Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Από την αποτυχία της κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας στην άμεση δημοκρατία


Του Γιώργου Ν. Οικονόμου*

H νεοελληνική κοινωνία βρίσκεται στα πρόθυρα πλήρους καταρρεύσεως. Έχει καταστεί πλέον εμφανής η αδυναμία του κομματικού πολιτικού συστήματος στο σύνολό του να αποτρέψει την χρεοκοπία. Όχι μόνο διότι αυτό οδήγησε στη σημερινή απελπιστική κατάσταση, αλλά και διότι αυτό οδηγεί σε χειρότερη με την υποδούλωση στο ΔΝΤ και τα «Μνημόνια». Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες επιβάλλεται να βρεθεί ένας διαφορετικός δρόμος. Για να υπάρξει όμως αυτός πρέπει πρωτίστως να κατανοηθεί στην ουσία της η χρεοκοπία και κυρίως τα αίτια που οδήγησαν σε αυτήν, διότι η κατανόηση αυτή αποτελεί μέρος του ορθού δρόμου προς την έξοδο.

Η ελληνική κρίση είναι βεβαίως οικονομική και έχει διεθνή εξάρτηση (ιδίως ευρωπαϊκή) από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και διανομής, από τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών μηχανισμών-τραπεζών και από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Χωρίς να υποτιμούμε τον διεθνή ορίζοντα της ελληνικής κρίσεως και χωρίς να επιμένουμε αποκλειστικώς στις ελληνικές παθογένειες, θα εξετάσουμε εδώ κυρίως τις εσωτερικές αιτίες στις οποίες αυτή οφείλεται, καθώς και τις δυνατότητες που υπάρχουν για πολιτικές δράσεις.

Η πολιτική και κοινωνική παρακμή

Η ελληνική κρίση που έλαβε διαστάσεις χρεοκοπίας, προϋπάρχει της παγκόσμιας. Έχει ξεκινήσει πολύ πριν από το 2008, με πρώτα σημάδια στη δεκαετία του ’80. Το 1985 ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Δ. Χαλικιάς προειδοποίησε τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου πως η χώρα κινδύνευε με στάση πληρωμών και η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να πάρει δάνειο από την τότε ΕΟΚ. Από το 1992 η κατάσταση του χρέους και των ελλειμμάτων εμφανίζεται προβληματική και το ΔΝΤ προειδοποιεί δημοσίως την ελληνική κυβέρνηση. Αυτό επιβεβαιώνεται με την ομολογία του οικονομολόγου και πρώην πρωθυπουργού Α. Παπανδρέου (από τους βασικούς υπεύθυνους της καταστροφής) ότι «αν δεν αφανίσουμε την υπερχρέωση της χώρας θα μας αφανίσει αυτή». Εν συνεχεία, με την εξωπραγματική και παράλογη ανάληψη των Ολυμπιακών αγώνων το 1997 η χώρα εγκλωβίζεται στην αύξηση του δανεισμού και του χρέους. Από το 2001, με την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη και το ευρώ με ψευδή στοιχεία, τα οικονομικά μεγέθη επιδεινώνονται συνεχώς με κορύφωση την περίοδο 2004-2009 της ολέθριας διακυβέρνησης Καραμανλή Β΄. Τον Ιούνιο του 2009, ο αρμόδιος επίτροπος για τις οικονομικές υποθέσεις Χοακίμ Αλμούνια ανακοίνωσε ενώπιον των υπουργών της Ε.Ε., και προειδοποίησε την ελληνική κυβέρνηση, ότι το έλλειμμα της Ελλάδας στο τέλος του έτους θα υπερέβαινε το 10%, άρα η χώρα βάδιζε προς την πτώχευση.

Η απελπιστική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ήταν λοιπόν γνωστή στην ιθύνουσα πολιτική και οικονομική τάξη από τη δεκαετία ‘90. Όμως, το κομματοκρατικό σύστημα όχι μόνο δεν μπόρεσε να χειρισθεί την κρίση, αλλά την επιδείνωσε με τη διαφθορά και τις ασυλλόγιστες δαπάνες για τις συντεχνίες, με τις παροχές για τις ανάγκες του πελατειακού συστήματος, με τους ασύστολους διορισμούς στο δημόσιο, τις υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες, την αδυναμία για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής κ.ά. Η κρίση λοιπόν εκτός από οικονομική, είναι πολιτική και εσωτερική. Την πορεία προς την χρεοκοπία απεργάσθηκαν η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία. Την είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν την επέβαλε η Γερμανία, η Γαλλία ούτε οι ΗΠΑ, αλλά τα δύο μεγάλα κόμματα και η άρχουσα οικονομική τάξη. Είναι γνωστό ότι ο Κ. Καραμανλής Α΄ πίεζε προς όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για να κάμψει αρνήσεις και δυσπιστίες. Επί πλέον, η πολιτική και οικονομική ιθύνουσα τάξη θέλησαν και επεδίωξαν από τη δεκαετία του ’90 την είσοδο στην Ευρωζώνη και στο ευρώ - δεν τους εξεβίασε κανείς Ευρωπαίος. Οι ίδιες επίσης ιθύνουσες τάξεις, χωρίς να τις υποχρεώσει κανείς, επέλεξαν από το 1988 ήδη να αναλάβουν την μεγαλομανή και καταστρεπτική Ολυμπιάδα του 2004. Τις επιλογές αυτές στήριξαν επί τριάντα πέντε έτη τα παντοδύναμα ΜΜΕ, η συντριπτική πλειονότητα των διανοουμένων, πανεπιστημιακών, δημοσιογράφων και το 80–85% των ψηφοφόρων, πράγμα που σημαίνει κοινωνική συναίνεση και καθιστά την κρίση κοινωνική.

Ο κοινοβουλευτισμός είναι ολιγαρχία, όχι δημοκρατία

Η χρεοκοπία έχει επομένως συγκεκριμένους ενόχους, είναι τα δύο κόμματα που άσκησαν την εξουσία επί τριάντα πέντε έτη, είναι οι πρωθυπουργοί, οι υπουργοί, oι βουλευτές και λοιποί κρατικοί αξιωματούχοι που έλαβαν τις αποφάσεις, που θέσπισαν νόμους, που χειρίσθηκαν τα χρήματα των φορολογουμένων, δηλαδή που προέβησαν στη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, στη λεηλασία του δημοσίου χώρου, στη διαπλοκή και τη διαφθορά. Κυρίως είναι οι θεσμοί και η δομή του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος που επέτρεψαν την άφρονα πολιτική. Η δομή του είναι αυστηρώς ολιγαρχική: οι ολίγοι λαμβάνουν τις αποφάσεις, θεσπίζουν τους νόμους, ασκούν την εξουσία προς όφελος δικό τους και των ολίγων ισχυρών επιχειρηματιών, των τραπεζών και των ΜΜΕ. Το κομματοκρατικό σύστημα κακώς αποκαλείται δημοκρατία, είναι μία καθαρότατη ολιγαρχία. Ιδίως εν Ελλάδι έλαβε τη μορφή της οικογενειοκρατίας, της φαυλοκρατίας, της μιντιοκρατίας και της κλεπτοκρατίας.

Η κατάσταση αυτή έγινε δυνατή επειδή η οικονομική ελίτ δεν ελέγχεται από την πολιτική εξουσία και η τελευταία δεν ελέγχεται από κανέναν, ούτε καν από τη δικαστική εξουσία. Οι βουλευτές και οι υπουργοί φρόντισαν, εκτός των άλλων προνομίων τους, να εξασφαλίσουν νομοθετικώς και συνταγματικώς την ατιμωρησία τους για την ανομία, την διαφθορά και την ανικανότητά τους. Δεν υπήρξε άλλωστε ποτέ ουδείς κοινωνικός έλεγχος, η κοινωνία απουσίαζε όλα αυτά τα χρόνια από την πολιτική σκηνή.


Τα αδιέξοδα της Αριστεράς και του οικονομισμού

Στη λογική του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος, του κρατισμού και του λαϊκισμού κινήθηκε και η Αριστερά. Συνετέλεσε με τον τρόπο της στην απαξίωση και λεηλάτηση του δημοσίου χώρου, υποστηρίζοντας όλες τις διεκδικήσεις κάθε συντεχνίας, από τους υπαλλήλους της βουλής και των ΔΕΚΟ μέχρι τα μπλόκα των αγροτών και των φορτηγατζήδων. Αντί για τον πολιτικό και ταξικό αγώνα η Αριστερά έθεσε ως ανομολόγητο στόχο της τον αντικρατικό αγώνα, την ιδιοποίηση δηλαδή του δημοσίου χρήματος από τις προνομιούχες συντεχνίες, μέσω του κομματικού συνδικαλισμού. Υποκατέστησε το κεφάλαιο και την ολιγαρχία με το κράτος, με μία πτυχή του κράτους, το δημόσιο ταμείο. Από την άλλη όμως ευνόησε την κρατική διόγκωση και τον κρατισμό, αφού στοιχεία της αριστερής ιδεολογίας είναι οι κρατικοποιήσεις και οι εθνικοποιήσεις, οι οποίες στη λογική της είναι «σοσιαλιστικές» και «αντικαπιταλιστικές» πρακτικές. Ο διεφθαρμένος, παρασιτικός και αποτυχημένος γραφειοκρατικός καπιταλισμός των πρώην κομμουνιστικών κρατών δεν έχει διδάξει τίποτε στην Αριστερά, η οποία παραμένει δέσμια των αφερέγγυων και παρωχημένων ιδεολογιών του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Από την άλλη, στο επείγον και φλέγον ερώτημα «τι κάνουμε;», η Αριστερά προτείνει για την έξοδο από την παρακμή την κατάργηση του Μνημονίου, τη στάση πληρωμών, την αναδιάρθρωση του χρέους, την έξοδο από την ευρωζώνη ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή ριζικές αλλαγές χωρίς να εξηγεί ποιος θα τις χειρισθεί. Παραμένει δηλαδή δέσμια του οικονομισμού, ο οποίος έχει αποτύχει παντού όπου εφαρμόσθηκε. Οι οικονομίστικες λύσεις αποκομμένες από την πολιτική, από την ενημέρωση και τη συμμετοχή της κοινωνίας οδηγούν στην αποτυχία. Η Αριστερά προβάλλει επίσης ως πανάκεια την προσφυγή στις εκλογές, τη στιγμή που έχει αποδειχθεί ότι αυτές όχι μόνο δεν λύνουν τα προβλήματα, αλλά επιπλέον τα συγκαλύπτουν και τα επιδεινώνουν.

