι χιλιάδες εργαζόμενοι και εργαζόμενες που παραμένουν απλήρωτοι για μήνες και το καθεστώς τρομοκρατίας στους χώρους δουλειάς, αποτελούν τη σύγχρονη καθημερινότητα. Όλοι έχουμε αντιληφθεί ότι η λύση στα προβλήματα αυτά μπορεί να δοθεί μόνο μέσα από τους ίδιους τους εργαζόμενους, οι οποίοι με ακηδεμόνευτους και αδιαμεσολάβητους αγώνες θα μπορέσουν να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους.

Ένας άλλος κόσμος είναι ήδη εδώ

Σε αυτή την προσπάθεια δεν είμαστε μόνοι. Παντού στον κόσμο οι λαοί εξεγείρονται και στέλνουν μηνύματα συμπαράστασης. Γνωρίζουμε καλά ότι το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό, είναι παγκόσμιο. Το ίδιο μοντέλο που εφαρμόζεται τώρα στην Ελλάδα, έχει εφαρμοστεί πριν λίγα χρόνια στις χώρες της Λατινικής Αμερικής και θα εφαρμοστεί και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, αν από κοινού δεν το σταματήσουμε. 

Για αυτό το λόγο είναι απαραίτητος ο συντονισμός και η σύμπραξη με τα κινήματα στις άλλες χώρες, ώστε να μπορέσουμε να ανταλλάξουμε εμπειρίες, αλλά κυρίως να μπορέσουμε να οργανώσουμε κοινές δράσεις. Χρειάζεται τώρα να καταρρίψουμε και τους διαχωρισμούς περί δήθεν καλών και εργατικών βορείων και τεμπέληδων και διεφθαρμένων νοτίων ή κακών γερμανών, οι οποίοι χρησιμοποιούνται από την εξουσία για να παραπλανήσουν τους εργαζόμενους, στις υπόλοιπες χώρες, δημιουργώντας ένα νέο κύμα ξενοφοβίας. Σε αυτόν το νέο τύπο λαϊκισμού συμβάλλουν κομμάτια τόσο της δεξιάς, όσο και της αριστεράς, αποσιωπώντας το γεγονός ότι το μνημόνιο αποτελεί στρατηγική επιλογή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Σε αυτή την προσπάθεια, θα πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, να ενισχύσουμε και να αναδείξουμε όλα τα χειραφετητικά εγχειρήματα της εποχής μας. Να πάρουμε ακόμη περισσότερες πρωτοβουλίες μέσα από τις οποίες θα ανακτήσουμε τον έλεγχο της ζωής και της καθημερινότητας μας. Όλα όσα δημιουργούνται από εμάς για εμάς, δεν είναι μόνο η άμυνά μας, αλλά το ζωντανό παράδειγμα του κόσμου στον οποίο θέλουμε να ζήσουμε.

Το κύριο άρθρο του 8ου τεύχους

Τα περιεχόμενα του 8ου τεύχους:

- Η μικροπολιτική της εξουσίας

- Edirotial: Ας τους διευκολύνουμε να καταποντιστούν


- Αντίο σύντροφε Σάββα


- Η άποψή μας: Αλλάζουμε τη ζωή μας – Ένας άλλος κόσμος είναι ήδη εδώ


- Ας καταλάβουμε την Ευρώπη! Αυτόνομες αντιδομές πέρα από το έθνος-κράτος και τη φυλακή της Ε.Ε. - Του Κώστα Χαριτάκη


- Μισθωτή σκλαβιά, επισφάλεια, ανεργία: Άμεση κοινή δράση για τις ανάγκες μας – Ε.Π., μέλος του ΣΩΒΑ


- Για την απεργία των ναυτικών – Της Μάγδας Μάντζου


- Κατάληψη και αντίσταση: Το παράδειγμα του νοσοκομείου Κιλκίς και οι προοπτικές αυτοδιαχείρισης – Της Λέτας Ζωτάκη, προέδρου της Ένωσης Νοσοκομειακών Ιατρών Κιλκίς


- Ανάπτυξη της κοινωνίας ή αύξηση του ΑΕΠ; Της Μαριάννας Χούσου


- Ανανεώνοντας το πρόταγμα της αυτονομίας μέσα από αλληλέγγυες συλλογικές πρακτικές επιβίωσης – Του Σταύρου Σταυρίδη, καθηγητή ΕΜΠ


- Ανεργία και άγρια εκμετάλλευση για να σωθεί το σύστημα – Της Μαρίας Γερογιάννη


- Η παιδεία ως πράξη απελευθέρωσης – Της Νατάσσας Ντεμίρη, δασκάλας


- Κατάργηση κλαδικών ΣΣΕ: Ήττα της εργατικής τάξης ή πρόκληση για μια άλλη προοπτική κοινωνικής χειραφέτησης; Της Έφης Πανοτοπούλου, εργαζόμενης στην Interlingua

- Αύρα ελευθερίας και αγώνα. Για μια ζωή που να την ορίζει η κοινωνία – Του Θοδωρή Θεοδωρόπουλου

- Συστηματική καλλιέργεια του μιλιταρισμού με εθνοφυλακή-λέσχες εφέδρων – Αντιπολεμική Διεθνιστική Κίνηση

- Anonymous: Δεν είμαστε η αιτία, αλλά το σύμπτωμα μιας σάπιας κοινωνίας

- Το κοινό έχει γίνει ο τόπος της εκμετάλλευσης – Των Μάικλ Χαρντ και Αντόνιο Νέγκρι

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Συγκροτήθηκε επιτροπή αλληλεγγύης στον αγώνα των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στα μεταλλεία χρυσού

Στη δεύτερη συνάντηση συλλογικοτήτων και πολιτών της Αττικής, που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 23/4/2012, αποφασίστηκε η δημιουργία “Επιτροπής αλληλεγγύης στη Χαλκιδική”, με αντικείμενο την υποστήριξη του αγώνα των κατοίκων της Χαλκιδικής, ενάντια στα σχέδια των νέων μεταλλευτικών δραστηριοτήτων της “ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ”.

Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί μέρος του γενικότερου αγώνα για την προάσπιση της δημόσιας γης και της περιουσίας και συνδέεται ουσιαστικά με τις αντιστάσεις που εκδηλώνονται σε μια σειρά κοινωνικά μέτωπα, και στην περιοχή της Αττικής (καταστροφή ορεινών όγκων, εκποίηση του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, περιβαλλοντική υποβάθμιση της Δυτικής Αθήνας και της Δυτικής Αττικής, νέες φαραωνικές εγκαταστάσεις διαχείρισης απορριμμάτων κλπ.).

Οριστικοποιήθηκε το κείμενο υποστήριξης, που θα αποτελέσει και το βασικό ενημερωτικό υλικό της Επιτροπής αλληλεγγύης. Ήδη, μια σειρά φορείς και συλλογικότητες συνυπογράφουν το κείμενο και στηρίζουν την Επιτροπή. Η σχετική λίστα παραμένει ανοιχτή και θα επιδιωχθεί να διευρυνθεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

Δημιουργήθηκε το ιστολόγιο attiki-forum.blogspot.com, βασικό τμήμα του οποίου αποτελεί το αρχείο υλικών, ενώ σε εβδομαδιαία βάση θα συντάσσεται ενημερωτικό δελτίο, με τις κυριότερες εξελίξεις στη Χαλκιδική και με αποδέκτες συλλογικότητες και διαδικτυακούς τόπους της Αττικής.

Η Επιτροπή αλληλεγγύης θα οργανώσει δημόσιες ενημερωτικές παρεμβάσεις και, παράλληλα, θα στηρίξει εκδηλώσεις - συζητήσεις ενημέρωσης σε διάφορες περιοχές και κοινωνικούς χώρους της Αττικής, ενώ θα συμμετάσχει με δικό της μπλοκ στις κινητοποιήσεις της Πρωτομαγιάς.

Η πρώτη φάση των δραστηριοτήτων της Επιτροπής αλληλεγγύης θα κορυφωθεί με συγκέντρωση διαμαρτυρίας, που μπορεί να συνδυαστεί με συναυλία, στο τέλος Μαΐου - αρχές Ιουνίου και με κινητοποίηση στις 6 Ιουνίου, οπότε έχει οριστεί η συζήτηση στο ΣτΕ των αιτήσεων αναστολής εργασιών.

Η “Επιτροπή αλληλεγγύης στη Χαλκιδική”, καλεί τις συλλογικότητες και τους πολίτες της Αττικής να στηρίξουν τις παραπάνω δραστηριότητες και να αναλάβουν και άλλες δικές τους πρωτοβουλίες.

Η ΕΞΟΡΥΞΗ ΧΡΥΣΟΥ ΣΤΗ ΧΑΛΙΚΙΔΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ


ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΗ ΧΑΛΙΚΔΙΚΗ (ΑΤΤΙΚΗ)
e-mail επικοινωνίας: attiki.forum@gmail.com

Το κείμενο υποστήριξης:


Η ΕΞΟΡΥΞΗ ΧΡΥΣΟΥ ΣΤΗ ΧΑΛΙΚΙΔΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ 


Το τελευταίο διάστημα, στη Χαλκιδική, ειδικότερα στη θέση “Σκουριές” τους όρους Κάκαβος, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μια συντονισμένη προσπάθεια της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ», με τη συνδρομή κρατικών υπηρεσιών και τοπικών παραγόντων, να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο κατασκευής μιας καταστρεπτικής επένδυσης μεταλλείας χρυσού και χαλκού. Στην προσπάθειά της αυτή κατέφυγε σε χρήση ωμής βίας, απέναντι στους κατοίκους της περιοχής, που υπερασπίζονται με την παρουσία τους το βουνό, μπροστά στη λαίλαπα της επερχόμενης φυσικής καταστροφής και της αποδιάρθρωσης κάθε άλλης δραστηριότητας. Δεν δίστασε, μάλιστα, να χρησιμοποιήσει σαν δύναμη κρούσης εργαζόμενους της εταιρείας, μαζί με άλλους πολίτες στους οποίους έχει υποσχεθεί πρόσληψη, επιδιώκοντας συνειδητά να καλλιεργήσει διχαστικό κλίμα μεταξύ των κατοίκων και να δημιουργήσει συνθήκες «εμφύλιας» σύγκρουσης.

Η υπόθεση της μεταλλείας στη Χαλκιδική δεν είναι μια πρόσφατη δραστηριότητα. Ξεκινά από πολύ παλιά και φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Με αντικείμενο τους όρους εκμετάλλευσης, αλλά και τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων, δόθηκαν σκληροί αγώνες στο παρελθόν, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τις μεγάλες απεργίες του 1957 και του 1977 και τις κινητοποιήσεις της δεκαετίας του 1990, με επίκεντρο την Ολυμπιάδα. Εκεί, όμως, που φάνηκε ότι γίνονται κοινή συνείδηση τα αποτελέσματα της εντατικής και ανεξέλεγκτης μεταλλείας, άρχισε ένας νέος κύκλος επιθετικών επιχειρηματικών κινήσεων, με αντικείμενο την περαιτέρω ληστρική εκμετάλλευση του τόπου.

Οι εγκαταστάσεις και τα δικαιώματα μεταλλειοκτησίας αλλάζουν διαδοχικά χέρια: το 1986, από το Μποδοσάκη στο ελληνικό δημόσιο, και από το ελληνικό δημόσιο στην καναδική TVXgold, το 1995, που φέρνει και το πρώτο σχέδιο εξόρυξης χρυσού στην Ολυμπιάδα. Μετά από πολλές συγκρούσεις η TVXgold εγκαταλείπει στις αρχές του 2003. Στο τέλος του 2003, με μια σκανδαλώδη ρύθμιση, που έχει μείνει στην ιστορία, το ελληνικό δημόσιο μεταβιβάζει τα δικαιώματα, έναντι «πινακίου φακής», στο σχήμα της «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ», με ισχυρή παρουσία του ομίλου Μπόμπολα. Πρωταγωνιστής, σε ρόλο διαμεσολαβητή, ο τότε υπουργός ανάπτυξης και τώρα δήμαρχος της περιοχής κ. Xρ. Πάχτας. Κρίσιμο στοιχείο της συμφωνίας μεταβίβασης αποτελεί η δέσμευση του δημοσίου ότι δεν θα αναζητήσει ευθύνες για τα περιβαλλοντικά προβλήματα των δραστηριοτήτων που προηγήθηκαν.

Το νέο επενδυτικό σχέδιο της «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ» εξασφαλίζει, από το ΥΠΕΚΑ (2/10/2009), θετική γνωμοδότηση στην προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση (ΠΠΕΑ), ενώ στις 26/7/2011 εκδίδεται η απόφαση έγκριση των περιβαλλοντικών όρων. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί την είσοδο στην τελική φάση υλοποίησης του συγκεκριμένου σχεδίου. Σε αυτό το σχέδιο, αξίζει να επισημανθούν τα παρακάτω τρία σημεία, που, αφενός, δίνουν το μέγεθος του προβλήματος και, αφετέρου, κάνουν εξαιρετικά κρίσιμη την έκβαση του αγώνα που δίνουν οι κάτοικοι της Χαλκιδικής:

  1. Η εξάπλωση των δραστηριοτήτων σε νέες παρθένες περιοχές, με την παραχώρηση 314.000 στρεμμάτων, στην πλειοψηφία δασικών εκτάσεων, εκ των οποίων 100.000 στρέμματα ενταγμένα στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000. Κεντρικό σημείο το όρος Κάκαβος, που αποτελεί τον υδροδότη μεγάλου μέρους των χωριών της περιοχής. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δραστηριότητες ξεφεύγουν, πλέον, από τα συνήθη όρια της ΒΑ Χαλκιδικής και επεκτείνονται σε μεγάλο μέρος του κεντρικού τμήματός της.
  2. Η επιδίωξη να επικεντρωθούν οι νέες μεταλλευτικές δραστηριότητες στην εξόρυξη και επεξεργασία χρυσού, με μεθόδους που, αναπόφευκτα, ισοδυναμούν με περιβαλλοντική «βόμβα» και με συνέπειες ανεπίστρεπτες στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον.
  3. Η σύνδεσή τους με άλλες παρόμοιες δραστηριότητες στη Βόρεια Ελλάδα (Κιλκίς, Δράμα, Ροδόπη, Έβρος κλπ.) και με δραστηριότητες εκμετάλλευσης πιθανών ενεργειακών πόρων, ώστε να δημιουργηθεί ένα κλίμα γενικότερου δημόσιου συμφέροντος από την υλοποίησή τους.

Μαζί με τους κατοίκους της Χαλκιδικής, συνειδητοποιούμε ότι αυτό που επιχειρείται να γίνει είναι μια λεηλασία της φύσης και μια ολομέτωπη επίθεση κατά της τοπικής κοινωνίας, που εκτός από τους βασικούς φυσικούς της πόρους αποστερείται τη δυνατότητα οποιασδήποτε άλλης βιώσιμης οικονομικής δραστηριότητας, υποταγμένη βίαια στη «μονοκαλλιέργεια» των εξορύξεων. Χωρίς, από την άλλη, να προσδοκά το παραμικρό δημόσιο και κοινωνικό όφελος, πέρα από μια αμφιλεγόμενης έκτασης απασχόληση, που κι αυτή «προσφέρεται» με αντάλλαγμα τη σιωπή και την απαίτηση της πλήρους υποταγής των τοπικών κοινωνιών στα εργολαβικά συμφέροντα.

Ταυτόχρονα, συνειδητοποιούμε ότι, σε συνθήκες μνημονιακής ισοπέδωσης, οι μεταλλευτικές δραστηριότητες στη Χαλκιδική και στην υπόλοιπη Β. Ελλάδα είναι ένα μέρος μόνο μιας γενικευμένης επίθεσης των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και ενός διεφθαρμένου και υποταγμένου σε αυτά συμπλέγματος πολιτικών δυνάμεων, που επιχειρούν να εκποιήσουν τους φυσικούς πόρους και τις δημόσιες υποδομές της χώρας, υποθηκεύοντας το μέλλον ολόκληρης της κοινωνίας και αδιαφορώντας για τους ανθρώπους, τη ζωή τους και τις ελπίδες τους.