Η αποτυχία του εθνικισμού

Από τα ΜΜΕ και από συντηρητικές, θεολογικές, εθνικιστικές πλευρές γίνονται εκκλήσεις στο πατριωτικό και εθνικό συναίσθημα, προτείνονται κινήσεις και κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» για «απελευθέρωση» από τους ξένους (την Τρόικα, τους Γερμανούς κ.ά). Ο εθνικισμός έχει οδηγήσει τη χώρα σε αδιέξοδα και καταστροφές. Το πρόβλημα δεν είναι εθνικό, αλλά πολιτικό και ταξικό. Δεν πλήττονται όλοι οι Έλληνες από τα μέτρα, παρά μόνο τα κατώτερα και τα μεσαία στρώματα, ενώ τα ανώτερα ευνοούνται σκανδαλωδώς, λ.χ. οι τράπεζες με τις κολοσσιαίες κρατικές ενισχύσεις, η εργοδοσία με την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και η τεράστια εκκλησιαστική περιουσία που, ακόμη μία φορά, δεν φορολογείται. Δεν υπάρχει «κατοχή» της χώρας από ξένες δυνάμεις, όπως διαδίδεται από τις πλευρές αυτές. Η κατοχή οφείλεται στην εγχώρια πολιτική-οικονομική ολιγαρχία. Η αντίθεση δεν είναι ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους, ανάμεσα στις «δυνάμεις του έθνους» και τους ξένους που «μας επιβάλλουν τα μέτρα», αλλά ανάμεσα στην κοινωνία από τη μια και την εγχώρια πολιτική-οικονομική ολιγαρχία από την άλλη. Η σύγκρουση είναι ανάμεσα στα κατώτερα-μεσαία στρώματα από τη μια και την πολιτικο-οικονομική ολιγαρχία από την άλλη.

Επανεφεύρεση της πολιτικής

Κανένα κόμμα, καμία προσωπικότητα, καμία κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή τεχνοκρατών και οικονομολόγων δεν μπορεί να δώσει λύση. Ενώπιον αυτού του αδιεξόδου οι λύσεις δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικές. Εφόσον η χρεοκοπία οφείλεται σε πολιτικούς λόγους, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, η λύση πρέπει να είναι κυρίως πολιτική. Πρέπει η πολιτική να επανέλθει στο προσκήνιο, να αποκτήσει προτεραιότητα. Πολιτική όχι με την έννοια των εκλογών και των κομμάτων - οι εκλογές δεν μπορούν να φέρουν την αλλαγή του πολιτικού συστήματος που χρειάζεται η κοινωνία, αλλά επιβάλλουν την εναλλαγή στην εξουσία των διεφθαρμένων και ανίκανων να λύσουν τα προβλήματα κομμάτων.

Η πολιτική εννοείται εδώ με την ουσιαστική έννοια, την αμφισβήτηση από την ίδια την κοινωνία των χρεοκοπημένων εξουσιών, των εγκαθιδρυμένων θεσμών, κανόνων και σημασιών. Η πολιτική έχει σχέση με τους πολίτες και όχι με τους επαγγελματίες πολιτικούς, παράγεται από την κινητοποίηση των ανθρώπων που θέλουν να γίνουν πολίτες, δηλαδή να μην είναι ψηφοφόροι, ακροατές, οπαδοί και υπήκοοι, αλλά να συμμετέχουν άμεσα στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην απονομή του δικαίου και στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας. Αυτή είναι και η ουσία της (άμεσης) δημοκρατίας: η συμμετοχή των πολλών στην άσκηση της εξουσίας - ουσία που έχει αλλοιωθεί από την αντιπροσώπευση, τα κόμματα και τους «ειδικούς». Εφόσον οι πολιτικές αποφάσεις αφορούν όλη την κοινωνία πρέπει να λαμβάνονται από όλη την κοινωνία. εφόσον οι νόμοι αφορούν όλους πρέπει να θεσπίζονται από όλους. Δηλαδή, οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται από τους πολίτες και όχι από τους πολιτικούς. οι νόμοι να θεσπίζονται από το σύνολο και όχι (απλώς) για το σύνολο. Η δημοκρατική αντίληψη που υποβαστάζει όλα αυτά είναι ότι στα πολιτικά ζητήματα δεν υπάρχουν «ειδικοί» και «επαΐοντες», αλλά όλοι είναι ικανοί και όλοι πρέπει να συμμετέχουν στην εξουσία υπό όλες τις μορφές της. Μόνο η πολιτική με αυτή την έννοια μπορεί να αλλάξει την κατάσταση προς το καλύτερο, προς μία άλλη πορεία προς όφελος των πολλών και όχι των ολίγων.

Αυτοοργάνωση και αυτοπροσδιορισμός

Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται να υπάρξουν πρωτοβουλίες από τα κάτω, συμμετοχή της κοινωνίας και ανεξαρτησία από τις παραδοσιακές μορφές των αποτυχημένων κομματικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών. Η κύρια μορφή και ο βασικός σκοπός των πρωτοβουλιών θα είναι ο αυτοπροδιορισμός από τη βάση και η συλλογική αυτοοργάνωση, που αντιτίθενται και συγκρούονται διαρκώς με τη γραφειοκρατικοποίηση, τους ηγέτες και τα κόμματα. Αυτό δηλαδή που έγινε από τις 25 Μαΐου 2011 στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες πλατείες της χώρας.

Οι συνελεύσεις και οι συζητήσεις στις πλατείες ανέδειξαν μία νέα αντίληψη για την πολιτική, στον αντίποδα της επικρατούσας, και διαμόρφωσαν τα βασικά σημεία της. Οι στόχοι που τέθηκαν εμπράκτως ήταν οι τοπικές και ευρύτερες συνελεύσεις - στις οποίες συζητούνται όλα τα προβλήματα, και εξασφαλίζουν τη γνωριμία και την αλληλεγγύη. επίσης η επαφή και η συνεργασία με άλλες ομάδες και συνελεύσεις. τα τοπικά και ευρύτερα ουσιαστικά δημοψηφίσματα από τα κάτω. Όταν χρειάζεται ορίζονται αιρετές ή κληρωτές επιτροπές, οι οποίες εκφράζουν και εφαρμόζουν τις αποφάσεις της συνέλευσης, είναι υπόλογες στη συνέλευση και ανά πάσα στιγμή ανακλητές από αυτήν. Εφαρμόζεται η κυκλικότητα, η εναλλαγή των ατόμων και η μικρή διάρκεια στη θητεία τους. Οι στόχοι αυτοί αφορούν και στην γενική πολιτική οργάνωση σε εθνικό επίπεδο, και απαιτούν γενναία συνταγματική αλλαγή. Τη στιγμή που, υπό την πίεση της κοινωνικής αντίδρασης και του κινήματος στις πλατείες, το ίδιο το σύστημα προτείνει για τον εξωραϊσμό του μεταρρυθμίσεις, τις οποίες μέχρι σήμερα θεωρούσε αδύνατες, η κοινωνία πρέπει να απαιτήσει τη ριζική και ουσιαστική αλλαγή του συστήματος προς την κατεύθυνση της άμεσης συμμετοχής όλων στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην απονομή του δικαίου και στον έλεγχο της εξουσίας. Είναι ο μόνος τρόπος να αποκτήσουν το πραγματικό τους νόημα έννοιες όπως «ελευθερία», «ισότητα», «δικαιοσύνη», «συμμετοχή», «κοινωνικός έλεγχος», «κοινό συμφέρον». Μόνο έτσι θα γλιτώσει η κοινωνία από τους καταστροφείς της. Εάν η ίδια η κοινωνία δεν μπορεί να σωθεί από μόνη της δεν μπορεί να τη σώσει κανείς.

Η απουσία της κοινωνίας από την πολιτική συνετέλεσε στην παρακμή και στη χρεοκοπία, διότι άφησε ανεξέλεγκτη την εξουσία. Υπήρχε η εντύπωση πως η αποκλειστική ασχολία με τις ιδιωτικές υποθέσεις και το προσωπικό συμφέρον δεν δημιουργούσε προβλήματα. Η πραγματικότητα απέδειξε το αντίθετο. Μπορεί εμείς να μην ασχολούμαστε με την πολιτική εξουσία, αυτή όμως είναι εκεί, ασχολείται με εμάς. Χρειάζεται λοιπόν να εγκαταλείψουμε τον παλιό κομματικό ή αδιάφορο και α-πολιτικό εαυτό μας και να δράσουμε. Χρειάζεται να αφήσουμε πίσω μας τον παλιό ανίκανο και διεφθαρμένο κομματοκρατικό κόσμο, να εγκαταλείψουμε το αποτυχημένο ολιγαρχικό σύστημα. Για να επιτευχθεί η ουσιαστική συμμετοχή, η άμεση δημοκρατία, χρειάζονται επειγόντως νέες αντιλήψεις και ιδέες, νέοι θεσμοί και νόμοι, νέες διαδικασίες και αξίες. «Σε εποχές αλλαγών, όπως η σημερινή, ό, τι δεν είναι νέο είναι ολέθριο».


*Δρ Φιλοσοφίας
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πολίτες, αρ. 34

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Τι κάνουμε στα παιδιά;


 Του Γιάννη Χλιουνάκη*

«Έκατσε η στραβή» και φέτος στις Πανελλήνιες. Πλήθος οι οργισμένες διαμαρτυρίες από αγχωμένους μαθητές και αναστατωμένους γονείς. Σε αδιέξοδο οι βαθμολογητές, αμήχανο το υπουργείο. Μπάχαλο!... Για πολλοστή φορά ο βασιλιάς φανερώνεται γυμνός. Το «αδιάβλητο» σύστημα αποδεικνύεται διάτρητο.

Τα λάθη της ΚΕΕ είναι βέβαια καταφανή. Όμως θα ήταν μέγιστη αφέλεια και εθελοτυφλία ο καταλογισμός σε αυτήν της βασικής ενοχής. Δεν υπάρχουν «σωστά» θέματα για εξετάσεις σαν αυτές στις οποίες σέρνονται τα παιδιά μας. Ασφαλώς, στις όποιες εξετάσεις, είναι ανεπίτρεπτα τα «επιστημονικά λάθη» στα θέματα –πόσο σοβαρά και καθοριστικά ήταν αυτά στη φετεινή Φυσική ομολογώ ότι δεν γνωρίζω. Όμως, θέματα κατάλληλα για να κρίνουν ποιος θα σπουδάσει τι και πού, στο πλαίσιο μάλιστα μιας τρίωρης εξέτασης, είναι σίγουρο ότι δεν μπορούν να υπάρχουν. «Ευκολότερα» είτε «δυσκολότερα» θέματα δίνουν βέβαια τη δυνατότητα για κραυγές και θρήνους περί «σφαγής των υποψηφίων» τη στιγμή που η πραγματική σφαγή των μορφωτικών και επαγγελματικών προοπτικών της νεολαίας συντελείται, χωρίς λάθη, ανελλιπώς.

Όλα τούτα είναι βέβαια κοινοί τόποι για όλους εκείνους που, χωρίς να εθελοτυφλούν, ζουν τον αγώνα και την αγωνία του Σχολείου. Όλοι γνωρίζουμε άριστα τις ολέθριες συνέπειες του συγκεκριμένου εξεταστικού συστήματος. Η τρομακτική οικονομική αιμορραγία των οικογενειών είναι η λιγότερο οδυνηρή από αυτές και η μόνη μετρήσιμη. Πώς να μετρήσεις όμως τη ζημιά από την αποσάθρωση του σχολείου, από την επίμονη και συστηματική προσπάθεια να μετατραπεί το εφηβικό μυαλό σε κουτί σκόρπιων και ασύνδετων «πληροφόριών» με τη συνακόλουθη εξόντωση της κριτικής και συνθετικής σκέψης; Πώς να μετρήσεις τις συνέπειες της βίαιης αποστέρησης από δεκαεξάχρονα –και συχνά μικρότερα- παιδιά αυτού που περισσότερο απ’ όλα έχουν ανάγκη, του ελεύθερου χρόνου; Τέλος, πώς θα υπολογίσεις το ψυχολογικό κόστος, τι σημαίνουν όλα αυτά για το συγκεκριμένο παιδί, για τη Σ, για τη Β, για τον Κ, για τόσα και τόσα παιδιά που βιώνουν τον εφιάλτη μιας «αποτυχίας» που δεν είναι δική τους;
 «Ξέρετε, εμείς ό,τι δίνουμε το μισούμε. Ό,τι δεν δίνουμε το κάνουμε delete». Αυτή η απαράμιλλη σε περιεκτικότητα και λακωνικότητα περιγραφή του συνολικού συστήματος δόθηκε στον γράφοντα από μαθητή –μόνο ένα παιδί θα μπορούσε! Τι άλλο να προσθέσει κανείς;

Όμως –το είπαμε ήδη- όλα τα παραπάνω είναι κοινοτοπίες. Όλοι συμφωνούν, ανώτεροι και κατώτεροι, υπουργοί και «ειδικοί», δάσκαλοι και γονείς
Γιατί λοιπόν μένουμε στα ίδια; Γιατί η συζήτηση, οι προτάσεις, τα «σχέδια» μονίμως ανακυκλώνουν τριτεύουσας (το λιγότερο) σημασίας αλλαγές –τέσσερα ή έξι μαθήματα κ.λπ. Γιατί, πολύ περισσότερο, τα ήδη γνωστά «σχέδια» των απερχόμενων (και των ερχόμενων;) κυβερνητών φέρνουν βαθύτερα μέσα στο σχολείο τον εξεταστικό Μινώταυρο; (πανελλαδικές και στη Β΄ Λυκείου κ. λπ.)

Σίγουρα κάθε απάντηση στο ερώτημα αυτό φέρνει σε πρώτο πλάνο τα ουσιαστικά προτάγματα των κυρίαρχων πολιτικών, τους ομολογημένους και ανομολόγητους μόνιμους στόχους των. Ο γράφων δεν είναι, ελπίζει, αφελής. Έχει ακούσει για το «σχολείο της αγοράς», για τους «δια βίου απασχολήσιμους» εργαζόμενους, για τη νέα σχέση εκπαίδευσης και κατάρτισης. Τούτο το μικρό κείμενο όμως θα τα παρακάμψει –αν είναι δυνατόν- όλα αυτά αυτοπεριοριζόμενο στη «στενή» περιοχή του εξεταστικού , για ορισμένες –νομίζουμε σημαντικές- επισημάνσεις.

Η διαιώνιση ενός τέτοιου παραλογισμού είναι, πέρα από όλα τα άλλα, μια χαρακτηριστικότατη μαρτυρία για το πνεύμα με το οποίο μια ολόκληρη κοινωνία αντιμετωπίζει, για δεκαετίες, τα σοβαρότερα από τα προβλήματά της, «σπρώχνοντας τα κάτω από το χαλί», αναζητώντας τη «βολική» λύση (για ποιους;), βαδίζοντας σταθερά στο δρόμο της επανάπαυσης και του κομφορμισμού. Το σύστημα αυτό «βόλεψε» και εξακολουθεί να «βολεύει» ακόμη σήμερα μ’ όλη την πανθομολογούμενη χρεοκοπία του. Σανίδα επιβίωσης για πάρα πολλούς, μέσο πλουτισμού για αρκετούς άλλους, οι Πανελλήνιες Εξετάσεις έφτασαν να γίνουν το υπέρτατο μέτρο επαγγελματικής καταξίωσης για τους εκπαιδευτικούς, μέσα σε ένα δημόσιο σχολείο που αντιλαμβάνεται ως υπέρτατο στόχο του την αναγνώρισή του ως καλού φροντιστήριου –στόχος, φευ, ανέφικτος.

Όμως το «βαρύ χαρτί» του συγκεκριμένου συστήματος δεν είναι βέβαια οι (παρα)οικονομικές και άλλες λειτουργίες του αλλά η νομιμοποιητική – ιδεολογική αποτελεσματικότητά του. Αναφερόμαστε βέβαια στο περίφημο αδιάβλητο, τόσο βολικό για τους εκάστοτε κυβερνώντες που κρατούν στα χέρια τους μια πραγματικά καυτή πατάτα και βέβαια δε θέλουν να τσουρουφλιστούν. Είναι ακριβώς αυτό το στοιχείο που μετατρέπει μια λάμια σε ιερή αγελάδα, άξια για το μεγαλύτερο σεβασμό ως «το μόνο θεσμό που παραμένει όρθιος στην ελληνική κοινωνία». Η φράση ανήκει –δυστυχώς- σε συνδικαλιστή εκπαιδευτικό και είναι χαρακτηριστική των εμπεδωμένων νοοτροπιών.

Αυτονόητο είναι ότι η εξασφάλιση της γνησιότητας μιας εξεταστικής διαδικασίας είναι σημαντικότατο ζήτημα, είναι μια απαρέγκλιτη σε κάθε περίπτωση υποχρέωση της πολιτείας. Όμως η υπεράσπιση, χάριν της γνησιότητας και μόνο, ενός πανολέθριου συστήματος, το οποίο υποχρεώνει δεκαεπτάχρονα παιδιά σε ένα ανταγωνισμό ζωής και θανάτου, με κλειστό αριθμό επιτυχόντων είναι άλλο ζήτημα. Η απομάκρυνση κάθε εξεταστικής διαδικασίας τέτοιου είδους από την ακτίνα του Λυκείου είναι πρωταρχική προϋπόθεση οποιασδήποτε ανορθωτικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Στο σημερινό ορίζοντα της κατάστασης πραγμάτων θα ήταν βέβαια πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς μια πραγματικά ελεύθερη πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο, με μοναδικό προαπαιτούμενο το απολυτήριο Λυκείου. Αν όμως κάποιες εξετάσεις είναι, ακόμα, απαραίτητες για την πρόσβαση σε ορισμένες πανεπιστημιακές σχολές, τότε σίγουρα οι εξετάσεις αυτές το μόνο για το οποίο θα πρέπει να αποφασίζουν θα είναι αν ο συγκεκριμένος υποψήφιος κατέχει ή όχι τον ελάχιστο εκείνο γνωστικό εξοπλισμό που απαιτούν οι σπουδές στο συγκεκριμένο πεδίο. Αναφερόμαστε δηλαδή σε μια εξεταστική διαδικασία παρόμοια μ’ εκείνη που συναντάμε κατά την απόκτηση των διάφορων τίτλων γλωσσομάθειας. Χωρίς κλειστό αριθμό επιτυχόντων, χωρίς ανταγωνιστικό χαρακτήρα και βέβαια με θέματα σε επαφή με ό,τι πραγματικά διδάσκεται (ή μπορεί να διδαχθεί) σε μια μέση σχολική τάξη. Όλα τα περαιτέρω (δηλαδή ποιος θα σπουδάσει τι και πού) δεν μπορεί να αποφασίζονται στο πλαίσιο του Λυκείου, αλλά σε μια μεταγενέστερη φάση της ζωής και της πνευματικής εξέλιξης του νέου ανθρώπου, οπωσδήποτε μέσα στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια; Η χώρα αγωνιά ακυβέρνητη, στη μέγγενη ανελέητων δανειστών, με περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανέργους, με την απειλή της άτακτης χρεωκοπίας… Τι λέμε τώρα;
Λοιπόν ακριβώς τώρα είναι η καταλληλότερη στιγμή, πιστεύουμε, να τεθεί αυτό το ζήτημα, μαζί με άλλα παρεμφερή θέματα, απείρως σοβαρότερα από το αν θα στέρξει ο …Καμένος να στηρίξει μια …αριστερή κυβέρνηση. Τη στιγμή που τίποτα δε φαίνεται να λειτουργεί, τη στιγμή που όλα παίζονται ας ακούσουμε την οργισμένη κα. Αρβελέρ να μιλά ακριβώς επί του θέματος
«Τι δίνετε στα παιδιά; Τι πράγματα είναι αυτά;»

* Μαθηματικός

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

H ψήφος ανοχής στο Σύριζα, η αριστερά του καπιταλισμού και η αναζήτηση της χαμένης αυτονομίας

Του Αθανάσιου Γεωργιλά

Πριν από οποιαδήποτε εισαγωγή, απαραίτητο είναι να κάνουμε μαζί τις εξής 2 παραδοχές:

α) Όλοι, μέσα στα πλαίσια του ευρύτερου αντιεξουσιαστικού κινήματος, έχουμε γίνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποδέκτες του προβληματισμού της ψήφου στο Σύριζα, εντούτοις όμως όλοι προσπαθούμε να κρατήσουμε το θέμα αυτό εκτός του δημοσίου διαλόγου ή απλώς το «κουκουλώνουμε». Πολλοί ήδη ψηφίσαν και ακόμα περισσότεροι θα ψηφίσουν στις εκλογές της 17ης Ιουνίου και αυτό είναι γεγονός.

β) Η ψήφος καθόλου δεν αποτελεί ζήτημα προσωπικής επιλογής του καθενός ( αντιεξουσιαστή ), αποτελεί κρίση εντός του κινήματος και αδυναμία του για ένα πολιτικό με συνεκτικό και υπεύθυνο τρόπο όραμα και αντίστοιχο πράττειν. Η αποσιώπηση και η έλλειψη κριτικής - για άλλη μια φορά αυτή η ιδιότυπη συντεχνιακή ομερτά - καθόλου δεν βοηθά στο ξεπέρασμα του προβλήματος, του οποίου τα αίτια είναι βαθιά ριζωμένα στο χρόνο, το αντίθετο τα διογκώνει και με τον τρόπο αυτό μετατρέπει το αντιεξουσιαστικό κίνημα όλο και πιο σταθερά, από αυτό που θα όφειλε να είναι, σε ένα κίνημα «lifestyle της άρνησης», σε μία δεξαμενή ψηφοφόρων του Σύριζα.

Μόνο θέμα ιδεολογίας;

Η ουσία του προβλήματος μακάρι να περιοριζόταν στα πλαίσια μιας ιδεολογικής διαμάχης περί καθαρότητας και συνέπειας αξιών. Αν το ζήτημα ήταν αυτού μόνο του περιεχομένου δεν θα έπρεπε να μας απασχολήσει και καθόλου. Πράγματι υπάρχουν περιπτώσεις όπου και στο παρελθόν, και αλλού, αλλά και στο μέλλον θα πρέπει συγκροτημένα και ρητά να συμμετέχουμε ως ψηφοφόροι στην εκλογική διαδικασία, ή και να συνδιαμορφώσουμε ως αντιεξουσιαστές ένα κοινοβουλευτικό πρόγραμμα. Αλλά αυτό μπορεί και πρέπει να γίνει μόνο μέσα στα πλαίσια μίας διαλεκτικής της πάλης του κοινωνικού ανταγωνισμού και μέσα από καθαρούς πολιτικούς στόχους και στρατηγικές και κυρίως θα πρέπει να υπάρχει από πριν ένα επαναστατικό υποκείμενο το οποίο να θέτει τους όρους και τους στόχους του. Με τον τρόπο που γίνεται τώρα, άτακτα και υπάκουα μαζί, στην πράξη δεν κάνει τίποτα άλλο από το να δικαιώνει την επιλογή προσέγγισης του Σύριζα προς το αντιεξουσιαστικό κίνημα. Μία επιλογή η οποία είχε ήδη ξεκινήσει από τον Αλέκο Αλαβάνο και την οποία, παρά τις προσωπικές τους κόντρες, με συνέπεια συνεχίζει και ο Αλέξης Τσίπρας. Ήταν ήδη από το χειμώνα του 2006 και τα πρώτα «φοιτητικά» που ο Σύριζα διεκδίκησε ( χωρίς να ρωτήσει κανένα και χωρίς να τον ορίσει και κανείς ) το ρόλο του εκπροσώπου του κινήματος στο κοινοβούλιο, τα ίδια και με χυδαίο τρόπο έκανε στις πλάτες του κινήματος των κρατουμένων απεργών πείνας τον Νοέμβριο του 2007 και τα ίδια στη συνέχεια προσπαθώντας στο έπακρο να κεφαλαιοποιήσει όλη την νεολαιίστικη εξέγερση του 2008.