Μια σειρά από ανοιχτές «πληγές» στην Αττική μας υπενθυμίζουν ότι η Χαλκιδική δεν είναι τόσο μακριά, όσο νομίζουμε. Εκδηλώσεις και συνέπειες της ίδιας πολιτικής και των ίδιων επιδιώξεων είναι και:
  • Η διατήρηση και μεγέθυνση της περιβαλλοντικής - τοξικής «βόμβας» στο Θριάσιο και στη Δυτική Αθήνα
  • Η διαρκής υποβάθμιση και καταστροφή των ορεινών όγκων, με τις φωτιές, τους αυτοκινητόδρομους, τα καζίνα, τη τσιμεντοποίηση, τα φωτοβολταϊκά κλπ.
  • Οι νέες φαραωνικές και συγκεντρωτικές εγκαταστάσεις διαχείρισης απορριμμάτων, στη Φυλή, το Γραμματικό και την Κερατέα
  • Η εκποίηση του πρώην αεροδρομίου στο Ελληνικό, με προοπτική την τσιμεντοποίησή του

Οι συλλογικότητες και οι πολίτες της Αττικής, που υποστηρίζουμε αυτό το κείμενο, δηλώνουμε ότι τα δάση και το περιβάλλον είναι κοινωνικά αγαθά και είναι υποχρέωση όλων η προστασία τους. Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στους αγωνιζόμενους κατοίκους της Χαλκιδικής και συμφωνούμε να αναλάβουμε κοινές δράσεις για να δείξουμε έμπρακτα την υποστήριξή μας, για όσο διάστημα κρατήσει ο αγώνας τους.

23/4/2012

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΗ ΧΑΛΙΚΔΙΚΗ (ΑΤΤΙΚΗ)

Συνυπογράφουν το κείμενο και υποστηρίζουν την Επιτροπή αλληλεγγύης
(ο κατάλογος θα συμπληρώνεται στην πορεία)

Ανοιχτή λαϊκή συνέλευση Πεντέλης
Αντιεξουσιαστική Κίνηση Αθήνας
ΒΙΟΖΩ
Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα
Επιτροπή αγώνα Γραμματικού
Κίνηση για τη Σωτηρία της Γκιώνας
Ξεκίνημα
ΟΙΚΟ.ΠΟΛΙ.Σ. Χαϊδαρίου
Πρωτοβουλία συνεννόησης για τη διαχείριση των απορριμμάτων
“Φίλοι της φύσης” - Ελληνικό δίκτυο

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Πόσο πατριωτισμό αντέχει το κίνημα;

Τον τελευταίο καιρό (από την επιβολή του Μνημονίου και έπειτα), στο αντικαπιταλιστικό κίνημα της Ελλάδας (που πλέον ουσιαστικά είναι αντιμνημονιακό), παρατηρείται μια αναζωπύρωση ενός αισθήματος πατριωτισμού, ενίοτε με ροπή προς τον εθνικισμό. Πρόκειται για μια κατάσταση που προϋπήρχε, έστω και σε λανθάνουσα κατάσταση, αλλά η «μνημονιακή» επικαιρότητα την επανέφερε στην επιφάνεια, και πλέον αποτελεί βασικό στοιχείο του αντιμνημονιακού αγώνα. Σε αυτό, βέβαια, έχουν «βάλει το χεράκι τους» και οι ισχυρές χώρες (κυρίως της Δύσης), που τώρα είναι ανάμεσα στους δανειστές μας, τόσο με τα όσα έλεγαν και έκαναν σε σχέση με την Ελλάδα πριν την κρίση και το Μνημόνιο, όσο και τώρα, με τα όσα αναφέρουν περί «απώλειας της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας», τους ισοπεδωτικούς από μέρους τους χαρακτηρισμούς για τη χώρα και τους πολίτες της, τη (μεγάλη) συμμετοχή ξένων επενδυτών στο ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου της χώρας κ.λπ.

Φυσικά, η στάση των δανειστών μας είναι η χειρότερη δυνατή! Πέρα από το μεγάλο ρόλο που έπαιξαν στη δημιουργία, τη διεύρυνση και τη γενίκευση της κρίσης, τώρα «προσπαθούν να σώσουν» τον «αδύναμο κρίκο της Ευρώπης» που λέγεται Ελλάδα με μια φασίζουσα και απαράδεκτη νοοτροπία. Αρχικά έχουν στοχοποιήσει έναν ολόκληρο λαό με χαρακτηρισμούς όπως «τεμπέληδες», «αραχτοί» και άλλα σχετικά, τον χλευάζουν και τον ταπεινώνουν με τους χειρότερους τρόπους, ενώ για τον περιορισμό του χρέους (που είναι αποτέλεσμα του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος) έχουν επιβάλλει στις πλάτες του λαού ένα δυσβάστακτο δάνειο με το οποίο τον κηδεμονεύουν (ή τουλάχιστον τον εκβιάζουν), ρυθμίζοντας έτσι ακόμα και την επιβίωση του λαού και αφαιρώντας του τη δυνατότητα να αποφασίζει για «τα του οίκου του». Απέναντι σε αυτή τη ρατσιστική -τουλάχιστον- νοοτροπία η συσπείρωση και η αντίσταση του θιγόμενου λαού, είναι όχι μόνο δικαιολογημένη, αλλά και απαραίτητη!

Το θέμα όμως είναι ότι με όλα αυτά, έχουν βρει αφορμή και λόγο ύπαρξης, τόσο οι «ακραίοι» εθνικιστές-ακροδεξιοί-φασίστες κι όλα τα συμπαρομαρτούντα, όσο και οι αποκαλούμενοι «σοσιαλπατριώτες». Βέβαια, οι ακροδεξιοί (με την ευρεία έννοια του όρου) έχουν «καθορίσει» τα όριά τους με το κίνημα (και το κίνημα με αυτούς…), αν και στις αντιστάσεις που αναπτύσσονται όλο αυτό το διάστημα («αγανακτισμένοι», απεργίες, κ.λπ.) εμφανίζονται και αυτοί (άλλωστε, η φτώχεια, η ανεργία, και η ακρίβεια «χτυπάνε και πονάνε» πολύ και άσχετα από πολιτικές και ιδεολογικές απόψεις και θέσεις…), και μάλιστα έχουν και «δυναμική» παρουσία… Τουλάχιστον όμως αυτοί είναι γνωστοί… Τι μπορούμε όμως να αναφέρουμε για τους «σοσιαλπατριώτες»;

Δυστυχώς, δεν είναι απαραίτητο να είναι «δηλωμένος» φασίστας κανείς για να έχει τις απόψεις του συγκεκριμένου χώρου… Υπάρχουν κάποιοι που έχουν «συνδέσει» εθνικισμό με αντικαπιταλισμό… Οι απόψεις περί οριοθέτησης της ΑΟΖ στα νησιά για αξιοποίηση του υποθαλάσσιου ορυκτού πλούτου (για προστασία των «κυριαρχικών μας δικαιωμάτων» όμως και όχι καθαρά για τις ανάγκες της κοινωνίας), περί διαφόρων «κινδύνων» από γειτονικά κράτη, περί εγκληματικότητας, αύξησης της ανεργίας και άλλων προβλημάτων από (νόμιμους ή «παράνομους») μετανάστες κ.λπ., υπάρχουν και σε ανθρώπους που (αυτο)αποκαλούνται «αντικαπιταλιστές», που ανάλογα (κυρίως) με την ηλικία τους μπορεί να αναφερθούν σε συμμετοχή τους σε αντιστάσεις του παρελθόντος (Πολυτεχνείο '73, καταλήψεις σχολείων, απεργίες, το -μαχητικό- συνδικαλισμό των παλαιότερων εποχών, κ.λπ.) ενώ και για το «σήμερα» θα αναφερθούν ενάντια στην καπιταλιστική ΕΕ, το ΔΝΤ, κ.λπ., έστω και από τη σκοπιά τους.

Ιδιαίτερα πρέπει να σταθούμε στη στάση αυτών των ανθρώπων απέναντι στο ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου της χώρας στους ξένους. Επισημαίνεται η λέξη «ξένους» γιατί και οι ίδιοι οι «σοσιαλπατριώτες» αναφέρονται ενάντια σε αυτούς (και τις «ξενόδουλες» κυβερνήσεις), αφήνοντας όμως έτσι ουσιαστικά στο απυρόβλητο τους «δικούς μας» κεφαλαιοκράτες. Η υποκρισία τους δεν έχει όρια: εκεί που κάποτε πίστευαν (σε ένα βαθμό ακόμα πιστεύουν) κατά κόρον ότι στο «εκσυγχρονισμένο εξωτερικό όλα λειτουργούν σωστά και όλοι ζουν καλά σε αντίθεση με ό,τι γίνεται εδώ», τώρα (ίσως και να) φαντασιώνονται ότι «πολεμούν τους ξένους κατακτητές»… Ακόμα και τη μετανάστευση για εργασιακούς λόγους θεωρούν ως αντιπατριωτική ενέργεια… Έτσι, δημιουργείται η εντύπωση ότι ίσως «οι “δικοί μας” επιχειρηματίες και επενδυτές, ίσως να είναι και η σωτηρία μας απέναντι στους ξένους», ή ότι «πρέπει να ψωνίζουμε/εξυπηρετούμαστε από ελληνικές επιχειρήσεις, ή/και (με) ελληνικά προϊόντα, ώστε τα λεφτά να μένουν εδώ»… Μάλλον αυτοί οι άνθρωποι νομίζουν ότι ζουν σε κάποια «προλεταριακή» χώρα της Ασίας, της Αφρικής, της (πρώην) Ανατολικής Ευρώπης, της Κεντρικής, ή Νότιας Αμερικής (αν και ακόμα και σε αυτές τις χώρες, υπάρχει μια πολιτικοεπιχειρηματική «ελίτ» που περνάει καλά σε αντίθεση με το λαό…) οπότε και ένας καλώς εννοούμενος πατριωτισμός ίσως και να είχε λόγο ύπαρξης…

Αντίθετα, έχει «ξεχαστεί» το γεγονός ότι μέχρι και πριν από 5 περίπου χρόνια το ελληνικό κεφάλαιο (σχεδόν πάντα με την ανοχή/υποστήριξη του επίσημου ελληνικού κράτους) όχι μόνο ανθούσε εντός Ελλάδας, αλλά είχε επεκταθεί (και μάλιστα έχοντας ισχυρή παρουσία) και στο εξωτερικό (κυρίως Βαλκάνια, Ανατολική Ευρώπη, χώρες ΝΑ Μεσογείου, Μέση Ανατολή) ζώντας εις βάρος των πολιτών και εφαρμόζοντας αντεργατικές πρακτικές προς όλους τους εργαζόμενους (Έλληνες και ξένους), ενώ και τώρα με την κρίση, οι έλληνες καπιταλιστές, αφενός στηρίζουν τα όσα γίνονται κατά του λαού, συμφωνώντας έτσι με τους δανειστές μας, αφετέρου, στο βαθμό που τους αγγίζει η κρίση, δεν έχουν παρά να φύγουν για άλλες (πιο ευνοϊκές για αυτούς) χώρες (να εκμεταλλευθούν δηλαδή τους εκεί εξαθλιωμένους πολίτες και εργαζόμενους…), εκτός βέβαια και αν με το «ελαστικοποιημένο» και φιλικότερο για αυτούς πια ελληνικό κράτος παραμείνουν εδώ…

Φυσικά, και στις ανθηρές για το ελληνικό κεφάλαιο εποχές, (πόσο μάλλον τώρα…) ο λαός πάντα στα δύσκολα είναι. Αυτό όμως δυστυχώς, κάποιοι το θυμούνται επιλεκτικά: Αν η χώρα είναι ισχυρή, όλα είναι καλά, αν όχι, «ανακαλύπτουμε» το δοκιμαζόμενο λαό για σύμμαχο…

Πιστεύει κανείς άραγε ότι άξιζε να αγωνιζόμαστε για την «ισχυρή Ελλάδα», ή ότι αξίζει τώρα να αγωνιζόμαστε για την παλινόρθωσή της;

Μετά από όλα αυτά, το κίνημα εκείνο που πρέπει να κάνει, είναι να (ξανα)βρεί το διεθνιστικό του χαρακτήρα. Δε νοείται να επαναληφθούν τα λάθη των δεκαετιών '70 και '80, όπου ο «σοσιαλπατριωτισμός» έκανε ακόμα και εθνικιστές να θεωρούν/φαίνεται ότι ανήκουν στο κίνημα, συμβάλλοντας έτσι στην ήττα του. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι «ο εχθρός είναι μέσα στην ίδια μας τη χώρα» και να αναπτυχθούν αντιστάσεις ενάντια σε όλους τους καπιταλιστές από όλους τους λαούς (απλούς πολίτες και εργαζόμενους), χωρίς διάκριση «ντόπιων» και «ξένων». Άλλωστε και οι μετανάστες (είτε από, είτε προς την Ελλάδα), δεν είναι παρά κάποιοι που ψάχνουν μια καλή και αξιοπρεπή ζωή. Για δε τις γείτονες (και πολλές άλλες) χώρες, μάλλον «μαθήματα» μπορούμε να πάρουμε από αυτές, για το πώς ανταπεξέρχονται την εξαθλίωση (έστω και μέσα στα πλαίσια του αστικού καπιταλιστικού συστήματος) και όχι να τις «βλέπουμε» ως εχθρικές. Σε ένα πιο «ακραίο» επίπεδο, ίσως και να έπρεπε να αποτραπεί η (επανα)δημιουργία ενός συνθήματος του τύπου «Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι» με κάποιο άλλο λαό (π.χ. Γερμανούς) αντί των Αμερικάνων. Τα συνθήματα περί «ενότητας όλων των εργαζομένων», «αλληλεγγύης των λαών» και ενάντια «στην παγίδα της εθνικής ενότητας» πρέπει να γίνουν τώρα πράξη!

Η κρίση, όπως έχει προέλευση και αντίκτυπο παγκόσμιας εμβέλειας, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί και παγκόσμια!

Γιάννης Σκουλαρίκος

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Στο φίλο μας Σάββα

Αγαπημένε μας συνάδελφε, σύντροφε και συνοδοιπόρε στον καθημερινό αγώνα του επαγγελματικού και κοινωνικού στίβου, πολύτιμε φίλε, Σάββα μας.

Λέμε και γράφουμε για σένα, προσπαθώντας να βρούμε απάντηση, στο γιατί της μοναχικής σου πράξης.

Γιατί εσύ, ένας άνθρωπος τόσο βαθιά πολιτικοποιημένος, έχοντας για χρόνια δώσει σκληρούς αγώνες, μέσα από το εκπαιδευτικό και εργατικό κίνημα, επέλεξες να βαδίσεις με απόλυτα μοναχικό τρόπο, το δρόμο μακριά από τη σκληρή πραγματικότητα, που όλοι βιώνουμε.

Ήταν η βαθιά ευαισθησία σου αγαπημένε μας συνάδελφε, απέναντι στα προβλήματα που καθημερινά τα δυο τελευταία χρόνια διογκώνονταν και των οποίων ο ίδιος γινόσουν αποδέκτης, μέσω των γονέων και των μαθητών σου, καθώς και η άρνησή σου ν’ αποδεχτείς ότι είσαι και είμαστε εγκλωβισμένοι σ’ ένα άδικο και σκληρό παρόν, που έγινε ίσως η αιτία που σε οδήγησε να δώσεις μ’ αυτόν τον δραματικό τρόπο, την τελευταία σου μάχη, αυτή της προσωπικής σου επιλογής;

Μακάρι, να’ χαμε διαισθανθεί κάτι και να μπορούσαμε ν’ αλλάζαμε αυτή σου την απόφαση και τώρα να’σουν εδώ, μαζί μας, στο χώρο που με υπευθυνότητα, αγάπη , διάθεση, δρούσες και μοχθούσες καθημερινά στο σχολείο.