Με αυτό στο νου, ( της αυτόκλητης εκπροσώπησης και της εκλογικής ενσωμάτωσης ) έπραξε εν μέσω κρίσης ιδιαίτερα με τα κινήματα πολιτικής ανυπακοής και τα κινήματα «γειτονιών». Αναπάντεχος σύμμαχος του σε αυτό το έργο στάθηκε ο ίδιος ο αντιεξουσιστικός χώρος με τη στάση περιφρόνησης που επέδειξε απέναντι στο σύνολο αυτών των «μικροαστικών κινημάτων». Έτσι αντί οι πλατείες του περσινού καλοκαιριού να σημάνουν την απαρχή μιας επαναστατικής διαδικασίας στην κοινωνία με: ομοσπονδία συνελεύσεων, σύνταγμα συμβατό στην άμεση δημοκρατία, αλλαγή του πολιτειακού, δημιουργία κοινωνικών αντιδομών, κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία1, το όλο γεγονός και έτσι όπως εξελίχθηκε ( εκουσίως και ακουσίως από μέρους του αντιεξουσιαστικού κινήματος ) είχε ως τελικό αποτέλεσμα την εκτόνωση της «αγανάκτησης» του πλήθους σε «ηρωικές» συγκρούσεις και ατελείωτες πορείες κάτι που ηθελημένα και συνειδητά μεθόδευσε ο Σύριζα. Όλος εκείνος ο αυθορμητισμός του καλοκαιριού περισσότερο ως κληρονομιά έχει αφήσει μια μαθησιακή εμπειρία του «τι να μην κάνουμε» άλλη φορά που θα βρεθούμε σε παρόμοιες καταστάσεις παρά ένα κίνημα χειραφέτησης και ανατροπής.

Σύριζα: Η αριστερά του καπιταλισμού.

Ο Σύριζα είναι ένα κόμμα που υπόσχεται πολλά και προσφέρει τίποτα, η μέχρι τώρα πορεία του το καταδεικνύει ως ένα κατά βάση καθαρά σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, με πολιτικό λόγο που στο περιεχόμενο του απηχεί «ένα αριστερό παλαιοκεϋνσιανισμό αναμειγμένο με πολλή σοσιαλδημοκρατία και λενινιστικό κρατισμό»2, και δεν θα μπορούσε ποτέ ως τέτοιο να υφαρπάξει την ψήφο ενός τόσου μεγάλου κομματιού του αντιεξουσιαστικού κινήματος αν πρώτα το ίδιο το κίνημα δεν βρισκόταν σε αδιέξοδο. Το αντιεξουσιαστικό κίνημα βρίσκετε διαρκώς αντιμέτωπο με την απουσία πολιτικής ταυτότητας. Η σκιά των αντιθέσεων της Α΄Διεθνούς το βαραίνει ακόμα, και σε άγνοια του, και εξακολουθεί να βρίσκεται μετέωρο ανάμεσα στην Μπακουνική, την Μαρξιστική και την Προυντονική θεωρία χωρίς όμως να έχει ξεδιαλύνει τα νήματα που οδηγούν πολλές φορές αυτές τις θεωρίες, τόσο κοντά τη μια με την άλλη, αλλά με τα οποία υφαίνονται στην πραγματικότητα τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους δρόμοι και επιλογές.

Στο γενικό μούδιασμα των ημερών όλες οι προσδοκίες για «φυγή από την πραγματικότητα» έχουν εναποτεθεί στο Σύριζα φτάνοντας ακόμα και στο εξωπραγματικό σημείο να τον παραλληλίζουν με το «Παπανδρεικό έπος του 80» όμως χωρίς να λογαριάζουν ότι στην πρόσφατη ιστορία των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων πάντα την θητεία μιας κυβέρνησης ανίκανης να εκπληρώσει τις μικροαστικές υποσχέσεις της ακολούθησαν κυβερνήσεις ακραίες είτε νεοφιλελεύθερες είτε δεξιές. Ποια θα είναι πραγματικά η τύχη μιας «αριστερής» κυβέρνησης έτσι όπως την υπόσχεται ο Σύριζα; Η προσκόλληση του στην Ευρώπη δεν είναι τίποτα άλλο από την εμμονή του στην οικονομία της ανάπτυξης. Η σταθερότητα στο ευρώ, η μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος, η ανάπτυξη της οικονομίας, η εξασφάλιση των θέσεων των δημοσίων υπαλλήλων, η κρατικοποίηση των ΔΕΚΟ, η φορολόγηση με κοινωνική δικαιοσύνη είναι οι ίδιες ακριβώς υποσχέσεις πού έκανε τα προηγούμενα χρόνια και το ΠΑΣΟΚ. Μήπως βιάστηκαν όσοι είδαν στο πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα «μια τάση για αλλαγή προοπτικής και διάθεση ενός νέου προσανατολισμού και ένα «κλίμα» το οποίο απαιτεί συμμετοχή στη σοβαρότητα και στην υπευθυνότητα»3; Πριν βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα από τις εκλογές ας ρίξουμε μια ματιά ποιες και σε ποιο βαθμό πραγματικές διεργασίες γίνονται στην κοινωνία και να μην αγνοήσουμε εδώ ένα θεμελιώδες ζήτημα υψίστης σημασίας το οποίο απασχόλησε έντονα τους επαναστάτες4 που έζησαν όλες εκείνες τις μεγάλες στιγμές αλλά και μεγάλες ήττες του γερμανικού εργατικού επαναστατικού κινήματος το 1918-20: ότι η πορεία του κοινωνικού μετασχηματισμού έχει διαλεκτική σχέση με την πορεία της συνείδησης, είναι ίδια η πορεία της σχέσης επανάστασης/κράτους, η οποία ορίζεται, με την σχέση επανάστασης/συνείδησης.

Αν σήμερα λοιπόν οφείλουμε να αναζητήσουμε μια «τάση» και ένα «κλίμα» αυτό θα πρέπει να γίνει εντός των διεργασιών και των αντιφάσεων του κοινωνικού κινήματος και όχι δια της θέασης των εκλογικών αποτελεσμάτων που τόσο εύκολα σήμερα μπορούν να δώσουν μια «προοδευτική» κυβέρνηση και το ίδιο εύκολα αύριο να δώσουν μια συντηρητική. Αν στην πραγματικότητα που διαμορφώνουν οι εκλογές υπάρχει μια τάση για να καταγραφεί αυτή δεν είναι άλλη από την τάση διεξόδου του καθεστώτος από την κρίση στην οποία έχει περιέλθει. Αυτός είναι, και μόνο ως τέτοιος θα μπορούσε να είναι, και ο ρόλος του Σύριζα: Ως διασώστης του καθεστώτος. Αν για κάποιους είναι ο Σύριζα «αριστερά», και μάλιστα με κεφαλαίο το Α, αυτή τότε δεν άλλη από την Αριστερά του καπιταλισμού και τίποτα περισσότερο. Εκεί που οφείλουμε λοιπόν να συμμετέχουμε κάπου με σοβαρότητα και υπευθυνότητα δεν είναι στο ψευδεπίγραφο δίλημμα «δεξιά ή αριστερά» ( ένα από τα τόσα άλλα διλήμματα), αλλά στη καθημερινή δημιουργία των κοινωνικών δομών άμεσης δημοκρατίας και πολιτικής αυτονομίας - με όρους έξω και αδιάφορα από την «κεντρική πολιτική σκηνή».

Τι δεν είμαστε; Τι να γίνουμε.

Για την ώρα υπάρχει στα σπάργανα ένας κόσμος σε αυτονομία. Τα κοινωνικά κέντρα, οι καταλήψεις, οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, οι συνελεύσεις γειτονιών, οι κολλεκτίβες, οι αστικές καλλιέργειες και οι αγροτικές κοινότητες, οι δομές κοινωνικής οικονομίας, τα δίκτυα συνεργασίας και οι κοινότητες αλληλεγγύης, οι συλλογικότητες που υπερασπίζονται τα κοινά είναι ήδη ένας κόσμος που αν συγκροτηθεί πολιτικά και ξεπεράσει τους σκόπελους της ενσωμάτωσης δεν έχει ανάγκη από καμία «αριστερή» κυβέρνηση για να εδραιωθεί και καμία δεξιά κυβέρνηση να φοβηθεί. Είμαστε εμείς που δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη για να περάσουμε από τις διασκορπισμένες δομές στην ομοσπονδοποιημένη αυτονομία. Ας αναλογιστούμε, χωρίς να αντιγράφουμε, καθώς τα πεδία σύγκρισης είναι πάντα προβληματικά, όσα ανέφερε χαρακτηριστικά ο Γιώργος Λιερός σε μια από τις ομιλίες του4 για τρείς περιπτώσεις από την λατινική Αμερική.

α) Την ιδεολογική καθαρότητα που επέλεξαν οι Ζαπατίστας στο Μεξικό, καθαρότητα η οποία μπορεί να διέσωσε τους ίδιους από οποιαδήποτε ενσωμάτωση στο πολιτικό κατεστημένο αλλά τους απομόνωσε από όλη την υπόλοιπη μεξικάνικη κοινωνία.

β) Το Βολιβιανό παράδειγμα του Εβο Μοράλες, όπου μέσα από τα ίδια του τα σπάργανα το κίνημα ανέδειξε μια ιδιότυπη περίπτωση ινδιάνου Βοναπάρτη.

γ) Το παράδειγμα του MST στην Βραζιλία και στην σχέση «αγάπης & μίσους» με το PT αριστερό κόμμα της Βραζιλίας. To MST μπορεί πράγματι και διαπραγματεύεται την ανοχή του σε μια αριστερή κυβέρνηση αλλά αυτό το κάνει μόνο μετά από δεκαετίες σκληρής δημιουργίας και έχοντας ήδη εγκαθίδρυση την δική του «δυαδική εξουσία» με πολιτική αυτονομία στην παραγωγή, πρόνοια, υγεία και εκπαίδευση.

Ας το πούμε άλλη μια φορά αφού δεν ήταν αρκετό μέχρι τώρα.

Αντί να ελπίζουμε άδικα ότι οι εκλογές θα αλλάξουν την ζωή μας ας την αλλάξουμε εμείς.

Ακόμα μια φορά λοιπόν:

ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ-ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΙΣ ΑΜΕΣΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ

----------------------
1 Γιώργος Κολέμπας: «Τα χαρακτηριστικά της τοπικοποιημένης συλλογικής, κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας» http://topikopoiisi.blogspot.com/p/blog-page_8926.html

2 Κώστας Λάμπος: «Η λαική επανάσταση της 6ης Μάη και το Σοκ του Σύριζα» www.epithesh.blogspot.com

3 Αντιεξουσιαστική Κίνηση: «Δύο τρεις κουβέντες για τις εκλογές» http://www.babylonia.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=7788:dyo-treis-koubentes-gia-tis-ekloges-antieksousiastiki-kinisi&lang=en

4 Karl Korsch: Marxismus und Philosophie/1923 5 Γιώργος Λιερός: Ηχογραφημένη ομιλία στο τριήμερο κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας στο Μικρόπολις 21/4/2012 http://micropolis-socialspace.blogspot.com/2012/05/2.html

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Χρειαζόμαστε νέα συνθήματα: Τι θα γινόταν αν η Ελλάδα έπαιρνε το δρόμο της Αργεντινής;


Του Λεωνίδα Οικονομάκη

Με την Αριστερά έτοιμη να αναλάβει την κυβέρνηση στην Ελλάδα, καλά θα κάνουμε να θυμηθούμε πώς ο Kirchner σκότωσε τους πικετέρος και έσωσε τον καπιταλισμό στην Αργεντινή.

(Πρέπει να το διαβάσετε ακούγοντας το τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα «Τα παιδιά μες στην πλατεία»)


"Θα έρθει μια νύχτα μαγική, όπως ακριβώς συνέβη στην Αργεντινή
Και τότε, ας δούμε ποιος θα μπει στο ελικόπτερο πρώτα! "

Αυτό είναι ένα από τα συνθήματα που οι άνθρωποι στην πλατεία φώναζαν κατά τη διάρκεια του καυτού καλοκαιριού του 2011. Ήταν μια αναφορά στην απόδραση με ελικόπτερο του προέδρου της Αργεντινής Fernardo de la Rua από την Casa Rosada -το Προεδρικό Μέγαρο- το Δεκέμβριο του 2001, εν μέσω αιματηρών διαδηλώσεων και βίαιης καταστολής από την αστυνομία.

Λόγω της ομοιότητας της κοινωνικο-πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα σήμερα και την Αργεντινή το 2001-'02, το εν λόγω σύνθημα εκφράζει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, που απευθύνεται στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της χώρας, το οποίο οι αγανακτισμένοι ονειρεύονται να διώξουν. Με αυτό το άρθρο, θα ήθελα να κάνω μια πρόταση προς την πλατεία: «Ας βρει διαφορετικά συνθήματα!» Γιατί αν κολλήσουμε στο «ελικόπτερο», φοβάμαι ότι πρόκειται να κερδίσουμε μια μάχη, στην καλύτερη περίπτωση, αλλά να χάσουμε τον πόλεμο. Ακριβώς όπως έγινε στην Αργεντινή.

Οι πικετέρος

Οι πρώτοι που εξεγέρθηκαν στην Αργεντινή, ήδη από τη δεκαετία του 1990, ήταν οι λεγόμενοι πικετέρος. Το κίνημα των ανέργων, πολλοί από τους οποίους ήταν θύματα των ιδιωτικοποιήσεων που έκανε ο Μένεμ, οι οποίοι είχαν υιοθετήσει το οδόφραγμα ως τακτική (και αργότερα τον αποκλεισμό σε λεωφόρους, γέφυρες, σούπερ μάρκετ, καθώς και σε κυβερνητικά κτίρια) προκειμένου να αναδείξουν τα κοινωνικά, πολιτικά , και οικονομικά προβλήματα της χώρας.

Ωστόσο, το κίνημα των πικετέρος ποτέ δεν κατάφερε να κινητοποιήσει τις μάζες ή να εξασφαλίσει την υποστήριξη της μεσαίας τάξης στην πρόκλησή τους προς το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της χώρας· τουλάχιστον όχι μέχρι το λεγόμενο corralito: την απαγόρευση αναλήψεων μετρητών πάνω από 250 πέσος την εβδομάδα (1000 ανά μήνα) που επέβαλε η κυβέρνηση του De la Rua και ο υπουργός Οικονομικών Domingo Cavallo.

Μόνο αφότου έπαψαν να έχουν πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους οι μεσαίες τάξεις -οι κυρίες με τις κατσαρόλες και οι συνταξιούχοι που μπορεί να θυμάστε από την τηλεόραση- κατέβηκαν στους δρόμους. Και ήταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή που τα πράγματα πήραν επικίνδυνη τροπή για το σύστημα.




Σε ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου και της ομάδας του, Εξάντας, υπάρχει μια συγκλονιστική σκηνή: εν μέσω διαμαρτυριών ενάντια στο coralito, ανάμεσα σε κραυγές που αναφέρονταν στους κλέφτες στο Κοινοβούλιο (σας θυμίζει κάτι, Έλληνες συμπατριώτες μου;), φαίνεται ένας ηλικιωμένος, πιθανώς συνταξιούχος, ο οποίος κοιτάζει την κάμερα και φωνάζει:

«Τώρα αγωνιζόμαστε; Τώρα που μας πήραν την τσέπη; Καλωσόρισες coralito, είναι μία φάση πέραν της συνειδητότητας. Εάν αυτό είναι ό,τι χρειάζεται για να βγουν οι άνθρωποι στους δρόμους, καλωσόρισες coralito ... τα πρόβατα έχουν επαναστατήσει. Η επανάσταση της φάρμας των ζώων.»

Είχε δίκιο. Και το σύστημα το ήξερε.

- «Que se vayan todos!» φώναζαν στην Αργεντινή.
- «Να φύγουν όλοι!» φώναζαν στις πλατείες στην Ελλάδα.

Και η δυσαρέσκειά τους στόχευε σε παρόμοιες κατευθύνσεις: οι Αργεντινοί διαμαρτύρονταν εναντίον του ΔΝΤ για το χρέος και τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που απαιτούσε, αλλά και εναντίον του πολιτικού κατεστημένου της χώρας που θεωρούνταν διεφθαρμένο. Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, διαμαρτύρονται εναντίον της τρόικα για το χρέος και τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που απαιτεί, καθώς και εναντίον του πολιτικού κατεστημένου της χώρας τους, το οποίο χαρακτηρίζεται από διαφθορά, νεποτισμό, και πελατειακές σχέσεις. Και υπάρχει κάτι ακόμη που έχουν κοινό οι Αργεντινοί και οι Έλληνες: και οι δύο άρχισαν να αμφισβητούν το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο ως τέτοιο: τον καπιταλισμό.

Και αν στην Ελλάδα οι πλατείες έχουν μόλις αρχίσει να μαθαίνουν πώς να «αναπνέουν ελεύθερα», να αυτοοργανώνονται, να αποφασίζουν και να δρουν από κοινού, στην Αργεντινή, τα πράγματα είχαν γίνει πιο επικίνδυνα για το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο.




Οι πικετέρος άρχισαν να συντονίζονται μεταξύ τους, να καταλαμβάνουν χώρους εργασίας και να ιδρύουν συνεταιρισμούς για τη διαχείρισή τους (δείτε το The Take των Naomi Klein και Avi Lewis για μια θαυμάσια εικόνα αυτού του εναλλακτικού συστήματος «σοσιαλισμού της βάσης»), ενώ παράλληλα άρχισαν να πειραματίζονται με οικονομικά συστήματα που βασίζονται στον αντιπραγματισμό, ή άμεση ανταλλαγή.

Οι πικετέρος, επίσης, άρχισαν να λειτουργούν κοινόχρηστες κουζίνες, πήγαν στις συνελεύσεις γειτονιάς, και δρομολόγησαν συνεργατικές προσπάθειες για τη λειτουργία φούρνων, συνεργείων κατασκευών, και βιβλιοθηκών. Σύμφωνα με τον Benjamin Dangl, στο Dancing with Dynamite, η διαδικασία αυτή γέννησε περισσότερα από 200 διευθυνόμενα από εργαζόμενους εργοστάσια και επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα, με περισσότερους από 15.000 εργαζόμενους σε αυτούς τους συνεταιρισμούς, σε διάφορους τομείς. Όλα αυτά έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του ενός χρόνου της μεταβατικής κυβέρνησης του Eduardo Duhalde.

Και τότε ήρθε ο Kirchner...

Το καλοκαίρι του 2002, ο Eduardo Duhaldo παραιτήθηκε μετά την επιστροφή του Nestor Kirchner, ως δημοφιλής διάδοχός του. Ανακοινώθηκαν εκλογές, και οι κύριοι ανταγωνιστές ήταν ο Carlos Menem, ο άνθρωπος που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον αντιπροσώπευε την κρίση της Αργεντινής, και ο Nestor Kirchner, πρώην κυβερνήτης της επαρχίας Santa Cruz - η μόνη επιλογή για την Αριστερά.

Ο Menem κέρδισε τον πρώτο γύρο, αλλά, βλέποντας ότι θα ήταν σχεδόν αδύνατο να νικήσει τον Kirchner στον δεύτερο γύρο, αποχώρησε. Και έτσι, ο Nestor Kirchner εξελέγη πρόεδρος της Αργεντινής, με το μικρότερο ποσοστό που πήρε ποτέ εκλεγμένος πρόεδρος: απλώς 22% των ψήφων.

Μετά την εκλογή του, ο Kirchner αρνήθηκε να εφαρμόσει τους όρους του ΔΝΤ, οι οποίοι περιλάμβαναν περαιτέρω περικοπές των κοινωνικών δαπανών και συρρίκνωση του ρόλου του κράτους στην οικονομία, ενώ παράλληλα ανακοίνωσε ότι θα καταβάλει στους ιδιώτες πιστωτές της χώρας 30 σεντ για κάθε δολάριο που τους όφειλε, χρησιμοποιώντας την αποτελεσματική απειλή της ολικής αθέτησης πληρωμής του χρέους. Φυσικά, εξόφλησε το ΔΝΤ στο ακέραιο, αλλά αρνήθηκε να συνεχίσει να λαμβάνει δάνεια (και εντολές) από αυτό.

Επιπλέον, ο Kirchner εισήγαγε πολιτικές που αύξησαν τον κατώτατο μισθό, προστάτευσαν τα δικαιώματα των εργαζομένων και των συνδικάτων, και επέκτειναν τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης σε περισσότερους ανέργους και εργαζόμενους στον άτυπο τομέα της οικονομίας. Αύξησε τις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση και τη στέγαση, και έθεσε όρια στις τιμές των πρώην κρατικών επιχειρήσεων που ιδιωτικοποιήθηκαν από τον Menem. Επιπλέον, η κυβέρνηση Kirchner έλαβε σταθερή θέση όσον αφορά τη δίωξη των εγκληματιών που ενέχονταν στη δικτατορία 1976-83.

Και φυσικά, ο Kirchner δεν έκρυψε τις προθέσεις του, που ήταν να σώσει το κράτος της Αργεντινής από την κατάρρευση και να ανοικοδομήσει το καπιταλιστικό σύστημα στη χώρα, αντιστρέφοντας τα ακραία νεοφιλελεύθερα μέτρα που είχαν πάρει οι προηγούμενες κυβερνήσεις και αντικαθιστώντας τα με έναν πιο ανθρωπιστικό ή κοινωνικό δημοκρατικό προσανατολισμό.