Σάββα, η παρουσία σου ήταν πολύτιμη στους μαθητές σου που γι’ αυτούς διαρκώς έτρεχες και μιλούσες, ανησυχούσες και πάλευες. Ήθελες να τους μεταδώσεις όχι μόνο γνώσεις αλλά και τρόπους για να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση, αποφασιστικότητα και αισιοδοξία για το μέλλον.

Όλοι εμείς οι συνάδελφοι και φίλοι σου, νιώθουμε πολύ τυχεροί που σε είχαμε δίπλα μας όλο αυτό το διάστημα και ανταλλάξαμε μέσα από τις ατελείωτες συζητήσεις ,τις ανησυχίες, τους φόβους, τις ευαισθησίες, το θυμό, τις επιθυμίες μας, που μοιραστήκαμε το γέλιο, τις μικροχαρές και τις μικρολαχτάρες της καθημερινότητας.

Ο Νέστος σε κέρδισε τελικά κοντά του κι εμείς θα σε κρατήσουμε ζωντανό, στο μυαλό και στην καρδιά μας. Παρά το μεγάλο πόνο και παρόλο που μας είναι δύσκολο ν’ αποδεχτούμε τον τρόπο φυγής σου, θα συνεχίσουμε ν’ αγωνιζόμαστε, με πίστη ότι θα καταφέρουμε ν’ αλλάξουμε αυτή την κοινωνία και ότι θα δώσουμε πάλι στο μέλλον την κλεμμένη του αισιοδοξία.

Οι φίλοι και συνάδελφοί σου 
στο 38ο και 120ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Διάλογος των Χαρντ και Χόλογουεη: Δημιουργώντας κοινό πλούτο και διαρρηγνύοντας τον καπιταλισμό - Μια διασταυρούμενη ανάγνωση


(Μέρος Ι)

Στο πρώτο μέρος της αλληλογραφίας τους, ο John Holloway και ο Michael Hardt συζητούν κάποια κοινά θέματα που έχουν προκύψει από τα πιο πρόσφατα βιβλία τους, τα οποία άπτονται της οργάνωσης, της δημοκρατίας και των θεσμών.

Ιούλιος 2010

Αγαπητέ John,

Κάτι που μου αρέσει στο «Crack Capitalism»i, το οποίο είναι κοινό και στο «Change the World Without Taking Power»ii, είναι ότι η επιχειρηματολογία του ιχνηλατεί τη γενεαλογία της εξέγερσης. Με άλλα λόγια, ξεκινάς με την αγανάκτηση, την οργή, το θυμό που οι άνθρωποι αισθάνονται, αλλά δεν σταματάς εκεί. Η επιχειρηματολογία σου οδηγεί την εξέγερση τόσο προς τη δημιουργική πρακτική όσο και προς τη θεωρητική έρευνα.

Από τη μία πλευρά, αν και η άρνηση είναι ουσιώδης, ίσως ακόμη και πρωταρχική στην επιχειρηματολογία σου, ιδιαίτερα η ρήξη ή η έξοδος από τις καπιταλιστικές κοινωνικές μορφές, κάθε καταστροφική δύναμη πρέπει να συνοδεύεται από μια δημιουργική, κάθε προσπάθεια να γκρεμίσουμε τον κόσμο γύρω μας πρέπει να αποσκοπεί, επίσης, στη δημιουργία ενός νέου. Επιπλέον, αυτές οι δύο διαδικασίες, η καταστροφική και η εποικοδομητική, δεν μπορούν να διαχωριστούν, αλλά είναι εντελώς ενσωματωμένες ή συνυφασμένες μεταξύ τους. Αυτός είναι ο λόγος, όπως λες, που δεν έχει νόημα να αναβάλουμε τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας μέχρι την πλήρη κατάρρευση ή κατεδάφιση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αντίθετα πρέπει να αγωνιστούμε τώρα να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνία μέσα στο κέλυφος της παλαιάς ή, μάλλον, στις ρωγμές της, στα διάκενά της.

Από την άλλη πλευρά, καταδεικνύεις πως η εξέγερση πρέπει να οδηγήσει όχι μόνο σε πρακτική αλλά και σε θεωρητική καινοτομία. Παρότι το βιβλίο σου αρχίζει παρουσιάζοντας συναισθηματικές καταστάσεις και περιπτώσεις πρακτικών αντίστασης, η κεντρική επιχειρηματολογία περιλαμβάνει μια εννοιολογική διερεύνηση, πολύ σημαντική κατά τη γνώμη μου, σχετικά με το ρόλο και τις δυνατότητες των παραγωγικών ικανοτήτων μας στην καπιταλιστική κοινωνία. Δε θέλω να θέσω ένα διαχωρισμό εδώ μεταξύ πρακτικής και θεωρίας. Στην πραγματικότητα, η επιχειρηματολογία σου προϋποθέτει ότι είναι πλήρως ενσωματωμένες ή συνυφασμένες. Για να αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει όχι μόνο να δράσουμε με διαφορετικό τρόπο, αλλά και να σκεφτούμε διαφορετικά, κάτι που απαιτεί να εργαστούμε πάνω στις έννοιες και μερικές φορές να επινοήσουμε νέες έννοιες.
Η κεντρική επιχειρηματολογία του βιβλίου, η οποία διακρίνει το πράττειν από την εργασία και προσδιορίζει την αφαίρεση ως πρωταρχική δύναμη της καπιταλιστικής κυριαρχίας, μου φαίνεται βαθιά μαρξιστική. Μπορεί να φαίνεται παράδοξο να το λέω αυτό, επειδή αντιπαραθέτεις προσεκτικά την επιχειρηματολογία σου με την ορθόδοξη μαρξιστική παράδοση, τοποθετούμενος σε σχέση με τα γραπτά του ίδιου του Μαρξ, μερικές φορές διευκρινίζοντας τι όντως λέει και αποδεικνύοντας πως αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ορθόδοξη μαρξιστική παράδοση, και άλλες φορές προχωρώντας πέρα από τον Μαρξ. Παρόλο που η επιχειρηματολογία σου βρίσκεται πράγματι σε αντίθεση με την ορθόδοξη μαρξιστική παράδοση, διαβάζοντας τον Μαρξ ενάντια στο μαρξισμό και προχωρώντας πέρα από τον Μαρξ τοποθετείσαι στέρεα στο πλαίσιο (ή, ίσως καλύτερα, σε διάλογο) ενός ισχυρού ρεύματος αποκαλούμενου ετερόδοξη μαρξιστική παράδοση που έχει δραστηριοποιηθεί από το 1960. Αυτό είναι σαφώς εμφανές, για παράδειγμα, στο πλαίσιο του ισχυρισμού, κεντρικού στην επιχειρηματολογία σου σε αυτό το βιβλίο, ότι το πέρασμα προς την ελευθερία δεν έγκειται στην απελευθέρωση της εργασίας, όπως υποστήριξε η μαρξιστική ορθοδοξία και η σοβιετική ιδεολογία, αλλά στην απελευθέρωση από την εργασία. Βλέπω αυτό ως βασικό σύνθημα ή αρχή αυτής της ετερόδοξης παράδοσης.

Αυτό που προκύπτει για μένα είναι ότι ενώ τη δεκαετία του 1970 ο ορθόδοξος μαρξισμός ήταν όντως κυρίαρχος, ενισχυμένος από τους ιδεολόγους των διάφορων επίσημων κομμουνιστικών κομμάτων, σήμερα αυτή η γραμμή ερμηνείας είναι σχεδόν τελείως αναξιόπιστη. Αντίθετα, η μαρξιστική θεωρία σήμερα χαρακτηρίζεται κυρίως, κατά την άποψή μου, από αυτό που κάποτε ήταν η ετερόδοξη γραμμή, στης οποίας την ανάπτυξη συνέβαλες μαζί με τους συναδέλφους σου στη Διάσκεψη των Σοσιαλιστών Οικονομολόγων και σε συνεργασία με παρόμοιες τάσεις στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Αυτό είναι καλό και κάνει τη μαρξιστική θεωρία σήμερα περισσότερο ενδιαφέρουσα και επίκαιρη.

Δε θέλω με αυτό να σε χαλιναγωγήσω εντός του μαρξισμού. Όπως και εσένα, λίγο με νοιάζει για το αν το έργο μου αποκαλείται μαρξιστικό ή όχι. Συχνά βρίσκω ότι μαρξιστές με κατηγορούν ότι δεν είμαι αρκετά μαρξιστής και μη-μαρξιστές ότι είμαι πάρα πολύ μαρξιστής. Τίποτε από αυτά δεν έχει σημασία για μένα. Αυτό που είναι σημαντικό, όμως, είναι το πόσο χρήσιμο βρίσκω το διάβασμα του έργου του Μαρξ και πόσο χρήσιμο είναι επίσης για σένα σε αυτό το βιβλίο.
Μια βαθιά και σημαντική αντήχηση της επιχειρηματολογίας σου σε αυτό το βιβλίο, που είναι κοινή με τα γραπτά του Μαρξ, βρίσκεται στην αναγνώριση της εργασίας (ή της ανθρώπινης παραγωγικής ικανότητας) ως τόπο τόσο της εκμετάλλευσής μας όσο και της δύναμής μας. Ορίζεις αυτή τη δυαδικότητα διακρίνοντας την εργασία (την οποία προσδιορίζεις ως παραγωγή σε ένα καθεστώς καπιταλιστικής αφαίρεσης) από το πράττειν (το οποίο μου φαίνεται παρόμοιο με την έννοια του Μαρξ «ζωντανή εργασία»). Από τη μία πλευρά, το κεφάλαιο χρειάζεται τις παραγωγικές ικανότητές μας και δεν θα μπορούσε να υπάρξει και να αναπαραχθεί χωρίς αυτές. Το κεφάλαιο, με άλλα λόγια, δεν μας καταπιέζει ή κυριαρχεί πάνω μας μόνο, αλλά μας εκμεταλλεύεται, κάτι που σημαίνει ότι πρέπει συνεχώς να προσπαθεί να εξημερώνει και να διοικεί τις παραγωγικές δυνάμεις μας μέσα στο περιορισμένο πλαίσιο του κοινωνικού συστήματός του. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία σου, αυτό επιτυγχάνεται κατά κύριο λόγο μέσω των διαδικασιών της αφαίρεσης. Από την άλλη πλευρά, οι παραγωγικές ικανότητές μας πάντα υπερβαίνουν το κεφάλαιο και είναι δυνητικά αυτόνομες από αυτό. Αυτή η ασυμμετρία είναι ζωτικής σημασίας: ενώ το κεφάλαιο δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την εργασία μας, οι παραγωγικές ικανότητές μας μπορούν δυνητικά να υπάρχουν και να ευδοκιμούν χωρίς την καπιταλιστική οργάνωση. Πράγματι, όπως καταδεικνύεις, υπάρχουν πάντοτε αναρίθμητα παραδείγματα της παραγωγικής αυτονομίας μας μέσα στις ρωγμές ή τα διάκενα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτά είναι εξαιρετικά σημαντικά, αλλά δεν αρκούν. Το σχέδιό σου είναι η δημιουργία εναλλακτικών κοινωνικών δικτύων αυτόνομης παραγωγικής συνεργασίας που μπορούν, όπως είπα και προηγουμένως, να οικοδομήσουν μια κοινωνία της ελευθερίας μέσα από την καπιταλιστική κοινωνία.

Όπως διάβασα το «Crack Capitalism», μου φάνηκε ότι, ενώ το «Change the World» υιοθέτησε και επέκτεινε το σχέδιο για την κατάργηση του κράτους, ακόμη και την κατάργησή του στο μυαλό και τις πρακτικές μας, αυτό το βιβλίο λειτουργεί μέσω του σχεδίου της άρνησης της εργασίας – με την αντίληψη ότι κάθε εξέγερση ενάντια στο καπιταλιστικό καθεστώς εργασίας είναι επίσης, κατ' ανάγκη, ανάπτυξη των δικών μας αυτόνομων δυνατοτήτων του πράττειν, ότι η καταστροφή της κοινωνίας της εργασίας συνοδεύεται από τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας που βασίζεται σε μια διαφορετική αντίληψη της παραγωγής και της παραγωγικότητας.

Αυτό με οδηγεί σε μια πρώτη, αρχική ερώτηση. Γνωρίζουμε ότι το καπιταλιστικό καθεστώς εργασίας έχει εξαιρετικά ανεπτυγμένα συστήματα κοινωνικής οργάνωσης και συνεργασίας, τα οποία λειτουργούν μέσω της πειθαρχίας και του ελέγχου. Τα αναλύεις αυτά κατά κύριο λόγο μέσα από το πρίσμα της αφαίρεσης. Τα δεσπόζοντα εργατικά κινήματα, κυρίως τα βιομηχανικά συνδικάτα, έχουν επίσης αναπτύξει μορφές οργάνωσης και πειθαρχίας σε ένα είδος αντίπαλου δέους, αλλά, σύμφωνα με την ανάλυσή σου, κι αυτά, όπως και το καπιταλιστικό καθεστώς, είναι αφιερωμένα στην οργάνωση της αφηρημένης εργασίας. Νομίζω ότι καταλαβαίνω αυτή την κριτική και συμφωνώ με αυτή σε μεγάλο βαθμό, με την αίρεση, όπως λες, επικαλούμενος το εξαιρετικό βιβλίο του Karl Heinz Roth που εκδόθηκε το 1970, ότι πάντοτε υπάρχει επίσης ένα «άλλο» εργατικό κίνημα. Το ερώτημά μου, λοιπόν, είναι πώς μπορεί οι αυτόνομες παραγωγικές πρακτικές μας, το πράττειν μας, να οργανωθούν και να διατηρηθούν ως εναλλακτικές κοινωνικές μορφές; Νομίζω ότι θα συμφωνείς πως τα σχήματα συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των πρακτικών του πράττειν μας δεν είναι αυθόρμητα, αλλά πρέπει να οργανωθούν. Θα ήθελα να προσθέσω ότι πρέπει να δημιουργήσουμε θεσμούς κοινωνικής συνεργασίας, και θα μπορούσες να συμφωνήσεις με αυτό επίσης, εφόσον εξηγώ ότι με τον όρο θεσμούς εδώ δεν εννοώ μια γραφειοκρατική δομή, αλλά μάλλον, όπως οι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο, μια επαναλαμβανόμενη κοινωνική πρακτική, μια συνήθεια, που δομεί τις κοινωνικές σχέσεις. Τι θεσμούς έχουμε ήδη που εκπληρώνουν αυτόν το ρόλο και τι μπορούμε να αναπτύξουμε; Και, πιο συγκεκριμένα, ποια σχέση μπορεί να έχει αυτό με τις συνδικαλιστικές παραδόσεις; Το ζήτημα εδώ, φυσικά, δεν είναι να απορρίψουμε πλήρως τις παραδοσιακές οργανώσεις των εργατικών κινημάτων, αλλά, από ορισμένες απόψεις, να τις επεκτείνουμε και να τις μετασχηματίσουμε. Εδώ θα ήθελα να διερευνήσω τις καινοτομίες στη σύγχρονη οργάνωση της εργασίας που δείχνουν προς την κατεύθυνση της επιχειρηματολογίας σου. Μπορούμε να φανταστούμε στη θέση ενός παραδοσιακού εργατικού κινήματος μια ένωση ή συνδικάτο των πραττόντων ή, καλύτερα, έναν κοινωνικό θεσμό του πράττειν; Ποιοι θα ήταν οι μηχανισμοί της κοινωνικής συνεργασίας και οι δομές της οργάνωσης; Δεν είμαι σίγουρος ότι έχεις τις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, και δεν υποκρίνομαι, αλλά νομίζω ότι έχεις μερικούς τρόπους σκέψης για το πώς μπορούμε να αναπτύξουμε τις δομές και τους θεσμούς της κοινωνίας του πράττειν και αυτό είναι που θα ήθελα καταρχάς να κατευθύνει το διάλογό μας.

Ευχές,
Michael

Δεκέμβριος 2010

Αγαπητέ Michael,

Σε ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σου και για τη χροιά τους που μου φαίνεται σωστή: ισχυρή αίσθηση των κοινών ανησυχιών και κατευθύνσεών μας και επιθυμία να προχωρήσουμε μπροστά μέσω της εξερεύνησης των διαφορών μας. Αυτό αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό αυτό που ένιωσα καθώς διάβαζα το «Commonwealth»iii: μια αίσθηση πολύ στενής εγγύτητας των ανησυχιών σου με τις δικές μου, ένα συναίσθημα ότι περπατάμε χέρι-χέρι, μερικές φορές πολύ κοντά, μερικές φορές τραβώντας προς διαφορετικές κατευθύνσεις, παράγοντας μια ακολουθία τρανταγμάτων θαυμασμού, ενθουσιασμού και αγανάκτησης.

Το ερώτημα που θέτεις στο τέλος της επιστολής σου είναι πολύ σωστό γιατί πέφτει κατευθείαν πάνω σε μία από τις κυριότερες ανησυχίες μου κατά την ανάγνωση του «Commonwealth»: το θέμα των θεσμών, το οποίο εσύ και ο Toni τονίζετε πολύ και το οποίο αναπτύσσεις ιδιαίτερα στο τελευταίο μέρος του βιβλίου.

Η έγνοια όλων μας, νομίζω, είναι η ίδια, αλλά η απάντηση που δίνουμε είναι μάλλον διαφορετική. Η ανησυχία που μοιραζόμαστε είναι: πώς μπορούμε να προχωρήσουμε μετά τις εκρήξεις της οργής; Το Αργεντινάσο πριν από σχεδόν δέκα χρόνια, όταν οι άνθρωποι στους δρόμους της Αργεντινής ανέτρεψαν τον έναν μετά τον άλλον πρόεδρο, με την ηχηρή κραυγή του «que se vayan todos» («να φύγουν όλοι»)· το κίνημα της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και οι μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στις συνόδους κορυφής στο Σιάτλ, το Κανκούν, τη Γένοβα, το Γκλένιγκλς, το Ροστόκ και αλλού· οι εκρήξεις οργής κατά τον τελευταίο χρόνο σε Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία, Ιρλανδία, και τώρα που γράφω, στην Τυνησία, την Αίγυπτο, την Αλγερία. Σπουδαία. Επευφημούμε, χοροπηδάμε με ενθουσιασμό. Αλλά έπειτα τι; Πώς συνεχίζουμε; Και οι δύο συμφωνούμε ότι η οργή δεν επαρκεί, ότι πρέπει να υπάρξει μια θετική στιγμή. Και οι δύο συμφωνούμε ότι η απάντηση δεν είναι να οικοδομήσουμε το κόμμα και να κερδίσουμε τις επόμενες εκλογές ή να πάρουμε τον έλεγχο του κράτους. Αλλά, αν όχι αυτό, τότε τι; Η απάντηση που δίνεις είναι «Θεσμοποίηση. Δημιουργία θεσμικών οργάνων που θα δώσουν διάρκεια στα επιτεύγματα του κύματος της εξέγερσης». Και θέλω να πω «όχι, όχι, όχι, δεν είναι αυτός ο σωστός δρόμος, αυτό είναι μια επικίνδυνη πρόταση».

Δεν θέλω, βεβαίως, να παρωδήσω αυτό που λες, γιατί υπάρχει μεγάλη φροντίδα και οξύνοια στην επιχειρηματολογία σου. Στην επιστολή σου λες: «Θα ήθελα να προσθέσω ότι πρέπει να δημιουργήσουμε θεσμούς κοινωνικής συνεργασίας, και θα μπορούσες να συμφωνήσεις με αυτό επίσης, εφόσον εξηγώ ότι με τον όρο θεσμούς εδώ δεν εννοώ μια γραφειοκρατική δομή, αλλά μάλλον, όπως οι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο, μια επαναλαμβανόμενη κοινωνική πρακτική, μια συνήθεια, που δομεί τις κοινωνικές σχέσεις». Αλλά όχι, δεν συμφωνώ με αυτό, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η ευρεία αντίληψή σου για τους θεσμούς.

Γιατί δεν συμφωνώ; Πρώτον, επειδή αν και υποστηρίζεις μια ευρεία κατανόηση της θεσμοποίησης, ανοίγεις μια πόρτα ώστε η διάκριση μεταξύ των δύο εννοιών να γίνει ασαφής. Η επαναλαμβανόμενη κοινωνική πρακτική ολισθαίνει εύκολα σε μια γραφειοκρατική δομή και, εκτός εάν δημιουργήσεις μια πολύ σαφή διάκριση μεταξύ των δύο (με τη χρήση διαφορετικών λέξεων, για παράδειγμα), υπάρχει ο κίνδυνος να νομιμοποιήσεις αυτή την ολίσθηση. Στο βιβλίο, η διάκριση είναι σαφής κάποιες φορές, αλλά κάποιες άλλες φαίνεται να εξατμίζεται, όπως στην πρόταση, στη σελίδα 380, που προκαλεί έκπληξη και αμηχανία, ότι ο ΟΗΕ θα μπορούσε να παρέχει ένα παγκόσμιο εγγυημένο εισόδημα (ο νους παγώνει). Η θεσμοποίηση οδηγεί εύκολα σε κρατοκεντρικές πολιτικές - πώς αλλιώς θα μπορούσες ακόμη και να φανταστείς την επίτευξη μιας τέτοιας εγγύησης του ΟΗΕ;

Δεύτερον, διαφωνώ διότι θεσμοποίηση σημαίνει πάντα να προβάλλεις το παρόν στο μέλλον. Ακόμη και με την πλαδαρή έννοια μιας επαναλαμβανόμενης κοινωνικής πρακτικής, δημιουργεί την προσδοκία πως οι νέοι θα πρέπει να συμπεριφέρονται όπως οι γονείς τους (ή τα μεγαλύτερα αδέλφια τους). Αλλά όχι, δεν θα έπρεπε. «Αυτός δεν είναι ο σωστός τρόπος, πρέπει να κάνετε αυτό» είπαν οι βετεράνοι του 1968 στους φοιτητές, στη μεγάλη απεργία της UNAM το 2000, αλλά ευτυχώς (ή όχι) οι φοιτητές δεν έδωσαν καμία προσοχή. Η θεσμοποίηση είναι πάντα μια καθαγίαση της παράδοσης, έτσι δεν είναι; Και αυτό που έγραφε ο Toni χρόνια πριν ότι η παράδοση είναι εχθρός της ταξικής πάλης; Δεν θυμάμαι ακριβώς πού, αλλά θυμάμαι ότι η σκέψη αυτή ήταν θαυμάσια.

Τρίτον, η θεσμοποίηση δεν λειτουργεί, ή τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που υπάρχει πρόθεση να λειτουργήσει. Υπάρχει μια ροή αγώνα, μια κοινωνική ροή εξέγερσης (όπως ο φίλος μου Sergio Tischler το τοποθετεί) που δεν μπορεί να ελεγχθεί και που επανειλημμένα σαρώνει θεσμούς που έχουν επινοηθεί για να τη διοχετεύσουν σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η αίσθησή μου είναι ότι δίνεις πολύ μεγάλο βάρος στους θεσμούς, στην αντίληψή σου για την κοινωνία. Μπορεί η αγάπη να θεσμοποιηθεί; Συμφωνώ απόλυτα με την τολμηρή αντίληψή σου για την επαναστατική δύναμη της αγάπης, αλλά τότε πρέπει να αναρωτηθείς, μπορεί η αγάπη να θεσμοποιηθεί; Σίγουρα όχι. Ακόμη κι αν λέμε ότι δεν μιλάμε για μια σύμβαση γάμου, αλλά απλώς για «μια επαναλαμβανόμενη κοινωνική πρακτική, μια συνήθεια», η εμπειρία όλων μας πιθανώς είναι ότι η αγάπη συνεχώς συγκρούεται με τη συνήθεια. Η αγάπη μπορεί να επιβιώσει στο πλαίσιο της επαναλαμβανόμενης κοινωνικής πρακτικής, αλλά μόνο αν κινείται συνεχώς εντός-ενάντια-και-πέρα από αυτήν.

Σκεφτείτε το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, τον κύριο θεσμό που έχει προκύψει από το κίνημα της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης. Δεν είμαι ιδιαίτερα αντίθετος με αυτό και νομίζω ότι μπορεί να προσφέρει ένα χρήσιμο και ευχάριστο χώρο συνάντησης, αλλά, σε αντίθεση με τις προθέσεις των περισσότερων συμμετεχόντων, τείνει να προωθήσει μια γραφειοκρατικοποίηση του κινήματος και σίγουρα δεν είναι το κλειδί για την επανάσταση.

Θεσμοποίηση (ευρεία ή στενή) σημαίνει προσπάθεια να τεθεί η ζωή πάνω σε σιδηροτροχιές ή σε λεωφόρους, ενώ εξέγερση είναι η συνεχής προσπάθεια για διάρρηξή τους, η ανακάλυψη νέων τρόπων να κάνουμε πράγματα. Η πρόταση για τη δημιουργία θεσμών, όπως το βλέπω εγώ, λέει ότι οι παλιοί δρόμοι για επανάσταση δεν λειτουργούν πλέον και πρέπει να δημιουργήσουμε νέους δρόμους για εκείνους που μας ακολουθούν, για να περπατήσουμε μαζί. Αλλά σίγουρα δεν είναι έτσι: η επανάσταση είναι πάντα μια διαδικασία δημιουργίας των δικών μας διαδρομών. Το «Se hace el camino al andar» («δημιουργούμε το δρόμο περπατώντας») αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επαναστατικής διαδικασίας. Βλέπω την ίδια την ιδέα της θεσμοποίησης ως μια πτυχή της οργάνωσης της ανθρώπινης δραστηριότητας ως αφηρημένη εργασία, ακριβώς ό,τι αντιπαλεύουμε.

«Πάρα πολύ εύκολο», μπορείς να πεις και ασφαλώς θα είχες δίκιο. Δεν χρειάζεται κάποια μορφή κοινωνικής οργάνωσης; Βεβαίως, αλλά οι δικές μας μορφές οργάνωσης, οι μορφές οργάνωσης που δείχνουν προς μια διαφορετική κοινωνία, δεν μπορεί να θεωρούνται σταθερές. Έχουμε ιδέες και αρχές και εμπειρίες και κατευθύνσεις που είναι περισσότερο ή λιγότερο κοινές στα κινήματα ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά δεδομένου ότι εμείς οι ίδιοι, οι πρακτικές και οι ιδέες μας είναι τόσο σημαδεμένες από την κοινωνία ενάντια στην οποία αγωνιζόμαστε, οι μορφές οργάνωσης δεν μπορεί παρά να είναι πειραματικές, μια διαδικασία κίνησης μέσω δοκιμών και λαθών και αναστοχασμού.

Αλλά δεν χρειάζεται μια συνάντηση των ρωγμών; Ναι, και νομίζω ότι αυτό είναι ένα θέμα που δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς στο βιβλίο μου. Θα ήθελα να αναπτύξω περαιτέρω σε κάποιο σημείο το θέμα της συμβολής των ρωγμών, τόσο όσον αφορά το οραματικό φώτισμα των πυρκαγιών όσο και την πρακτική οργάνωση της συνεργασίας. Αλλά δύο πράγματα. Πιστεύω ότι ο θεσμικός τρόπος σκέψης είναι πιθανώς ένα εμπόδιο για να δούμε την πρακτική και τις δυνατότητες αυτής της συμβολής. Και δεύτερον, είναι σημαντικό να σκεφτούμε τη συμβολή ως μια διαρκώς πειραματική κίνηση από το συγκεκριμένο, όχι μια χαρτογράφηση του μέλλοντος που κινείται από την ολότητα, όπως νομίζω ότι είναι η τάση στο βιβλίο σου. Είμαστε στις ρωγμές και ωθούμε από εκεί. Το πρόβλημά μας είναι να διαρρήξουμε και να κινηθούμε παραπέρα, όχι να ανεγείρουμε ένα εναλλακτικό σύστημα διακυβέρνησης. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να ακολουθούμε τις πρακτικές των υπαρχόντων κινημάτων, κριτικάροντάς τα και βλέποντας πώς η συμβολή επιτυγχάνεται ή όχι, αλλά δεν μπορούμε να θεσπίσουμε ένα μοντέλο για το μέλλον.

Η αξιοπρέπεια είναι ένας γρήγορος χορός, δείχνω στο βιβλίο. Αλλά η αμφιβολία που προκύπτει είναι ότι ίσως δεν είμαστε σε θέση για τέτοια ευκινησία. Ίσως είμαστε ικανοί μόνο για να κινούμαστε πιο αργά. Ίσως χρειαζόμαστε θεσμούς σαν πατερίτσες, έτσι ώστε να μπορούμε να στερεώνουμε κάθε βήμα που κάνουμε. Πιθανόν να είναι έτσι, αλλά ακόμη και τότε η μάθηση του περπατήματος είναι το πέταμα της πατερίτσας. Προδίδουμε τους εαυτούς μας αν δεν συνδέσουμε την ανατροπή με τη θεσμοποίηση. Αν πρέπει να θεσμοποιήσουμε, τότε θα πρέπει να ανατρέψουμε τους δικούς μας θεσμούς ταυτόχρονα. Αυτό είναι παρόμοιο με το ζήτημα της ταυτοποίησης. Στο «Change the World» δέχομαι ότι μπορεί μερικές φορές να είναι σημαντικό να επιβεβαιώσουμε την ταυτότητά μας, αλλά μόνο αν την ανατρέψουμε ή προχωρήσουμε πέρα από αυτήν ταυτόχρονα, και αυτό που εσύ και ο Toni λέτε στη δική σας συζήτηση περί ταυτότητας είναι παρόμοιο. Θεσμοποιώ-και-ανατρέπω, λοιπόν, είναι μια διατύπωση που θα έβρισκα πιο ελκυστική, αλλά και πάλι δεν μου αρέσει. Η θεσμοθέτηση μπορεί να είναι αναπόφευκτη μερικές φορές, αλλά στην ένταση μεταξύ θεσμοθέτησης και ανατροπής έχουμε ήδη λάβει θέση. Η σκέψη είναι ανατροπή. Σκέφτομαι σημαίνει προχωράω παραπέρα, όπως λέει ο Ernst Bloch - τον οποίο αναφέρεις πολλές φορές στο βιβλίο, αλλά ο Toni αλλού χαρακτηρίζει, ασυγχώρητα, ως αστικό φιλόσοφο (Antonio Negri, «Time for Revolution», 2003, σ.. 109).

Η δημοσίευση, φυσικά, είναι μια μορφή θεσμοποίησης και συμμετέχω ενεργά σε αυτήν. Δημοσιεύοντας τα επιχειρήματά μου, τους δίνω στερεότητα. Αλλά ίσως αυτή η ανταλλαγή επιστολών αποτελεί μια προσπάθεια των δυο μας να ανατρέψουμε αυτή τη θεσμικότητα: ο σκοπός δεν είναι να υπερασπιστούμε τις θέσεις που έχουμε λάβει, αλλά να προκαλέσουμε ο ένας τον άλλον για να προχωρήσουμε πέρα από όσα έχουμε ήδη γράψει.