Τα μέτρα του Kirchner έφεραν τη μεσαία τάξη από τους δρόμους πίσω στο σπίτι - στην ομαλότητα που ζητούσε. Παράλληλα, ενώ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί (και δεν πρέπει να υποτιμηθεί) ότι αυτό σίγουρα βοήθησε τη μεσαία και τις χαμηλότερες οικονομικές τάξεις να σταθούν ξανά στα πόδια τους, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα μέτρα Kirchner έπαιξαν σαφώς αποφασιστικό ρόλο στην αποσυσπείρωση των κάποτε ισχυρών κοινωνικών κινημάτων της χώρας.

Μερικοί ηγέτες των πικετέρος συνεργάστηκαν και τους δόθηκαν κυβερνητικές θέσεις, ενώ ορισμένες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών έλαβαν κρατικές επιδοτήσεις. Όσοι επέμειναν στην αντίστασή τους αντιμετωπίστηκαν με αστυνομική καταστολή, απομόνωση, και αποκλεισμό από τη δημόσια σφαίρα.

Τα υπόλοιπα ήταν ζήτημα χρόνου. Σύντομα, τα ριζοσπαστικά πειράματα στην άμεση δημοκρατία και τη ζωή πέρα από τον καπιταλισμό έχασαν την ορμή τους, δίνοντας τη θέση τους στον «καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» του Kirchner (ο οποίος, δεν έχει σημασία πώς καλύπτεται, παραμένει καπιταλισμός, αν και ελαφρώς πιο ρυθμιζόμενος από το κράτος). «Με άλλα λόγια», όπως συνοψίζει ο Benjamin Dangl, «ο Kirchner μοίραζε ψίχουλα, όταν αυτό που πολλοί απαίτησαν ήταν επανάσταση.»

Ποιο δρόμο για την Ελλάδα, σύντροφοι;

Κατά κάποιον τρόπο, οι προκλήσεις που αντιμετώπισαν οι πικετέρος δεν ήταν κάτι καινούργιο. Σε όλη την ιστορία, τα κοινωνικά κινήματα σε όλο τον κόσμο έχουν έρθει αντιμέτωπα με ένα αιώνιο και προφανώς δυσεπίλυτο δίλημμα: πώς να επιφέρουν διαρκή κοινωνική αλλαγή; Ενώ μερικοί έχουν επιλέξει έναν επαναστατικό δρόμο για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας, άλλοι επέλεξαν τον εκλογικό δρόμο προς την ανάληψη της κρατικής εξουσίας. Άλλοι εξακολουθούν να επιλέγουν να αγνοούν εντελώς το κράτος και να οικοδομούν εναλλακτικούς θεσμούς άμεσης δημοκρατίας και αυτόνομης αυτοδιαχείρισης από τη βάση.

Μπροστά στις ελληνικές εκλογές, και ενάντια στο σκηνικό του ευρύτατα διαδεδομένου ενθουσιασμού σε όλη την Ευρώπη σχετικά με την αναμενόμενη εκλογική νίκη της «ριζοσπαστικής» Αριστεράς, ίσως θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω και να προσπαθήσουμε να θυμηθούμε τι συνέβη σε άλλα μέρη του κόσμου όταν η Αριστερά απαντά στο αιώνια δίλημμα που αντιμετωπίζουν τα κοινωνικά κινήματα με την καθοριστική επιλογή της «κοινοβουλευτικής πορείας» προς την κρατική εξουσία.

Ίσως τότε θα είμαστε σε θέση να απαντήσουμε στην ερώτηση των James Petras και Henry Veltmeyer: «Γιατί τα κοινωνικά κινήματα χάνουν πάντα από την εκλογική θεσμική πολιτική άπαξ και η κεντροαριστερά αναλαμβάνει τη διοίκηση;» Και ίσως τότε, επιτέλους, συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να βρούμε νέα συνθήματα για να διαφυλάξουμε τις ελληνικές πλατείες από το να πέσουν θύμα στην ίδια μοίρα με αυτή που έπληξε τους πικετέρος της Αργεντινής.

Υ.Γ. 1: «... αν καταφέρουμε να γίνουμε ισχυροί, με την οικοδόμηση ενός κόμματος, ή παίρνοντας τα όπλα, ή κερδίζοντας στις εκλογές, τότε δεν θα είμαστε διαφορετικοί από όλες τους άλλους ισχυρούς στην ιστορία.» (John Holloway, Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία).

Υ.Γ. 2: Το ροζ κύμα φθάνει στις ακτές της Ευρώπης;

Μετάφραση: Κ.Χ.

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Ένας χρόνος μετά το "καλοκαίρι της πλατείας" - Η Άμεση Δημοκρατία ως κοινωνικό κίνημα


Του Αργύρη Αργυριάδη

Ατομικό - Διατομικό ή Διομαδικό; Τοπικό - «Εθνικό» ή Κοινωνικό;

Σύμφωνα με την παραδοσιακή θεώρηση κίνημα είναι η δραστηριότητα μιας ορισμένης κοινωνικής ομάδας που διέπεται από κάποια οργάνωση και επιδιώκει ορισμένους στόχους εναντίον ορισμένης κατάστασης, εναντίον θεσμών, εναντίον συνολικά μιας κατεστημένης τάξης και υπέρ κάποιων εναλλακτικών προοπτικών. Υπάρχει πληθώρα κινημάτων (π.χ. εργατικό, φοιτητικό, γυναικείο, αγροτικό, επαναστατικό, κ.λπ.) με αντίστοιχη ιδεολογική και θεωρητική υποστήριξη. Η αποτελεσματική όμως συμβολή ενός κινήματος στην αναδιαμόρφωση του υφιστάμενου συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων είναι συνάρτηση: α) του τρόπου και του περιεχομένου της δράσης του, β) του βαθμού της θεωρητικής θεμελίωσης των στρατηγικών και τακτικών στόχων του, γ) των κοινωνικών αναγκών που εκφράζει, δ) της σύνθεσης, της μαζικότητας και της οργανωτικής συγκρότησης του, ε) της εσωτερικής και εξωτερικής κοινωνικής συγκυρίας.

Στο έργο του «Η ιστορία του κοινωνικού κινήματος στη Γαλλία», ο Στάιν παραβάλει την έννοια του κινήματος σε διαλεκτική αντιπαράθεση προς την έννοια του κράτους. Το κράτος είναι το στατικό και νομικό στοιχείο, ενώ το κίνημα είναι η έκφραση των δυναμικών τάσεων της κοινωνίας. Έτσι, το κίνημα είναι πάντα κοινωνικό και σε ανταγωνισμό με το κράτος, εκφράζει τη δυναμική προτεραιότητα της κοινωνίας επί των δικαστικών και κρατικών θεσμών.

Τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα αποτελούν μορφές συλλογικής δικτυακής δράσης που διαμέσου της σύγκρουσης προσδοκούν στην αλλαγή μιας κυρίαρχης πραγματικότητας, μέσω μιας συλλογικής ταυτότητας ή νοήματος που τους δίνει το έναυσμα να κινητοποιηθούν.

Ας δούμε όμως επιγραμματικά και τις προϋποθέσεις που θέτει ο Touraine για την ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων: (α) ο αγώνας να γίνεται στο όνομα ενός πληθυσμού, (β) αυτός ο αγώνας πρέπει να είναι οργανωμένος, (γ) το κίνημα οφείλει να εντοπίσει τον αντίπαλό του και (δ) ο αγώνας να μην διεκδικεί τα αιτήματά του μόνο για τους δρώντες του κινήματος, αλλά για ένα ευρύτερο σύνολο.

Μ’ αυτήν την έννοια, η άμεση δημοκρατία ως αντισυστημικό κίνημα διαφέρει ριζικά από ένα ρεφορμιστικό κίνημα απλής αγανάκτησης εφόσον το πρώτο στοχεύει στην αντικατάσταση των βασικών κοινωνικο-οικονομικών θεσμών και των συνεπαγομένων αξιών με νέους θεσμούς και αξίες, ενώ το δεύτερο στοχεύει απλώς στην αλλαγή των κυρίαρχων θεσμών («πχ, καλύτερη ρύθμιση της οικονομίας, της αγοράς κ.τ.λ.).

Η παραπάνω διάκριση ανάμεσα σε ρεφορμιστικά και αντισυστημικά κινήματα διαφέρει επίσης από τη συνηθισμένη διάκριση μεταξύ ρεφορμιστικών και επαναστατικών κινημάτων, σύμφωνα με την οποία τα πρώτα στοχεύουν στην αργή, σταδιακή αλλαγή και τα δεύτερα σε μια γρήγορη, απότομη αλλαγή, στην κοινωνικότητα (εύρος) της συλλογικής δράσης σε σχέση με το άτομο.

H αναλυτική διαφορά της συλλογικής έναντι της ατομικής δράσης χαρακτηρίζει τις νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες ο ιδιωτικός χώρος, ως χώρος του αγοραίου ατόμου και των δικαιωμάτων του, διαχωρίζεται από τον δημόσιο ή συλλογικό χώρο. Ανάλογα θεμελιώνεται η διάκριση του ατομικού συμφέροντος από το κοινό αγαθό ή συμφέρον.

Αλλά το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που πριμοδοτεί στην εξέλιξή του το ατομικό, το αγοραίο και το εγωϊστικό αποτελεί, κατ’ αντιπαράθεση, το έδαφος της ανάπτυξης του συλλογικού, του αντιαγοραίου, του αλληλέγγυου, πρόκειται δηλαδή για μια συστημική αμφισημία. Η ίδια η κοινωνία των αστών που διαλύει τις προγενέστερες μορφές κοινοτισμού και αλληλεγγύης δημιουργεί τις προϋποθέσεις νέων συλλογικών δεσμών και συλλογικών κοινωνικών συγκροτήσεων.

Η οπτική του ατομικού συμφέροντος σε αντιπαράθεση με την οπτική της κοινωνικότητας είναι μια θεμελιακή προσέγγιση, η οποία δεν θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί στις συγκεκριμένες αναγνώσεις των σημερινών κοινωνικών κινημάτων. Για παράδειγμα, ορισμένες φορές, χαμηλά εισοδηματικά λαϊκά στρώματα κινητοποιούνται για θέματα που αφορούν τα άμεσα ατομικά τους ενδιαφέροντα σε ένα πολύ περιορισμένο χωρικά έδαφος, ενώ δεν επιδεικνύουν την ίδια ευαισθησία όταν ανάλογα προβλήματα τίθενται αλλού ή όταν τίθενται με τη μορφή γενικών (πολιτικών) αιτημάτων.

Επίσης, ενίοτε η συλλογικότητα διαρκεί όσο ο χρόνος προβολής του αιτήματος (βλέπε σύνταγμα – μεσοπρόθεσμο, κλπ) και στη συνέχεια οι συμμετέχοντες ακολουθούν τις προηγούμενες ατομιστικές τους στάσεις. Βεβαίως, η εμπειρία αυτή δεν αναιρεί την ανάγκη κατανόησης και ερμηνείας των γενικών κατευθύνσεων που ορίζουν κοινωνικά και πολιτικά ένα κοινωνικό κίνημα και οι οποίες δεν ταυτίζονται πάντα και απολύτως με τους μηχανισμούς κινητοποίησης όλων των φορέων και των ατόμων που το απαρτίζουν.