Και στη συνέχεια, ένα αναπόφευκτο θέμα, αν μιλάμε για θεσμούς: τι μπορώ να πω για τον τίτλο του τελευταίου κεφαλαίου σου - «Κυβερνώντας την Επανάσταση»; Ένα τρομακτικό οξύμωρο; Μια σκληρή αυθάδης πρόκληση; Ή μήπως είναι μια σοβαρή πρόταση; Στο βαθμό που φαίνεται να είναι μια σοβαρή πρόταση, σίγουρα με προκαλεί και με τρομάζει. Αυτό που με αναστατώνει είναι ότι η φράση υποδηλώνει ένα διαχωρισμό μεταξύ διακυβέρνησης και επανάστασης, ενώ για μένα επανάσταση είναι η κατάργηση αυτού του διαχωρισμού. Το «κυβερνώντας την επανάσταση» αμέσως με κάνει να αναρωτηθώ ποιος, ποιος πρόκειται να την κυβερνήσει; Ακριβώς όπως η δήλωσή σου στη σελ. 377 ότι «οι άνθρωποι είναι εκπαιδεύσιμοι» με τρομάζει επίσης, για το ποιος πρόκειται να κάνει την εκπαίδευση; Ποιος θα κυβερνήσει την επανάσταση, ποιος θα εκπαιδεύσει τους ανθρώπους; Εάν λες ότι μιλάμε για αυτο-κυβέρνηση, τότε εντάξει, αλλά γιατί δεν μιλάμε τότε για τις οργανωτικές μορφές της αυτοδιάθεσης, κατανοώντας ότι αυτοδιάθεση σημαίνει μια διαδικασία αυτο-εκπαίδευσης, αυτο-μεταμόρφωσης; Αλλά αν αναδιατυπώσουμε το ζήτημα έτσι, τότε αμέσως πρέπει να πούμε ότι οι οργανωτικές μορφές της αυτοδιάθεσης είναι αυτο-καθορισμός και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεσμοποιηθεί.

Επίτρεψέ μου να ανοίξω ένα δεύτερο μέτωπο ανησυχίας. Δημοκρατία. Θέτεις στο κέντρο της συζήτησης για την επανάσταση την πάλη για τη δημοκρατία. Η κατάργηση του καπιταλισμού μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, κατά κάποιον τρόπο, και αυτό με μπερδεύει. Διατυπώνεις την επιχειρηματολογία στο κεφάλαιο 5.3 όσον αφορά ένα πρόγραμμα για τη σωτηρία του κεφαλαίου και στη συνέχεια λες ότι δεν είναι ότι έχεις εγκαταλείψει την ιδέα της επανάστασης, αλλά ότι επεξεργάζεσαι μια διαφορετική αντίληψη της μετάβασης. Δεν έχω ξεκαθαρίσει τι εννοείς με αυτή τη διαφορετική αντίληψη της μετάβασης. Ακούγεται σχεδόν σαν ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων, ένα σχέδιο επίτευξης της αντι-καπιταλιστικής επανάστασης μέσω του αγώνα για μια δημοκρατία που ξέρουμε (αλλά δεν λέγεται ανοιχτά) ότι είναι ασυμβίβαστη με τον καπιταλισμό. Ο κίνδυνος είναι ότι όσο περισσότερο μιλάς για δημοκρατία και λιγότερο για τον καπιταλισμό, τόσο περισσότερο το συνολικό ζήτημα της επανάστασης ξεθωριάζει. Μου φαίνεται πολύ πιο απλό να ξεκινήσεις αντίστροφα, λέγοντας: ο καπιταλισμός είναι μια καταστροφή, πώς μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτόν;

Η επιστολή αυτή είναι υπερβολικά μεγάλη. Υπαιτιότητά σου, φυσικά, λόγω της συγγραφής ενός τέτοιου διεγερτικού βιβλίου. Περιμένω τις απαντήσεις σου.

Τις καλύτερες ευχές μου,
John

---------------
iJohn Holloway, Ρωγμές στον καπιταλισμό, μετάφραση Άννα Χόλογουεη, εκδόσεις Σαββάλας, 2011
iiJohn Holloway, Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, μετάφραση Άννα Χόλογουεη, εκδόσεις Σαββάλας, 2006
iiiMichael Hardt – Toni Negri, Commonwealth, Harvard Univercity Press, 2009


Ο John Holloway είναι καθηγητής στο Instituto de Ciencias Sociales y Humanidades του Benemerita Universidad Autonoma de Puebla στο Μεξικό.

Ο Michael Hardt είναι καθηγητής Λογοτεχνίας στο Duke University, στις ΗΠΑ, και έχει δημοσιεύσει πολλά βιβλία, συμπεριλαμβανομένων των «Empire» και «Commonwealth», μαζί με τον Antonio Negri.

Μετάφραση: Κ.Χ.
 
Δημοσιεύθηκε στο Shift Magazine, τεύχος 14

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Αντίο σύντροφε Σάββα

Ένας ακριβός μας σύντροφος, συνάδελφος και φίλος, ο Σάββας Μετοικίδης, έθεσε τέλος στη ζωή του, σήμερα, Σάββατο 21 Απριλίου. Ο αγαπημένος μας Σάββας, από νέο παιδί πάντα ήταν μπροστά στους αγώνες και στις απεργίες, πάντα φιλότιμος, ευαίσθητος και αλτρουιστής, πάντα κοντά στους συντρόφους του, δίπλα στους συναδέλφους του, κοντά σε κάθε παιδί του σχολείου του.

Είχαμε την τιμή να τον γνωρίσουμε και να συμπορευτούμε μαζί του τα τελευταία εννιά χρόνια. Μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου μας, πρωταγωνιστής στην απεργία του 2006, μάχιμος δάσκαλος και άνθρωπος. Δεν του άρεσαν τα μεγάλα λόγια του Σάββα, ήταν άνθρωπος της πράξης. Μέσα από τα κείμενά του στον Αντίλογο, μέσα από το γέλιο που μας χάρισε με τη συμμετοχή του στη θεατρική ομάδα του Συλλόγου, τα μαθήματα ελληνικής γλώσσας που με δική του – και άλλων συναδέλφων - προσωπική εργασία και αφοσίωση πρόσφερε για πέντε χρόνια σε μετανάστες, την καθημερινή παρουσία του στους αγώνες και το κίνημα.

Οι σύντροφοι και συντρόφισσες του Σάββα από την Εκπαιδευτική Παρέμβαση αποχαιρετάμε τον ακριβό μας σύντροφο και υποσχόμαστε να βαδίσουμε στους ίδιους δρόμους που περπατούσαμε μαζί του τόσα χρόνια, στις διαδηλώσεις και τους αγώνες για ένα καλύτερο σχολείο και ένα καλύτερο αύριο.
Πιο μόνοι. Πιο αποφασισμένοι…

Εκπαιδευτική Παρέμβαση Α΄ Συλλόγου Αθηνών Εκπαιδευτικών Π.Ε.


Σαν ψέμα… για το μονάκριβό μας φίλο, σύντροφο, αδελφό…

Ποια λόγια μπορούν να αποτυπώσουν το χαμό ενός ανθρώπου, του Σάββα μας, του Σάββα Μετοικίδη δάσκαλου που έφυγε από κοντά μας, θέτοντας τέλος στη ζωή του, σήμερα Σάββατο 21 Απρίλη;

Ο Σάββας 44 χρονών από την Ξάνθη, πάντα μπροστά στους αγώνες, στις απεργίες, στις μικρές και μεγάλες καθημερινές μάχες μέσα και έξω από το σχολείο, για το δικαίωμα στη μόρφωση των παιδιών μας, για τη δημόσια δωρεάν παιδεία, για το δάσκαλο, τον εργαζόμενο, τον άνεργο, το μετανάστη, για ένα άλλο αύριο.

Και όταν έσβηναν τα φώτα των μεγάλων αγώνων, δίπλα στα παιδιά που τόσο αγάπησε, ως δάσκαλος ειδικής αγωγής, ως δάσκαλος εκμάθησης ελληνικής γλώσσας των μεταναστών.

Ευαίσθητος, κοινωνικά ανήσυχος, ανοιχτός στους ανθρώπους, δίπλα σε όποιον/α είχε ανάγκη, δεν λογάριασε ποτέ προσωπικό κόστος, κούραση, κίνδυνο. Με το δίκιο και την αλήθεια, ταξιδιώτης του ανοιχτού ορίζοντα, πάντα με το γέλιο στα χείλη, άνθρωπος των πράξεων κυρίως, και όχι των λόγων. Αλλά ο λόγος του ήταν πάντοτε «σπαθί».

Σύντροφέ μας, καλό ταξίδι, μας αφήνεις σε δύσκολες μέρες, σε δύσκολες εποχές. Ξέρουμε όμως, ότι σε αυτό το ταξίδι που όλοι μαζί χαράξαμε, δε θα λείπεις. Θα μας συντροφεύεις με το πείραγμά σου, τη γνώμη σου, το γέλιο σου, την αποφασιστικότητα σου.

Σου υποσχόμαστε ότι θα συνεχίσουμε στους ίδιους δρόμους που μαζί διαβήκαμε, στους δρόμους που ακόμα δεν ανοίξαμε, αλλά ονειρευτήκαμε μαζί, στη διαδήλωση, στον αγώνα, στο σχολείο.

 

Ανεξάρτητες Αυτόνομες Αγωνιστικές Ριζοσπαστικές Παρεμβάσεις Κινήσεις Συσπειρώσεις Π.Ε.




«ΒΙΑ είναι να δουλεύεις 40 χρόνια για ψίχουλα και να αναρωτιέσαι αν ποτέ θα βγεις στη σύνταξη.

ΒΙΑ είναι τα ομόλογα, τα κλεμμένα ασφαλιστικά ταμεία, η χρηματιστηριακή απάτη.

ΒΙΑ είναι να αναγκάζεσαι να παίρνεις ένα στεγαστικό δάνειο που τελικά το πληρώνεις χρυσό.

ΒΙΑ είναι το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να σε απολύει όποια στιγμή θέλει.

ΒΙΑ είναι η ανεργία, η προσωρινότητα, τα 700 ευρώ με ή χωρίς ένσημα.

ΒΙΑ είναι τα εργατικά «ατυχήματα», επειδή τα αφεντικά περιορίζουν τα εξόδά τους εις βάρος της ασφάλειας των εργαζομένων.

ΒΙΑ είναι να παίρνεις ψυχοφάρμακα και βιταμίνες για να ανταπεξέλθεις στα εξαντλητικά ωράρια.

ΒΙΑ είναι να είσαι μετανάστρια, να ζεις με το φόβο ότι θα σε πετάξουν ανά πάσα στιγμή έξω από τη χώρα και να βιώνεις μια διαρκή ανασφάλεια.

ΒΙΑ είναι να είσαι ταυτόχρονα μισθωτή, νοικοκυρά και μάνα.

ΒΙΑ είναι να σου πιάνουν το κώλο στη δουλειά και να σου λένε «Χαμογέλα ρε τι σου ζητάμε;»

Αυτό που ζήσαμε εγώ το ονομάζω εξέγερση. Κι όπως κάθε εξέγερση μοιάζει με πρόβα εμφυλίου, μυρίζει καπνιά, δακρυγόνα και αίμα. Δεν τιθασεύεται εύκολα και δεν καπελώνεται. Πυρπολεί συνειδήσεις, αναδεικνύει και πολώνει αντιθέσεις, υπόσχεται στιγμές, έστω, συντροφικότητας και αλληλεγγύης. Ιχνηλατεί ατραπούς για την κοινωνική απελευθέρωση.

Κυρίες και κύριοι, καλώς ήρθατε στις μητροπόλεις του χάους! Βάλτε πόρτες ασφαλείας και συστήματα συναγερμού στα σπίτια σας, ανοίξτε την tv και απολαύστε το θέαμα. Η επόμενη εξέγερση θα είναι σίγουρα σφοδρότερη, όσο θα προχωράει η σαπίλα αυτής της κοινωνίας… Ή βγείτε στους δρόμους δίπλα στα παιδιά σας, απεργήστε, τολμήστε να διεκδικήσετε τη ζωή που σας κλέβουν, να θυμηθείτε ότι κάποτε υπήρξατε νέοι που θελήσατε ν’ αλλάξετε τον κόσμο».

Σάββας Μετοικίδης,
για τον Δεκέμβρη του ’08.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Εκλογές: Ας τους γυρίσουμε την πλάτη με ενεργητική αποχή


Το κοινοβούλιο, τα κόμματα και οι εκλογές εμφανίστηκαν μαζί με τον κυρίαρχο ρόλο της αστικής τάξης στην κοινωνία. Σε όλη την ιστορική πορεία μέχρι σήμερα, μπορεί να άλλαξαν οι τρόποι αντιπροσώπευσης, αλλά παρέμεινε σταθερό το νόημα του κοινοβουλίου και το περιεχόμενο των εκλογών. Αποτελούν τα κυριότερα μέσα νομιμοποίησης της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης. Η εργατική τάξη και τα υπόλοιπα ενδιάμεσα στρώματα συμμετέχουν στο κοινοβούλιο με τα δικά τους κόμματα, αλλά λειτουργούν σαν ομάδες πίεσης για παραχώρηση κάποιων δικαιωμάτων, χωρίς να τους επιτρέπεται η ουσιαστική αμφισβήτηση αυτής της κυριαρχίας. Όσες φορές αμφισβητήθηκε, είτε απέτυχε γιατί την έπνιξαν στο αίμα, είτε, ελάχιστες φορές, πέτυχε και δημιούργησε στην πορεία πάλι ένα καθεστώς κυριαρχίας μιας μικρής μειοψηφίας, μιας νέας άρχουσας τάξης, που όπως η παλιά είχε στα χέρια της τον τρόπο και τα μέσα οργάνωσης της κοινωνίας προς όφελός της.

Τα κόμματα κουβαλάνε το ίδιο προπατορικό αμάρτημα του εμπνευστή τους, δηλαδή της αστικής τάξης. Είναι σχηματισμοί ιεραρχικοί όπου αποφασίζουν οι λίγοι ‘’εκλεκτοί’’ για τους πολλούς. Στους πολλούς αναγνωρίζεται το δικαίωμα αραιά και που να εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους, οι οποίοι αποφασίζουν για όλα τα θέματα, κρίσιμα ή μη, χωρίς τη δέσμευση από τη γνώμη των εντολέων τους. Δηλαδή δεν υπάρχει ούτε καν αντιπροσώπευση αλλά εξουσιοδότηση εν λευκώ. Αυτό δημιουργεί παθητικότητα στους πολλούς και κυριαρχία και προνόμια στους λίγους. Έτσι όλα τα κόμματα αναπαράγουν τον εαυτό τους όταν βρεθούν στην εξουσία, δημιουργώντας μια κοινωνία με ιεραρχία, ανισότητα, καταπίεση και εκμετάλλευση. Μια κοινωνία των λίγων ευνοημένων και των πολλών παραπεταμένων.

Στη σημερινή φάση του καπιταλισμού όπου κυριαρχεί το τραπεζικό κεφάλαιο, έχει μονοπωληθεί η διακυβέρνηση από κόμματα που έχουν άμεσους δεσμούς με το κεφάλαιο αυτό. Μέσα από εξαγορές συνειδήσεων, εκβιασμούς, δανεισμούς, υπερχρεώσεις και διαφθορά ελέγχει τα κόμματα. Παράλληλα, με δικά του τα μεγάλα ΜΜΕ για προπαγάνδα-πλύση εγκεφάλου και υποσχέσεις ελέγχει απόλυτα το εκλογικό σώμα. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο σε κόμματα που δεν ελέγχει άμεσα να αναλάβουν την διακυβέρνηση. Όχι γιατί τα φοβάται, αφού διαθέτει τεράστιους μηχανισμούς ενσωμάτωσης στο σύστημα τέτοιων ιεραρχικών σχηματισμών. Αλλά φοβάται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να δημιουργήσει προσωρινά μια αστάθεια, ένα μικρό κενό. Και στα κενά είναι που ξεπηδάει ορμητικά η ζωή. Και η ζωή εδώ είναι ο καταπιεσμένος λαϊκός παράγοντας που θέλει να εκφραστεί πραγματικά και άμεσα.

Οι σημερινοί σχηματισμοί της αριστεράς δεν αποτελούν εμπόδιο στα σχέδια της ολιγαρχίας, γιατί με τη φύση τους και την πολυδιάσπασή τους δεν μπορούν να δημιουργήσουν ούτε καν αυτό το κενό (είναι το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν, εάν το ήθελαν). Αυτό φάνηκε και από τα τμήματα του χώρου αυτού που συμμετέχουν στη Βουλή. Παρόλο ότι η Τρόικα και οι υπηρέτες της καταπάτησαν το Σύνταγμά τους, για να περάσουν τα Μνημόνιά τους, τα κόμματα της αριστεράς δεν τόλμησαν να το καταγγείλουν έμπρακτα αποχωρώντας από τη Βουλή και αφαιρώντας τους την οποιαδήποτε νομιμοποίηση.

Τα διάφορα κόμματα και ομάδες του λεγόμενου αντιμνημονιακού χώρου (άλλα ειλικρινή και άλλα όχι) εστιάζουν στα μνημόνια, που βάζουν την ταφόπλακα σε μια κοινωνία διαλυμένη από τους προηγούμενους σωτήρες και τη δική τους ανοχή ή συνενοχή. Δεν λένε κουβέντα για το πριν, και τις ευθύνες τους στην αδρανοποίηση της κοινωνίας. Δεν λένε όμως πάλι κουβέντα για το χαραχτήρα και τα περιθώρια των εκλογών, καλλιεργώντας αυταπάτες. Ακόμα περισσότερο δεν λένε τίποτα συγκεκριμένο για το μετά. Εκείνο που είναι κοινό σε όλους αυτούς είναι η υποστήριξη που ζητάνε, για να λύσει τα προβλήματα ένας σωτήρας ή μια φωτισμένη πρωτοπορία για λογαριασμό του λαού. Άλλοι υπόσχονται ότι θα τα λύσουν άμεσα (ΣΥΡΙΖΑ, Καμμένος, Καζάκης, κ.λπ.) και άλλοι αργότερα (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κ.λπ. ). Και εκείνο που πετυχαίνουν τελικά είναι να διαιρούν το λαό.

Σήμερα, οι κυρίαρχες δυνάμεις είχαν να επιλέξουν ανάμεσα σε άμεσες εκλογές, για νωπή εντολή, ή σε παράταση μιας κυβέρνησης διορισμένης από τις τράπεζες. Και τα δύο κρύβουν κάποιο ρίσκο για αυτές, που θέλουν να προχωρήσουν σε μέτρα τόσο καταστροφικά, που η αντίδραση του κόσμου μπορεί να έχει απρόβλεπτες εξελίξεις. Τελικά επιλέγουν την πρώτη λύση, με συντόμευση του προεκλογικού χρόνου και όργιο εκβιασμών. Θέλουν έτσι να βάλουν τους πολίτες στο στημένο παιχνίδι τους, για να τους αφαιρέσουν στη συνέχεια κάθε νομιμοποίηση των αντιδράσεών τους. Θέλουν επίσης να σπάσουν την ενότητα του λαού μέσα από την εκλογολογία και την κομματική αντιπαράθεση.

Εκείνο που φοβούνται περισσότερο σε αυτή την επιλογή είναι μια συνειδητή και ενεργητική αποχή, που θα τους αμφισβητούσε τα παιχνίδια για κυριαρχία και διατήρηση του συστήματός τους. Που θα τους αφαιρούσε κάθε νομιμοποίηση. Που θα έδειχνε την απόφαση του λαού ενωμένος να συμμετέχει ενεργά στον καθορισμό της τύχης του. Που θα έδειχνε ότι δεν περνάνε άλλο τα ψέματα και τα ψεύτικα διλήμματα από αυτόκλητους σωτήρες. Που θα έδειχνε ότι αυτό που έχει σημασία για την κοινωνία είναι η καθημερινή ψήφος-λόγος σε διαδικασίες ουσιαστικές. Σε διαδικασίες από τα κάτω, όπως το κίνημα που σηματοδότησε η 25η Μαΐου 2011 στο Σύνταγμα και απλώθηκε στις πόλεις και τις γειτονιές, με τις λαϊκές συνελεύσεις, τις καταλήψεις χώρων, τα ανταλλακτικά παζάρια, τις συλλογικότητες αλληλεγγύης, τα τοπικά νομίσματα, το κίνημα άρνησης πληρωμών, το κίνημα της πατάτας, τις αυτόνομες κοινότητες και στέκια, κ.ά. Δηλαδή, κινήματα που αμφισβητούν την κυρίαρχη οικονομική και πολιτική εξουσία, τους μεσάζοντες και τους σωτήρες και αναδεικνύουν το νέο κόσμο που γεννιέται, της ενεργητικής συμμετοχής, της αυτονομίας και της αλληλεγγύης.

Ας μην έχουμε εκλογικές αυταπάτες που μας έχουν οδηγήσει εδώ που φτάσαμε.
Ας μην παρασυρθούμε για άλλη μια φορά από την οργή να ‘’τιμωρήσουμε’’ με την ψήφο μας και να ξαναγυρίσουμε πάλι στην απογοήτευση και την αναμονή.
Ας ξεπεράσουμε τη συνήθεια να έχουμε μια κάποια φωνή για εκτόνωση κάθε 3-4 χρόνια. Το πανηγύρι αυτό δεν μας αφορά. Είναι ένα ναρκωτικό που μας δίνουν για να είμαστε φρόνιμοι και υπάκουοι όλο τον καιρό και να αποφασίζουν αυτοί για εμάς εις βάρος μας.
Ας συνεχίσουμε, αγνοώντας τα εκλογικά παιχνίδια τους.
Ας τους γυρίσουμε την πλάτη με ενεργητική αποχή.
Ας αντιτάξουμε την ενότητά μας στο ‘’διαίρει και βασίλευε’’ των εκλογών.
Ας αγωνιστούμε μαζί, δίπλα-δίπλα, για ουσιαστικές ανατροπές, για να αλλάξουμε τον μέσα μας και τον έξω κόσμο.
Απέχουμε από τη χαμοζωή που μας προσφέρουν, γιατί θέλουμε τη ζωή που φανταζόμαστε.
Αυτοοργάνωση, λαϊκές συνελεύσεις παντού, Άμεση Δημοκρατία.

Θεματική Άμεσης Δημοκρατίας Πλατείας Συντάγματος

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Οι περιπέτειες ενός λουλουδιού της ερήμου. Αθήνα του 21ου αιώνα, μια πόλη σε «κατάσταση εξέγερσης»


Tης Κατερίνας Νασιώκα

H κρίση ως κριτική της θεωρίας

Μέσα στην καπιταλιστική έρημο είμαστε προφανώς ένα τίποτα. Όχι μόνο επειδή ζούμε σε ένα σύστημα σχέσεων και πρακτικών που όταν δεν μας σκοτώνει, μας μετατρέπει σε ανθρώπινη σκιά, αλλά και επειδή όπως λέει ο W. Benjamin στην έκτη από τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας «αυτός ο εχθρός δεν έχει πάψει να νικά» (Löwy 2004: 83). Ωστόσο, εξίσου προφανώς, είμαστε ένα τίποτα που μπορεί να ανθίσει ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, όπως ένα λουλούδι στην έρημο. Η δυνατότητα της ύπαρξής του, όπως ακριβώς και η δυνατότητα της έλευσης της επαναστατικής άνοιξης, είναι τόσο αμφίβολη, εύθραυστη και διαρκώς απροσδόκητη όπως η στιγμή της ζωτικής ανάσας.

Η νεανική εξέγερση του 2008 στην Ελλάδα, μια βαθιά ανάσα φρέσκου αέρα, αποτελεί κατά τη γνώμη μου το αφετηριακό σημείο κατανόησης της μορφής που λαμβάνει η σημερινή κρίση του κεφαλαίου στην Ελλάδα ως διαλεκτική διαδικασία της ταξικής πάλης μέσα στο ειδικό ιστορικό πλαίσιο της νέας πειθαρχίας που προσπαθεί να επιβάλλει η καπιταλιστική σχέση στην προσπάθεια της να αναδιαρθρώσει τις μορφές παραγωγής: την πειθαρχία του χρήματος. Και σαν τέτοια, όπως πολλές αντίστοιχες εξεγερτικές εμπειρίες, παράγει η ίδια θεωρία, κυρίως όμως παράγει κριτική της θεωρίας.

Η 6η του Δεκέμβρη του 2008 αποτέλεσε για την Ελλάδα μια κρίσιμη ρωγμή στo επιφανειακά ποικίλο, γεμάτο πολλαπλές χωρικότητες του φαντασιακού, αλλά λείο και ομογενοποιημένο στο βάθος καπιταλιστικό βιότοπο, που προεικόνισε το εμβάθυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού και ανέσυρε στο αντιφατικό υλικό του αστικού εδάφους τη δυνατότητα της εξέγερσης, ο θάνατος της οποίας είχε προαναγγελθεί από καιρό. Η δυνατότητα αυτή όρισε και ορίζει με ποικίλους τρόπους την κρίση στην Ελλάδα, όχι ως κρίση οικονομική που μπορεί να επιλυθεί με οικονομικές «συνταγές» μέτρων λιτότητας ούτε ως πολιτειακή αλλά ως κρίση που δηλώνει ακριβώς την απόφαση της στιγμής της πάλης (1), της στιγμής της αλήθειας, της μορφής του όχι, του ¡ya basta! των από κάτω, την απόφαση του αγώνα ενάντια αλλά και πέρα από το σύστημα, δηλαδή το κατώφλι ενός δρόμου με τον οποίο η καρδιά βγαίνει στον κόσμο ή έναν τρόπο με τον οποίο μπορεί να ακουστεί και η πιο μακρινή λέξη, όπως περίπου ορίζουν οι ζαπατίστας το σύμβολο των caracoles (σαλιγκάρι).

Η Ελλάδα αποτελεί μια ιδιαίτερη ιστορικά περίπτωση σε σχέση με την διάρθρωση της κεφαλαιακής σχέσης και τους συνυφασμένους με αυτήν κοινωνικούς αγώνες, όπως και κάθε κοινωνικός μετασχηματισμός. Δύο από τα βασικά ιστορικά σημεία για την κατανόηση των ταξικών αγώνων στην Ελλάδα είναι: α) ο (ταξικός) εμφύλιος πόλεμος (1944-1949), β) η δικτατορία των συνταγματαρχών και η εξέγερση του Πολυτεχνείου (1973). Τη λήξη του εμφυλίου πολέμου που βρήκε νικημένη την αριστερά ακολούθησε μια μακρά περίοδο ψευδούς κοινωνικής συμφιλίωσης που μετέθεσε το ταξικό στο εθνικό και ουσιαστικά αποσιώπησε τον ταξικό αγώνα φορώντας του τον μανδύα του «εθνικοαπελευθερωτικού» κινήματος αντίστασης στη γερμανική κατοχή. Η κοινωνική αυτή διαδικασία άφησε μέχρι σήμερα μια ανοιχτή πληγή στο στήθος της αριστεράς αναδεικνύοντας το αδύναμο σημείο της είτε απώθησης του ταξικού είτε εγκλωβισμού του σε θεσμικό πλαίσιο κατάφασης της ηγεμονίας του κεφαλαίου –αδυναμία που εντοπίζεται σε κάποιο σημείο της διαδρομής ανάμεσα στην ενοχική αναζήτηση μιας θεσμικά νομιμοποιημένης πολιτειακής έκφρασης και στην εκπροσώπηση της πιο ριζοσπαστικής δυναμικής των από κάτω.(2)

Το τέλος της στρατιωτικής δικτατορία (1964), που έπεσε το 1973 από την αντίσταση φοιτητών, εργαζόμενων, άνεργων και νεολαίων, σηματοδότησε την έναρξη της «μεταπολίτευσης», δηλαδή της ιστορικής φάσης της νεότερης Ελλάδας, με επίκεντρο την εδραίωση της «αστικής δημοκρατίας» και των μαζικών αστικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), τη νομιμοποίηση του αστικού κράτους και την ευρεία συμμετοχή του λαού σʼ αυτό. Η τελευταία περίοδος αυτής της ιστορικής φάσης ταυτίζεται επίσης με τη σαρωτική προέλαση του νεοφιλελευθερισμού που κορυφώνεται με τη μαζική συμμετοχή των Ελλήνων στο «φαντασιακό της αγοράς» μέσω της οικονομικής ενοποίησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 σηματοδοτεί τη λήξη της μεταπολιτευτικής περιόδου, την έναρξη απονομιμοποίησης του αστικού κράτους και την είσοδο στην «εποχή των ταραχών.(3)

Πιστεύω πως αυτό που έχει περισσότερο σημασία να δούμε ως αφετηρία σε σχέση με οποιαδήποτε θεωρητική ανάλυση της εμπειρίας των εξεγερμένων σε όλο τον κόσμο, των λαών σε αντίσταση, μέσα στη σχέση κεφάλαιο και την αντικειμενική παγκόσμια κίνησή του (και ειδικά την κρίση όπως εκδηλώνεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα), είναι η ίδια η ύπαρξή τους, η επιμονή τους να φυτρώνουν παντού και να παράγουν σκέψη και θεωρία· μια σκέψη ενίοτε πολύ πιο κριτική και αυτο-κριτική από οποιαδήποτε ακαδημαϊκή ανάλυση, μια θεωρία που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο τις αντιφάσεις των αστικών θεωρητικοποιήσεων αλλά μας φέρνει επίσης συχνά αντιμέτωπους με το έλλειμμα φαντασίας των «μαρξισμών».

Από την οπτική της αστικής θεωρίας, που προϋποθέτει τον συνεχή διαχωρισμό ανάμεσα στο οικονομικό και το πολιτικό πεδίο ως δικλείδα αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος διασπώντας και αυτονομώντας έτσι τον κοινωνικό αγώνα σε οικονομικό (πάλη των τάξεων) και πολιτικό (πολιτικός αγώνας) και νομιμοποιώντας την ωμή βία στην οποία άπαξ στηρίζεται το κεφάλαιο –διαχωρισμός στον οποίο δυστυχώς επιμένει ένα κομμάτι της αριστεράς–, η κρίση εμφανίζεται με πολλές ψευδείς εκφάνσεις. Από τη μια πλευρά ερμηνεύεται ως δυσλειτουργία των διαμεσολαβήσεων (πολιτικό σύστημα), ως κρίση αντιπροσώπευσης, αποτυχία δηλαδή των αστικών θεσμών (στη συγκεκριμένη περίπτωση του σχεδίου ευρωπαϊκής ενοποίησης)· αποτυχία που αντικατοπτρίζει την αδυναμία συνάρθρωσης σε πολιτικό επίπεδο των οικονομικά αδύναμων περιφερειακών προαστίων της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής επικράτειας και υποταγής τους στην οικονομική επιβολή των κεντρικών χωρών-καπιταλιστών.

Από την άλλη πλευρά ερμηνεύεται στο επίπεδο της ηθικής του ατόμου, ως κέντρου μιας κατακερματισμένης σε μονάδες και χαλαρά αλλά εκτεταμένα δικτυωμένης «κοινωνικότητας» ή σε ένα ευρύτερο μόρφωμα αυτής της μορφής, του έθνους. Οι Έλληνες εμφανίζονται ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρώπης, ένα έθνος που δανείζεται επί χρόνια για να επιβιώσει αλλά δεν δουλεύει αρκετά και που καλείται τώρα να πληρώσει τα λάθη του ή τα λάθη των διεφθαρμένων πολιτικών του (4).
Σε υλική βάση ωστόσο, η κρίση στην Ελλάδα έχει φτάσει να σημαίνει σήμερα την αποδιάρθρωση της παραγωγής και δη της γεωργικής, την υπερδιόγκωση του τομέα των υπηρεσιών, την πριμοδότηση της κατανάλωσης μέσω του δανεισμού, την καθήλωση των ρυθμών αύξησης των πραγματικών μισθών, την αδυναμία εξαγωγών. Η «τεχνητή» μεγέθυνση του ΑΕΠ που προβάλλουν τα στατιστικά στοιχεία όλων των μελετών σχετικά με την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης απεικονίζει απλώς τον «δανεισμό του οικονομικού παρελθόντος από το οικονομικό μέλλον» (Τομπάζος 2010), που, ουσιαστικά, οδηγεί σταδιακά στην αδυναμία πραγματοποίησης της αξίας (στο χρήμα και στη σφαίρα της κυκλοφορίας) και αναπαραγωγής των προηγούμενων μορφών του κεφαλαίου, όπως φαίνεται από τη γενικευμένη ανεργία, την ύφεση και τη φτώχεια η οποία αγγίζει πλέον τα όρια της πλειοψηφίας των Ελλήνων, μέσω των μέτρων λιτότητας που άρχισαν να επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα από το έτος 2008 και έπειτα.