Άλλωστε το πρόβλημα με τις θεωρίες του ατομισμού, όπως π.χ. με τη θεωρία του Hobbes, δεν είναι ότι αντιμετωπίζουν υπαρκτά κοινωνικά φαινόμενα, αλλά ότι ερμηνεύουν το σύνολο των ατομικών κινήτρων και επιδιώξεων και το σύνολο των κοινωνικών δράσεων στη βάση της αγοραίας νομιμότητας και των αγοραίων αρχών της κοινωνικής συγκρότησης (πχ καταμερισμός εργασίας – μηχανική αλληλεγγύη, δικαίωμα στην βία και στην αντίσταση κλπ). Σε κάθε περίπτωση στα αστικά κινήματα, η παράδοση της κοινωνικής αδελφοσύνης ενέχεται σε ταξικούς ή/και σε ιδεολογικούς (πολιτιστικούς) δεσμούς στη βάση των οποίων συγκροτείται μια σύγχρονου τύπου “κοινωνική αδελφοσύνη”.

Η θεωρία του Hobbes (17ος αι.) έχει ως αφετηρία το εγωϊστικό a priori και η συλλογικότητα γίνεται αντιληπτή ως “μέσον” από τη σκοπιά της χρησιμότητάς της στην ικανοποίηση των επιθυμιών και συμφερόντων των ατόμων, καθώς και ως μέσον αύξησης της δύναμης αυτών που συμμετέχουν. Ο Hobbes αρνείται τον πρωταρχικό ρόλο της κοινωνικότητας, λέγοντας ότι “δεν επιζητούμε εκ φύσεως την κοινωνία ως αυτοσκοπό, αλλά γιατί μπορούμε να αποκομίσουμε κάποιο αξίωμα ή κέρδος από αυτήν”.

Μπορούμε συνεπώς, στην περίπτωση του Hobbes, να μιλήσουμε για τη θεμελίωση μιας ατομιστικής χρησιμοθηρικής παράδοσης, στο πλαίσιο της οποίας η συλλογική δράση προσεγγίζεται και αιτιολογείται με βάση το κριτήριο της χρησιμότητάς της στην προώθηση της σκοποθεσίας των ατομικών ορθολογικών δρώντων.

Η ύπαρξη όμως στον άνθρωπο μιας θέλησης για κοινή ζωή, που απορρέει από μια τάση προς την κοινωνικότητα, είναι η αφετηρία κατανόησης του πώς δημιουργείται η συλλογικότητα ή η ομάδα. Η επιθυμία του “κοινού ζην” αποτελεί κατά τον Durkheim αξίωμα του ανθρώπου, πόσο μάλλον της άμεσης δημοκρατίας ως κίνημα.

Ο Nτυρκέμ προσεγγίζει τη σχέση των αναγκών και των επιθυμιών των ανθρώπων με τη συλλογική δράση, όχι εργαλειακά, όπως γίνεται στην παράδοση του ατομιστικού ορθολογισμού. Ούτε ως μια σχέση που προσδιορίζεται από τη θέση των ατόμων στο σύστημα παραγωγής ή την κοινωνική δομή, όπως γίνεται στο μαρξισμό. Η σχέση του ατόμου, της προσωπικότητάς του, των αναγκών και επιθυμιών και της ταυτότητάς του με την ομάδα και τη συλλογικότητα δεν είναι εργαλειακή, αλλά συστατική – οργανική. Δεν είναι δυνατόν, να φανταστούμε έναν άνθρωπο που έχει διαμορφώσει τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα συμφέροντά του έξω από τη συλλογικότητα και που απλώς χρησιμοποιεί τη συλλογική δράση ως μέσον για την ικανοποίησή τους.

Η συλλογική δράση συνεπώς, δεν είναι απλώς ένα μέσον για την ικανοποίηση επιθυμιών και αναγκών, αλλά το πεδίο στο οποίο αυτές διαμορφώνονται, διαμεσολαβούνται και ελέγχονται. Αυτό γίνεται, πρώτα απ’όλα, μέσα από τα σημεία, τα σύμβολα και τις κοινωνικές αναπαραστάσεις, που είναι συλλογικά δημιουργήματα, ανήκουν δηλαδή στην ομάδα. Το διακίβευμα που ανέκαθεν προβλημάτιζε το ελευθεριακό χώρο είναι πως θα γίνει η μετάβαση από το άτομο - στην συλλογικότητα με προορισμό την κοινωνικοποίηση του ατόμου χωρίς την εξατομίκευση της ομάδας.

Ας μη ξεχνάμε πως η κοινωνία, ως συντηρητικός μηχανισμός, δεν έχει ανάγκη το κίνημα, αντιθέτως το κίνημα έχει ανάγκη την κοινωνία, δηλαδή το πλήθος των ανυποψίαστων για να αυτοπραγματωθεί, να ικανοποιήσει τον ορισμό του. Η αμεσοδημοκρατική σκέψη δεν βρίσκεται προγεγραμμένη σε κανένα γονίδιο, αλλά αντίθετα έχουν καταγραφεί πολλά πολιτικά γονίδια που στη πράξη έχουν καταδείξει ότι αν και στην αρχή δεν κατείχαν την όποια ανατρεπτική σκέψη και την συνακόλουθη διάθεση της εκ βάθρων αλλαγής στην συνέχεια αποκτούν αυτά τα χαρακτηριστικά ριζοσπαστικοποιούμενοι.

Εν κατακλείδι, η άμεση δημοκρατία συνεπώς δεν είναι η εφεύρεση ενός νέου δόγματος ή πρωτοπορίας αλλά η επιστροφή στο κοινωνικό που δεν είναι άλλο από το διατομικό στο διομαδικό χαρακτηριστικό (δηλαδή, από την ομογενοποίηση της ταυτότητας, στην πολυμορφία του διαφορετικού, αλλά με κοινό νόημα). Άλλωστε η Άμεση Δημοκρατία ως κοινωνικό κίνημα θα πρέπει να μπορέσει να ζητήσει από την κοινωνία να αλλάξει τον κόσμο, όχι απλά χωρίς να καταλάβει την εξουσία αλλά να την καταστρέψει ή τουλάχιστον να την καταργήσει στην πράξη αποδομώντας την.


Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Αναπαραγωγή: Πέρα από την εργοστασιακή έρημο


Του Neil Gray*

Ζητήματα χώρου. Όπως ο Henri Lefebvre παρατήρησε κάποτε, έχουμε περάσει από την παραγωγή πραγμάτων στο χώρο, στην παραγωγή του ίδιου του χώρου. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '60, ο Lefebvre υποστήριξε ότι η αστικοποίηση υποκαθιστούσε τη βιομηχανοποίηση στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, και ότι η χωρική παραγωγή ήταν το προνομιακό πεδίο της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Έτσι, υποστήριξε: «...υπάρχει μια πολιτική του χώρου, γιατί ο χώρος είναι πολιτικός». Το θεμελιώδες ερώτημα που έθεσε ο Lefebvre στο βιβλίο «Η επιβίωση του καπιταλισμού» (1973) εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα: πώς ο καπιταλισμός επιβιώνει και συνεχίζει να παράγει νέους καπιταλιστικούς χώρους; Η απάντησή του: «...ο καπιταλισμός ήταν σε θέση να αμβλύνει (αν όχι να επιλύει) τις εσωτερικές αντιφάσεις του για έναν αιώνα, και ως εκ τούτου, για εκατό χρόνια από τη συγγραφή του ''Κεφαλαίου'', κατόρθωσε να επιτυγχάνει ''ανάπτυξη''. Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε με ποιο τίμημα, αλλά ξέρουμε με ποια μέσα: καταλαμβάνοντας χώρο, παράγοντας χώρο».

Πίσω από την «κριτική της καθημερινής ζωής» του Lefebvre είναι μια κριτική στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων εντός του καπιταλισμού και μια έντονη αντικαπιταλιστική απόρριψη της επιβολής των σχέσεων της αγοράς στον καθημερινό χώρο και στις αναπαραγωγικές σχέσεις. Δεν πρόκειται για ανορθολογικό φόβο «επένδυσης» σε αστικά περιβάλλοντα, αλλά για την κατανόησή της ως μια μορφή ιδιωτικοποίησης και περίφραξης που μειώνει την κοινωνική στέγαση και τον κοινωνικό χώρο, μέσω «μικτής ανάπτυξης»· αυξάνει τα ενοίκια και τις τιμές των κατοικιών· εκτοπίζει τους κατοίκους της εργατικής τάξης και θεσπίζει νέες μορφές αδιαφανούς δημόσιας-ιδιωτικής διακυβέρνησης. Η «ανάπλαση» είναι απλώς «ζαχαρωμένος» εξευγενισμός. Η παραγωγή του αστικού χώρου βασίζεται κυρίως στην ενοικίαση-απόσπαση, που σημαίνει ότι οποιεσδήποτε «βελτιώσεις» εύκολα αντισταθμίζονται από τον εξουθενωτικό μηχανισμό του ενοικίου (και της απόρροιάς του: του χρέους). Ο φαινομενικά αλλόκοτος, σχεδόν τυχαίος, εξευγενισμός των γειτονιών που η Ruth Glass περιέγραψε (εσφαλμένα) στα μέσα της δεκαετίας του '60, είναι πλέον ρητή παγκόσμια αστική στρατηγική· κεντρική κινητήρια δύναμη της αστικής οικονομικής επέκτασης. Μια βιαστική ματιά σε οποιοδήποτε αστικό κέντρο στη Βρετανία αποκαλύπτει την αισθητική φτώχεια και την ενσωματωμένη ανισότητα αυτού του «οράματος» - και το τίμημα του χρέους που πληρώνουμε γι 'αυτό.

Η ανταλλακτική αξία εκτοπίζει την αξία χρήσης στη νεοφιλελεύθερη πόλη (πόσο μάλλον τη μη ανταλλακτική "αξία" της αχρηστίας). Αν αυτό ήταν αλήθεια στον καιρό του Lefebvre, είναι περισσότερο από ποτέ εμφανής ως υλική πραγματικότητα που απαιτεί μια οργανωμένη αντίδραση σε όλη την ευρεία έκταση της αναπαραγωγής (όλων των διαδικασιών που απαιτούνται για την αναπαραγωγή μας ως ανθρώπινα όντα, περιλαμβανομένων υπηρεσιών όπως η στέγαση, η εκπαίδευση κ.λπ.). Ωστόσο, οι αγώνες στο πεδίο της αναπαραγωγής θεωρούνται ακόμη, σε μεγάλο βαθμό, ως δευτερεύοντες σε σχέση με τους αγώνες στο χώρο εργασίας, και η «πολιτική του χώρου» μένει ακόμη να ληφθεί σοβαρά υπόψη.