Έτσι, βάσει της συγκεκριμένης οπτικής, η κρίση μπορεί να επιλυθεί με επαχθή οικονομικά μέτρα, θυσίες από την πλευρά των πολιτών προκειμένου να σωθεί η χώρα, οι τράπεζες και το ισχύον οικονομικό σύστημα, αποδοχή των μνημονίων που προβλέπουν την ιδιωτικοποίηση όλων των κοινών και φυσικά συνέχιση του δανεισμού, των χρεών και της εξάρτησης. Ωστόσο, όταν και όπου αυτές οι επείγουσες λύσεις δεν αποδίδουν, δηλαδή όπου οι απλοί άνθρωποι αδυνατούν να κατανοήσουν πώς αυτή η μέθοδος ραγδαίας υποβάθμισης των όρων ζωής τους μπορεί να είναι προς το «κοινό καλό» και αρνούνται να υποταχθούν στην πλήρη απαξίωση της ζωής που επιφυλάσσει το κεφάλαιο, η οριστική λύση είναι η ωμή βία και ο διορισμός κυβερνητικών διαχειριστών που επιβάλλουν χωρίς διαπραγματεύσεις ή διάλογο τη νέα οικονομική και κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Από την πλευρά της αστικής θεωρίας λοιπόν, όσο η κρίση εμφανίζεται ως λάθος που πρέπει να διορθωθεί, ως «ατύχημα» που δεν θα όφειλε να υπάρχει, άλλο τόσο και η αντίσταση και η πάλη των από κάτω εμφανίζεται ως παθογόνο κοινωνικό φαινόμενο, αρρώστια που πρέπει να θεραπευτεί με ριζικές επεμβάσεις από τα πάνω. Η διόρθωση των ατυχών αυτών λαθών μέσα στο πλαίσιο της δήθεν «ισότιμης» διαχείρισης της εγγενούς ανισότητας στην οποία βασίζεται το καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικής αλληλοσυσχέτισης (εκμετάλλευση και κυριαρχία μιας τάξης σε μια άλλη κοινωνική τάξη) μέσα από τη μορφή της σχέσης του κράτους με τους υποτιθέμενα ελεύθερους πολίτες-άτομα δεν αποδεικνύει τίποτε περισσότερο από τις ανεπίλυτες αντιφάσεις της κεφαλαιακής σχέσης (και της αστικής θεωρίας) η οποία πλέον φτάνει να εξαντλεί τα όρια εκμετάλλευσης της υλικής της δύναμης (άνθρωπος, περιβάλλον). Η συγκεκριμένη διαδικασία, οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας που αναπαράγεται και εξαπλώνεται καθημερινά, συνιστά κατά βάση την συνεχή ανανέωση της διαδικασίας φετιχοποίησης των κοινωνικών σχέσεων που τείνουν προς την ολοκληρωτική υπαγωγή τους στο χρήμα, την ετερονομία και τον ατομικισμό, η έκταση και η ένταση της οποίας αποτελεί και το σημείο κρίσης της.

Από την οπτική του μαρξισμού (ορθόδοξου και μη), η κρίση ερμηνεύεται δομικά ως κρίση ενός συστήματος που αδυνατεί να αναπαραχθεί κοινωνικά ή τουλάχιστον με τους όρους του παρελθόντος στο σύνολό του. Στην δεδομένη στιγμή αυτή η αδυναμία καθίσταται περισσότερο ορατή, όχι επειδή το καπιταλιστικό σύστημα έχει μεταβληθεί ποιοτικά, δηλαδή έχει γίνει περισσότερο άδικο (στη βάση της ταξικής κυριαρχίας) απʼ ό,τι ήταν στο παρελθόν, αλλά επειδή διενεργείται μια ποσοτική μετατόπιση καθώς, μετά τη διάρρηξη του καθεστώτος ευημερίας που εμπεδώθηκε στο δυτικό κόσμο –και πάντα σε βάρος όλου του υπόλοιπου κόσμου– μετά τον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο, όλο και μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων και όλο και μεγαλύτερος αριθμός χωρών μπορεί να βιώσει συνολικά την εγγενή αδικία και τη συνεχή επίθεση μέσα από την βίαιη και αιφνίδια περιθωριοποίησή τους από μια ειδική συστημική λογική στην οποία πριν θεωρούσαν ότι ήταν ενταγμένοι.

Η ένταξη αυτή, ωστόσο, πάντοτε ισοδυναμούσε με την απώθηση της συνείδησης (και από ένα μεγάλο κομμάτι της θεσμικής αριστεράς που συμμετείχε οργανικά στη συγκρότηση της συναίνεσης) ότι η δεδομένη συμμετοχή χτιζόταν διαρκώς στη βάση της συγκεκριμένης σχέσης εκμετάλλευσης και κυριαρχίας πάνω σε μια άλλοτε μικρότερη κι άλλοτε μεγαλύτερη μάζα εργατικής δύναμης. Εκεί έγκειται σε ένα βαθμό και το πρόβλημα της θεσμικής διεκδίκησης, μέσω των λεγόμενων παραδοσιακών (συστημικών) κοινωνικών αγώνων, μεγαλύτερης συμμετοχής (συνεργασίας) σε μια μορφή κοινωνικής αλληλοσυσχέτισης, την καπιταλιστική, (ορθόδοξος μαρξισμός) χωρίς την προϋπόθεση της καταστροφής της συγκεκριμένης βάσης ανισοτήτων, δηλαδή ανατροπής της μορφής των κοινωνικών σχέσεων στο σύνολό τους, γεγονός που πάντα συνιστούσε από την πλευρά της εργατικής τάξης αντίστοιχη συμμετοχή στην αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων στην ίδια βάση εκμετάλλευσης (άλλοτε λιγότερης και άλλοτε περισσότερης), δηλαδή αναπαραγωγή της ίδιας της εργατικής τάξης ως τάξης του κεφαλαίου και όχι ως τάξης ενάντια στο κεφάλαιο (ή πέρα από το κεφάλαιο) (5). Δανειζόμενη τη φράση του Μαρξ των Grundrisse (Μαρξ 1990: 180), με την οποία ασκούσε κριτική στους σοσιαλιστές «είναι ουτοπισμός να μην κατανοούμε την πραγματική διαφορά ανάμεσα στην πραγματική και την ιδεατή μορφή της αστικής κοινωνίας», επιδιώκοντας την τελευταία η οποία αποτελεί στην ουσία είδωλό της.

Για τους λιγότερους από εμάς ή για τους περισσότερους αλλά μακρινούς από εμάς (στις χώρες του λεγόμενους τρίτου κόσμου ή στα περιθώρια του πρώτου κόσμου) κοινωνικά περιθωριοποιημένους που θυσιάζονται κατά χιλιάδες στα θεμέλια του καπιταλιστικού οικοδομήματος, αυτή η σχέση υπήρξε πάντοτε κάτι περισσότερο από διαρκώς ανταγωνιστική· μια περίφραξη που καθόριζε τα όρια ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, όπου ένα εσωτερικό και ένα εξωτερικό αναπαρίσταναν υλικά την «αριστοποίηση της ζωής» από τη μια και την «κατασκευή του θανάτου» από την άλλη (6), μια μαύρη τρύπα ανθρώπινης ύλης που διαρκώς διογκώνεται πολλαπλασιάζοντας με γεωμετρική πρόοδο τους μη-τόπους, τα περάσματα προς το θάνατο, τις no manʼs land, τους ανθρώπινους σκουπιδότοπους.

Γιʼ αυτό μοιάζει ειρωνικό, αν όχι κυνικό, να τοποθετείται ο ορίζοντας κοινωνικής χειραφέτησης στο ίδιο κλειστό πεδίο ενός άνισου κόσμου με άξονα ένα μοντέλο κρατικής διαχείρισης των ανισοτήτων στις ίδιες παραγωγικές βάσεις, που απλώς αντιστρέφει τις πλειοψηφίες και τις μειοψηφίες αλλά δεν βλέπει την ανατροπή τους· δηλαδή σε ένα κοινωνικό μοντέλο που χρησιμοποιεί και αναπαράγει τις παλιές δομές αποδίδοντας περισσότερα ή λιγότερα «δικαιώματα», αντί να κατευθύνεται στην καταστροφή τους, δοκιμάζοντας νέες σχέσεις κοινωνικής συμβίωσης και οργανώνοντας topiles (7) ενάντια στα καραβάνια θανάτου που εξαπολύει καθημερινά εναντίον μας το κεφάλαιο και το αστικό κράτος με τους στρατούς και τις αστυνομίες τους.

Η εμφάνιση αυτής της μορφής ακραίας περιθωριοποίησης, που αναφέρθηκε προηγουμένως, ως αποτέλεσμα της αντικειμενικής κίνησης που λαμβάνει η σημερινή μορφή του κεφαλαίου, χρηματοπιστωτικού, στην τάση του να παγκοσμιοποιηθεί, απογυμνώνει την αντίφαση του κεφαλαίου να χρησιμοποιεί όλο και λιγότερη ζωντανή εργασία και με όλο και πιο βαθύ, εκτεταμένο βαθμό εκμετάλλευσης προκειμένου να παράγει υπεραξία. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτή η κίνηση έχει φτάσει να σημαίνει: 40% μείωση των μισθών μέσα σε διάστημα των δύο τελευταίων χρόνων, ριζική περικοπή όλων των μέχρι σήμερα θεσμοθετημένων κοινωνικών παροχών της υγείας, παιδείας και κοινωνικής ασφάλισης, κατάργηση των συλλογικών συμφωνιών σχετικά με την εργασία (κατώτερος μισθός κ.λπ.), ιδιωτικοποίηση όλων των κοινών και συνεχείς «περιφράξεις» με διανομή ολόκληρων ζωνών εκμετάλλευσης σε πολυεθνικές, επιβολή επαχθούς άμεσης φορολόγησης με αντισυνταγματικά μέτρα (σύνδεσή τους με κοινωφελείς οργανισμούς, όπως η παροχή ρεύματος), εκτίναξη της ανεργίας, δημιουργία μιας νέας «υποτάξης» (8) που αποκλείεται από τα λεγόμενα «κοινωνικά αγαθά», ενεργειακή φτώχεια, θεσμοθέτηση αυστηρών νόμων πλαισίων που ποινικοποιούν κάθε είδος κοινωνικής ανυπακοής, παραγωγή ενός νέου «πολιτικού λεξιλογίου της αγοράς» που απονομιμοποιεί πλήρως τη μέχρι τώρα εμπεδωμένη μορφή της αστικής δημοκρατίας και καθορίζει ως αντικοινωνική συμπεριφορά κάθε μορφή κοινωνικής πάλης (9).

Η ολοένα αυξανόμενη ένταση του κοινωνικού, μετά την διάρρηξη της «συναίνεσης επιθυμίας», δηλαδή του ταξικού συμβολαίου αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης με όρους εν μέρει «προνομιακής εκμετάλλευσης» για ορισμένες κοινωνικές ομάδες και συγκεκριμένες χώρες που εμπεδώθηκε στα δυτικά κράτη μετά τον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο –σηματοδοτώντας την κυριαρχία του κεφαλαίου όχι μόνο σε έκταση αλλά και σε κοινωνικό βάθος– ερμηνεύεται αγχωτικά από ορισμένες μαρξιστικές εκδοχές ως ήττα (αντί νίκη;) της εργατικής τάξης στο πεδίο της ταξικής πάλης.

«Ζητούμενη είναι επομένως μια πολιτική στρατηγική που ανοίγει το δρόμο σε οικονομικές και θεσμικές αλλαγές που βελτιώνουν το μισθό και τις συνθήκες εργασίας, κατοχυρώνουν την κοινωνική προστασία, το κοινωνικό κράτος, αποτελώντας ουσιαστικά ʽενδιάμεσο σταθμόʼ για την περαιτέρω βελτίωση του ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ της εργασίας και για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής αμφισβήτησης και ανατροπής του καπιταλισμού». (Μηλιός, Τζανακόπουλος 2011)

Κατʼ αυτόν τον τρόπο οι εγγενείς αντιφάσεις της αντικειμενικής κίνησης του κεφαλαίου, δηλαδή η σχέση κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, εσωτερικεύονται όχι ως αποτέλεσμα του κοινωνικού ανταγωνισμού με επίκεντρο την πάλη των τάξεων αλλά ως ειδικές αντιφάσεις της ίδιας της ύπαρξης της εργατικής τάξης εφόσον αυτή εκλαμβάνεται ως κομμάτι της αναπαραγωγής του κεφαλαίου που αδυνατεί να αναπαραχθεί ως τέτοια (10).

Αυτό συμβαίνει επειδή οι υλικοί όροι αναπαραγωγής της εργατικής τάξης υποβαθμίζονται ριζικά, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να μεταφράζεται η όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων και η διασάλευση της τάξης πραγμάτων ως «αίτημα» προς το κράτος για την ανάκτηση των χαμένων δικαιωμάτων ή την επανένταξη στην ίδια συστημική λογική και όχι ως ρήξη με αυτήν. Ωστόσο, η γενίκευση αυτής της ολέθριας πραγματικότητας καθιστά ορατή την αντίστοιχη αδυναμία αναπαραγωγής της μορφής κράτος ως φανταστικής (ή φετιχισμένης) μορφής που αποτελεί μέρος της σχέσης εκμετάλλευσης και κυριαρχίας ενώ εμφανίζεται ως απρόσωπη διαμεσολάβηση μεταξύ του κοινωνικού και του οικονομικού με στόχο την ισότιμη διαχείριση της ανισότητας (11). Η μορφή της κεφαλαιακής σχέσης απογυμνώνεται και εξαναγκάζεται στην εγκατάλειψη των διαμεσολαβήσεων (κράτος ως φορέας αστικών δικαιωμάτων και ελευθερίας) πάνω στις οποίες στήριζε πάντοτε τη δικαιολόγηση τόσο της ύπαρξής της όσο και της χρήσης βίας ως πρακτική επιβολής της «κοινωνικής συνοχής».

Για όσους, επομένως, συνδέουν την κατάληψη της κρατικής εξουσίας με την κοινωνική αλλαγή, είτε ως πρακτική διαχείρισης της οικονομικής ανισότητας σε νέα πολιτικά χέρια είτε ως στρατηγική που θα απελευθερώσει τις δυνατότητες μετάβασης σε μια αταξική κοινωνία, η κατάρρευση της αξιοπιστίας των θεσμικών διαμεσολαβήσεων και η αποδυνάμωση της μορφής των σχέσεων που συγκροτεί το κράτος στο σύνολό του, δηλαδή η γενικευμένη ρήξη με τον παλιό τρόπο να κάνουμε πολιτική που εκδηλώνεται μέσα από την εμπειρία της πάλης (καθώς η κρίση διαπερνά όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής πράξης και όχι μέρος αυτής) καθιστά όλο και πιο θολό το πεδίο μεταμόρφωσης αυτής της κοινωνικής μορφής (κράτος) σε όργανο χειραφέτησης της εργατικής τάξης (και καθιστά όλο και πιο θολό και αφηρημένο τον λόγο των υποστηρικτών του). Σε αυτό το πλαίσιο, η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας μοιάζει να ερμηνεύεται με την ίδια λογική που ερμηνεύεται η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού»: αδυναμία αντικατάστασης της μιας δομής με μια άλλη, της μιας ολότητας με μια άλλη, μια «βουτιά στην άβυσσο» (12), στο κενό ενός άγνωστου ή μη σχεδιασμένου μέλλοντος της επόμενης μέρας της επανάστασης.

Η περίπτωση της Ελλάδας στη συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη της κρίσης, δηλαδή της κοινωνικής πάλης, είναι ένα από τα παραδείγματα της διάλυσης αυτής της ψευδαίσθησης πολιτικής διαμεσολάβησης του κοινωνικού και οικονομικού και εκδηλώνεται ταυτόχρονα και στα δύο επίπεδα, των από πάνω και των από κάτω. Αρχικά, στο επίπεδο της κίνησης των από πάνω, το αστικό κράτος στην Ελλάδα εμφανίζεται εντελώς απονομιμοποιημένο, χαοτικό και σε πλήρη αποσύνθεση (13). Η επιβολή κυβερνήσεων της αγοράς, ο διορισμός πρωθυπουργού, η εφαρμογή δηλαδή μιας τραπεζικής δικτατορίας που συνεχίζει να παράγει θεσμικά αποτελέσματα (νόμους) εις βάρος των από κάτω, η πρόταση για την τοποθέτηση ενός τοποτηρητή της Ευρωπαϊκής Ένωσης με δικαίωμα άσκησης βέτο σε όλες τις αποφάσεις σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας, είναι μερικές από τις νέες βίαιες στρατηγικές του διεθνούς κεφαλαίου, στις οποίες το κράτος κατέχει τον ύστατο ρόλο του βίαιου νομιμοποιητή.

Το κράτος υπάρχει και δεν υπάρχει, παραμένει στο προσκήνιο διαλυμένο, κουρελιασμένο, και σε πλήρη αντίθεση με αυτό που κάποτε το προσδιόριζε, το «λαό» του. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αυτό που απομένει στην ουσία από τις ορθόδοξες θεωρητικές κατηγορίες περί «επαναστατικού κράτους» ή «επαναστατικού κόμματος» είναι η απορία για το τι μπορεί να σημαίνουν σήμερα, για το καθαυτό περιεχόμενό τους, αν όχι μια παραδοξότητα που υπονοεί την αυτο-κατάργηση, την αντι-εξουσία, εμπειρία που άνοιξε το ζαπατιστικό κίνημα το 1994 με το mandar obedeciendo, δηλαδή με την «τρελή» ιδέα οι κυβερνήσεις πρέπει να υπακούν το λαό (14). Αυτό δεν σημαίνει ότι η μορφή κράτος μπορεί να προσδιοριστεί ως μια αφηρημένη καθολικότητα, ούτε ότι μπορεί να καταργηθεί η συγκεκριμένη ιστορική του σύνδεση με μορφές επαναστατικής πάλης, ωστόσο η διαλεκτική του ανταγωνισμού σήμερα φανερώνει μια διεργασία ξεπεράσματος που δεν αποτελεί ατυχή στιγμή αλλά ουσία της ίδιας της σχέσης.

Ανάμεσα στις δύο αυτές ανταγωνιστικές κινήσεις που ξεδιπλώνονται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, από τα πάνω και από τα κάτω, γίνεται όλο και περισσότερο εμφανές ότι υπάρχει μόνο ένα κοινό σημείο: η αμοιβαία απώθηση και η σύγκρουση· μια σύγκρουση πολλαπλή, με διαφορετικές αφετηρίες και κατευθύνσεις, με διαφορετικές μορφές και με διαφορετικές εντάσεις αλλά με κοινούς ορίζοντες χειραφέτησης. Σε αυτόν τον κοινό ορίζοντα χειραφέτησης διαγράφεται η ευρεία άρνηση της πολιτικής αντιπροσώπευσης του αγώνα σε επίπεδο κρατικών θεσμών, κομμάτων και συνδικάτων, η οποία ορισμένες φορές ξετυλίγεται αδιάκριτα, δυσχεραίνοντας ένα είδος ενότητας αγώνα. Στην ουσία ωστόσο αποκαλύπτει πόσο ίδια της καπιταλιστικής λογικής μπορεί να είναι μια ομογενής μορφή αγώνα και οργάνωσης του αγώνα, φέρνοντας ταυτόχρονα στην επιφάνεια και τις εσωτερικές αντιφάσεις όσων συμμετέχουν σʼ αυτόν αγώνα, καθιστώντας δηλαδή περισσότερο ορατή τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε μορφές αγώνα που βασίζονται σε λογικές που προσιδιάζουν στην καπιταλιστική σχέση (κράτος, ιεραρχία, σχεδιασμός από τα πάνω) και σε εκείνες που προς το παρόν τις αρνούνται, ακόμη κι αν δεν έχουν έτοιμη μια αντιπρόταση.

Η ίδια η κατηγορία «κίνημα», όταν καταλήγει να παίρνει την αποκρυσταλλωμένη μορφή μιας αποτελεσματικότητας με προσδιορίσιμα και μετρήσιμα χαρακτηριστικά δραστών και στρατηγικών που στοχεύουν σε ένα τέλος και στον πραγματισμό που αυτό συνεπάγεται, βρίσκεται στο πεδίο της αυτο-κριτικής μιας νέας αγωνιζόμενης υποκειμενοποίησης. Γιʼ αυτό και στις πρόσφατες κινητοποιήσεις απέναντι στο μνημόνιο, οι εντάσεις και οι βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα σε μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) και σε διαδηλωτές από τον αναρχικό χώρο κατά τη διάρκεια μιας από τις μεγαλύτερες για την Ελλάδα πορείες μετά τη μεταπολίτευση στο κέντρο της Αθήνας στις 25 Οκτώβρη του 2011, στην προσπάθεια να τεθεί το πολιτικό στίγμα εκείνων που θα αποκλείσουν το Κοινοβούλιο, δηλαδή εκείνων που ηγούνται του αγώνα, αποτελούν εκδήλωση αυτού του αναπόφευκτου ρήγματος ανάμεσα σε μια λογική πρωτοπορίας, πολιτικής αντιπροσώπευσης και υποταγής σε ιεραρχημένες σχέσεις και στην άρνησή τους.

Και αυτή η ρήξη μπορεί να οδηγήσει ίσως τη σκέψη μας πέρα από τις κριτικές απέναντι στις πρόσφατες αντιστάσεις των κατειλημμένων πλατειών περί μικροαστικής αντίδρασης με στόχο τη διεκδίκηση ενός εξανθρωπισμένου καπιταλισμού (15), επειδή οριοθετεί την πάλη πέρα από τη θετικιστική προσέγγιση της κοινωνικής έκρηξης ως κίνησης για, σε κίνηση ενάντια, σε έκφραση της άρνησης του έτσι-είναι-τα-πράγματα. Ταυτόχρονα προσδιορίζει και έναν ορίζοντα αυτο-κριτικής των παλιών εργαλείων αντίστασης, τα οποία εντάσσονται στην ίδια λογική που επιθυμεί να μας καθηλώσει στο έτσι-είναι-τα-πράγματα, μια αυτο-κριτική που ανοίγει το κατώφλι ενός πεδίου που αναγκαστικά δεν καλλιεργείται πάνω στο «αίτημα», τη «διαπραγμάτευση» ή την επιλογή της μιας ή της άλλης εξουσίας· καλλιεργείται πάνω στην ιστορική (διαχρονική και συγχρονική) μνήμη της πάλης των από κάτω και την επικαιροποιεί στο παρόν, κοιτάζοντας και συντονίζοντας αυτό το παρόν μέσα τη ματιά του μέλλοντος (16)· συνεχίζει να εξαπλώνεται μολύνοντας ως επιδημία εξεγερτικότητας και άλλους τόπους/μη τόπους, ενάντια στη δεδομένη λογική της Ιστορίας που υποδεικνύει το ρεαλισμό της ήττας· και εξηγεί επίσης γιατί, ο απλός και συνηθισμένος κόσμος (που είναι οι επαναστάτες για τους ζαπατίστας), ανάμεσα στην εξουσία και την πρωτοπορία, ανάμεσα στην εξουσία και στην κατάληψη της εξουσίας, ανάμεσα στην ιδεολογία και στο «άγχος της ουτοπίας», όπου το νέο εξαναγκάζεται να χωρέσει στο παλιό λεξιλόγιο αλλά δεν χωράει, επιλέγει να αποσυρθεί στις γειτονιές οργανώνοντας συνελεύσεις και βάσεις αλληλεγγύης ή ακόμα να πάει σπίτι του χωρίς να σημαίνει ότι υποτάσσεται στην εντολή του κεφαλαίου.

Από την προσέγγιση της κριτικής θεωρίας και της κριτικής της θεωρίας, αυτό που ενδιαφέρει κυρίως σε σχέση με μια ερμηνεία της κρίσης της σχέσης-κεφάλαιο είναι ακριβώς το γιατί η τελευταία στη συγκεκριμένη ιστορική της στιγμή δεν μπορεί να αναπαραχθεί με την ίδια μορφή. Η ερώτηση αυτή οδηγεί στην ειδική ιστορική συνθήκη που διαμορφώνει την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού ανταγωνισμού, με επίκεντρο την ταξική πάλη όχι ως μια κατηγορία αφηρημένη και ανιστορική (δηλαδή σαν να λέμε πως το κεφάλαιο υπήρχε πάντα σε όλες τις κοινωνικές μορφές και η ταξική πάλη εξίσου) αλλά ως κατηγορία που διαπερνάται από τις συγκεκριμένες αντιφάσεις του κεφαλαίου από τη μία και από τις μορφές αγώνα από την άλλη, σε μια ειδική χωροχρονική εκδοχή. Αυτό σημαίνει πως η συγκεκριμένη διεργασία σκέψης και προβληματισμού ουσιαστικά μετακινεί τη θεωρία στο επίπεδο της πάλης, είναι ένα είδος αντι-θεωρίας από την οπτική των υποκειμένων σε πάλη αντί των αυτοκινούμενων δόμων, συμμετέχοντας και όχι παρατηρώντας ή αναλύοντας (ως αντικείμενο) αυτή την πάλη. Είναι η απλή διατύπωση του μόνου, σύμφωνα με τον Holloway, επιστημονικού ή θεωρητικού ερωτήματος που μας απομένει: «πώς στο διάολο θα βγούμε από αυτό το χάος;» (Holloway 2011: 331).

Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 σηματοδότησε για την Ελλάδα την έναρξη μιας νέας εμπειρίας αγώνα ενάντια σʼ αυτόν τον κόσμο που μας φυλακίζει, μας αναπαράγει σε συνθήκες αιχμαλωσίας και μας σκοτώνει κανονικοποιώντας αυτές τις διαδικασίες με την ίδια σχεδιασμένη κανονικότητα της παραγωγικής διαδικασίας. Κι αυτό γιατί η εξάπλωσή και η έντασή της στις χωρικότητες που συγκροτούν τη δομή του κεφαλαίου και φυσικοποιούν την αφηρημένη κοινωνικότητα που προϋποθέτει η καπιταλιστική σχέση, όπως είναι ο μητροπολιτικός χώρος της Αθήνας, ήταν η έκφραση μιας ποιοτικά καθολικής, αν και σε περιορισμένη ποσοτικά διάσταση, άρνησης αυτού του κόσμου, ήταν μια έκφραση οργισμένης καταστροφής του παλιού κόσμου και όχι αναπαραγωγής του.

 
Σημειώσεις
(1) Βλ. σχ. Christos Lynteris, 2011.
(2)Βλ. σχ. Γαβριηλίδης, 2007.
(3) Βλ. σχετ. «Η εποχή των ταραχών, blaumachen, 2011.
(4) Η συνεχή προπαγάνδα των γερμανικών μέσων ενημέρωσης το επιβεβαιώνει, με κεντρικούς τίτλους εφημερίδων: «Εμείς γιατί πληρώνουμε τις πολυτελείς συντάξεις των Ελλήνων;», (βλ. σχ. http://www.bildblog.de/wp-content/bild_griechen2.png, http://marialourdesblog.files.wordpress.com/2011/10/griechenland-inselverkauf.jpg, http://www.bildblog.de/wp-content/bild_griechen.png, http://hinter-den-schlagzeilen.de/wp-content/uploads/2011/06/Griechenland-pleite-Bild-Zeitung.jpg, http://bilder.bild.de/fotos-skaliert/ausrisse-23930840-mbqf-21255112/2,h=493.bild.jpg καθώς και ενδιαφέρουσα ανάλυση στο http://www.marxistische-aktion.de/?p=342).
(5) Βλ. blaumachen ο.π.
(6) Βλ. σχ. Ολιβιέ Ραζάκ, 2008.
(7) Ομάδες λαϊκής φύλαξης (άοπλες) που χρησιμοποιήθηκαν και στην εξέγερση της Οαχάκα. Στις ιθαγενικές κοινότητες που λειτουργούν με παραδοσιακές φόρμες αποτελεί το βασικό καθήκον από το οποίο περνούν σχεδόν όλα τα μέλη της Κοινότητας. Στο ιθαγενικό ιδίωμα nauatl σημαίνει το μπαστούνι που συμβολικά κατέχουν οι αρχές της κοινότητας που εκλέγονται μέσα από τη λαϊκή συνέλευση.
(8) Υποτάξη φυσικά υπήρχε και στη Ελλάδα και πριν την εμφάνιση της κρίσης με τη σημερινή της μορφή από τους μετανάστες και άλλες ομάδες κοινωνικά περιθωριοποιημένων που δεν απολάμβαναν τα αστικά δικαιώματα.
(9) Από άρθρο πολιτικών στελεχών της πρώην κυβέρνησης Παπανδρέου: «Μέσα από τέτοιου είδους κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες, και με τη λογική ʽτα θέλουμε όλα δικά μαςʼ, φθάσαμε στην περιφρόνηση κάθε έννοιας Δικαιοσύνης και δημόσιου συμφέροντος και στη de facto επιβολή του κανόνα: κατάληψη στο σχολείο, και ενίοτε καταστροφή του, κατάληψη στο πανεπιστήμιο, διακοπή της λειτουργίας των μέσων μεταφοράς, της αποκομιδής των σκουπιδιών και προσβολή της δημόσιας υγείας, κατάληψη δημόσιων κτηρίων, ακόμη και υπουργείων, αποκλεισμοί λιμανιών και αεροδρομίων, και κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, πράξεις και απειλές ακόμη και κατά της ζωής. Το σημαντικότερο όλων δε είναι, πως αυτή η εξαιρετικά αντιδημοκρατική και αντικοινωνική ʽκουλτούραʼ και συμπεριφορά, επενδύθηκε με το μανδύα του προοδευτισμού και της επαναστατικότητας, για να κρύψει το πραγματικό πρόσωπο του συντεχνιακού συμφέροντος». (Πηγή: Ισοτιμία, 16-10-2011).
(10) Σχ. Karl Löwith, 1987: 135 αναφέρει: «Ήδη η Εισαγωγή στην Κριτική της εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου περιέχει την πρόταση: ʽΗ διάλυση της κοινωνίας στη μορφή της ιδιαίτερης κοινωνικής τάξης είναι το προλεταριάτοʼ. Αλλά η ιδιαίτερη
κοινωνική τάξη είναι το προλεταριάτο όχι ως τάξη μέσα στην αστική κοινωνία, αλλά στο βαθμό που αποτελεί κοινωνία έξω από την υφιστάμενη κοινωνία» .
(11) Βλ. σχ. Holloway, 1985.
(12) Βλ. σχ. Esteva, 2009.
(13) Η εξαγγελία από την τότε κυβέρνηση Παπανδρέου του υποτιθέμενου δημοψηφίσματος (Οκτώβρης 2011) σχετικά με την αποδοχή της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ που ωστόσο δεν έγινε ποτέ και η ψήφος εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση με τον όρο, από τα ίδια τα μέλη της, να παραιτηθεί ο τότε πρωθυπουργός αποτελούν τα πιο πρόσφατα ιλαρά στιγμιότυπα αυτής της αποσύνθεσης.
(14) Βλ. σχ. στον Πρόλογο από τον John Holloway του βιβλίου του Sergio Tischler, 2012.
(15) Ή όπως ανέφερε πρόσφατα στο Σεμινάριο Προβληματισμού και Ανάλυσης «Πλανήτης γη – αντισυστημικά κινήματα» που έλαβε χώρα στο Πανεπιστήμιο της Γης στην Τσιάπας (CIDECI) του Μεξικού (Ιανουάριος 2012), η εκπρόσωπος της Occupy Wall Street, «της μικροαστικής αντίδρασης όσων έχασαν το κομμάτι του γλυκού που μέχρι τώρα απολάμβαναν» .
(16) Βλ. σχ. Tischler, 2011.