Η ενοικίαση τα καταβροχθίζει όλα

Ο David Harvey έχει δείξει πως τα μεγάλης κλίμακας έργα αστικών υποδομών (π.χ., το Παρίσι της περιόδου Haussman, η σχεδιασμένη από τον Robert Moses μεταπολεμική προαστιοποίηση στις ΗΠΑ, η σύγχρονη Κίνα) παρέχουν μια ισχυρή «χωρική αποτύπωση» για τη βύθιση του πλεονάσματος κέρδους του κεφαλαίου, ιδιαίτερα σε περιόδους υπερσυσσώρευσης και ύφεσης. Για τον Harvey, η «μοναδική αρχή» πίσω από την αστική παραγωγή είναι το τεράστιο κέρδος των γαιοκτημόνων από τις αυξήσεις των τιμών της γης και την αύξηση των ενοικίων. Ο Harvey υποστηρίζει ότι η δύναμη των ιδιοκτητών της γης και των φυσικών πόρων έχει υποτιμηθεί πολύ ως λύση στο «πρόβλημα» του πλεονάσματος κεφαλαίου, και η ενοικίαση πρέπει να έρθει στο προσκήνιο της ανάλυσης αντί να αντιμετωπίζεται ως μια παράγωγη κατηγορία.

Το έργο του Michael Hudson για την «εισοδηματική οικονομία» κάνει ακριβώς αυτό. Ο Hudson δίνει έμφαση στην οικονομική πρόσοδο: «το κέρδος που αντλεί κάποιος απλώς από την ιδιοκτησία σε κάτι». Πρόκειται για μια «υπεραξία» που «κερδίζει στον ύπνο του». Η οικονομική πρόσοδος μπορεί να λάβει τη μορφή τελών αδειοδότησης, τόκων από αποταμιεύσεις, μερισμάτων από μετοχές, ή κεφαλαιακών κερδών από την πώληση ακινήτων ή γαιών, αλλά κατά κύριο λόγο προέρχεται από τη στέγαση και την ιδιοκτησία. Η χρηματιστηριακή αγορά, υποστηρίζει, είναι σε μεγάλο βαθμό κερδοσκοπική δραστηριότητα, καθώς οι εταιρείες κάνουν επιδρομή για τη γη ή άλλα περιουσιακά εισοδήματα. Όπως υπογραμμίζει ο Hudson: «η ακίνητη περιουσία παραμένει το μεγαλύτερο περιουσιακό στοιχείο της οικονομίας, και περαιτέρω ανάλυση καθιστά σαφές ότι η γη λογαριάζεται στο μεγαλύτερο μέρος των κερδών στην αποτίμηση της ακίνητης περιουσίας».

Τα εισοδήματα από ενοικίαση είναι ένα μη παραγωγικό «δωρεάν γεύμα» που έχει κλαπεί από την οικονομία στο σύνολό της, αναγκάζοντας ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό των μισθών να δαπανάται για ενοικίαση στέγης και βασική κοινωνική διαβίωση, και στερώντας τα κοινωνικά παραγωγικά μέσα: «Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εσόδων δεν έχουν δαπανηθεί για την επέκταση των μέσων παραγωγής ή την αύξηση του βιοτικού επιπέδου. Είναι ήδη επανεπενδυμένα στην αγορά ακινήτων και χρηματοοικονομικών εγγυήσεων - νομικά δικαιώματα και αξιώσεις πληρωμής που προέρχονται από την οικονομία στο σύνολό της». Εδώ βρίσκεται η συμβίωση χρηματικής οικονομίας, ιδιοκτησίας και μονοπωλίου. Η φούσκα των ακινήτων, και η χρηματοπιστωτική κρίση στην οποία καταβυθίζεται, είναι σε μεγάλο βαθμό ένα οικονομικό φαινόμενο που γεννήθηκε από αυτή τη μορφή κοινωνικής επιδρομής.

Όπως δείχνει πειστικά ο Hudson, το πλέγμα χρηματιστικοποίησης/αστικοποίησης έχει οδηγήσει αναπόφευκτα προς «το νέο δρόμο προς τη δουλοπαροικία». Όμως, η έκκλησή του για μια «καλή» (Φορντική-Κεϋνσιανή) παραγωγή συγκαλύπτει το γεγονός ότι συνολικά η παραγωγή υπό τις καπιταλιστικές σχέσεις είναι σύμφυτη με την εκμετάλλευση. Αντίθετα, η σύλληψη του Lefebvre για την εδαφική «αυτοδιαχείριση» (γενικευμένη αυτοδιεύθυνση) προτείνει μια ευρεία και συνεχή επίθεση κατά των καπιταλιστικών σχέσεων: «ανατρέποντας κυρίαρχους χώρους, τοποθετώντας την οικειοποίηση πάνω από την κατοχή, την αξίωση πάνω από τη διαταγή, και τη χρήση πάνω από την ανταλλαγή». Αλλά υπάρχουν λίγα εμπειρικά ίχνη της μορφής και του περιεχομένου της εδαφικής αυτοδιαχείρισης - θα πρέπει να στραφούμε προς την Ιταλία κατά τη δεκαετία του '70 για να δούμε το αστικό πεδίο να έρχεται στο προσκήνιο ως σαφής αρένα της πολιτικής οργάνωσης.

Νέα κοινωνικά ζητήματα

Ενώ ο αυτόνομος και μετα-αυτόνομος μαρξισμός συνδέεται συχνά με τον «εργάτη-μάζα» των εργοστασιακών αγώνων, ή το «κογκνιταριάτο» των αγώνων στους τομείς της επικοινωνίας, προτείνω εδώ ότι οι αγώνες στην αναπαραγωγική σφαίρα (το «κοινωνικό εργοστάσιο») στο πλαίσιο του αυτόνομου μαρξισμού από τις αρχές έως τα μέσα της δεκαετίας του '70, ήταν εξαιρετικά προφητικοί για τη συνθήκη του «μετα-φορντισμού» (τουλάχιστον στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες). Ως εκ τούτου, παρέχουν συμπαγή υποδείγματα που μπορούν να προσανατολίσουν επωφελώς τους αγώνες του παρόντος.

Στο πλαίσιο των κινημάτων του «Εργαστηρίου Ιταλία», ο ρόλος των γυναικών ήταν υψίστης σημασίας. Οι Mariarosa Dalla Costa και Selma James (1972) διάνοιξαν νέα εδάφη αγώνα, αναγνωρίζοντας ότι οι γυναίκες καθημερινά παράγουν και αναπαράγουν το εργατικό δυναμικό. Ωστόσο, όταν εξετάζονταν οι γυναικείες οικιακές εργασίες, «η εργασία τους φαινόταν να είναι μια προσωπική υπηρεσία εκτός κεφαλαίου». Η απλήρωτη αναπαραγωγική εργασία των γυναικών παρέμενε «κρυμμένη», διότι μόνο το προϊόν της αναπαραγωγικής εργασίας -ο άνδρας εργάτης- ήταν ορατό στη μισθωτή σχέση. Η γυναίκα παρέμενε εγκλωβισμένη εντός των προ-καπιταλιστικών συνθηκών εργασίας: «γεννώντας, μεγαλώνοντας, πειθαρχώντας και συντηρώντας τον εργάτη για την παραγωγή». Η αναπαραγωγή είναι παραγωγή αξίας, ισχυρίστηκαν, αλλά εμφανίζεται διαφορετικά.

Αυτή η κατανόηση του έμφυλου καταμερισμού της εργασίας μέσω του μισθού, οδήγησε το ιταλικό φεμινιστικό κίνημα σε σύγκρουση με το ορθόδοξο εργατικό κίνημα. Όταν οι φεμινίστριες έθεσαν το ζήτημα της οικιακής εργασίας, τα συνδικάτα αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν ότι ως οργανώσεις ασχολήθηκαν «(α) μόνο με το εργοστάσιο· (β) μόνο με τη μετρημένη και «έμμισθη» ημέρα εργασίας· (γ) μόνο με το μέρος των μισθών που δίδεται σε εμάς και όχι με το μέρος των μισθών που παίρνεται πίσω, όπως είναι ο πληθωρισμός». Ωστόσο, με την αναπαραγωγή να νοείται ως «η άλλη, κρυμμένη, πηγή της υπερεργασίας», η αναπαραγωγική εργασία μπορούσε πλέον να θεωρηθεί ως μέρος του ευρύτερου «κοινωνικού εργοστασίου», «όπου το κόστος και ο χαρακτήρας των μεταφορών, της στέγασης, της εκπαίδευσης, της αστυνομίας, είναι όλα σημεία του αγώνα». Οι αγώνες στους τομείς της αναπαραγωγής απέκτησαν, έτσι, θεωρητικούς λόγους ισχύος: με το σπίτι αναδιαρθρωμένο ως το κέντρο της κοινωνικής ανατροπής, νέες αυτόνομες προοπτικές για οργάνωση διανοίχτηκαν.

Η αυτόνομη ομάδα Lotta Continua υποστήριξε ότι τα κέρδη των εργαζομένων στο επίπεδο της παραγωγής αντισταθμίζονταν από τον πληθωρισμό και την κερδοσκοπία στο επίπεδο της κατανάλωσης. Έτσι, ο αγώνας πήγε πέρα από τους τοίχους του εργοστασίου: νέες μορφές τακτικής και αυτο-οργάνωσης απαιτούνταν όπως απεργίες ενοικίου, καταλήψεις και μαζικές εγκαταστάσεις, όπως τεκμηριώνεται στην έκδοση της Lotta Continua «Αναλάβετε την πόλη – Κοινοτικοί αγώνες στην Ιταλία» (1973). Ο Bruno Ramirez, εν τω μεταξύ, επισήμανε πως η ταξική σύγκρουση είχε επεκταθεί άμεσα στο σύνολο της κοινωνικής κατανάλωσης, μέσω της πρακτικής της «αυτο-μείωσης»: «την άρνηση συμμόρφωσης με τις αυξήσεις των τιμών των βασικών υπηρεσιών». Η αυτο-μείωση σύντομα εξαπλώθηκε πέραν του ενοικίου και σε άλλους τομείς της κοινωνικής κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων μεταφορών, της ηλεκτρικής ενέργειας και της θέρμανσης, ως μέρος αυτού που ο Ραμίρεζ κατανοούσε ως «έναν αγώνα για την επανοικειοποίηση του κοινωνικού πλούτου που παράγει η εργατική τάξη αλλά δεν πληρώνεται από το κεφάλαιο».

Η άποψη της παραδοσιακής Αριστεράς ότι οι αγώνες στους τομείς της αναπαραγωγής είναι απλώς υποστηρικτικοί των αγώνων στους χώρους εργασίας ήταν, και είναι, λανθασμένη: ο αγώνας για τη μείωση του κόστους των οικογενειακών καταναλωτικών αναγκών είναι ζωτικής σημασίας για την υπεράσπιση των μισθών. Για τους Eddy Cherki και Michel Wieviorka (σχολιάζοντας τα κινήματα αυτομείωσης της δεκαετίας του 1970), κατά τη διάρκεια μιας περιόδου υπερπαραγωγής, η ανεργία ή η απειλή της ανεργίας γίνεται πιο δύσκολο να προκαλέσει απεργίες, άρνηση ρύθμισης των ρυθμών δουλειάς και αγώνα ενάντια στην αύξηση της παραγωγικότητας. Η διατήρηση των θέσεων εργασίας και η υπεράσπιση των μισθών γίνεται η κύρια ώθηση των αγώνων στους χώρους εργασίας (δείτε την οπισθοδρομική εκστρατεία για άνευ όρων «δικαίωμα στην εργασία» σήμερα). Αλλά η επίθεση μέσω μειώσεων των κοινωνικών παροχών και υψηλού πληθωρισμού (αυξήσεις στα τρόφιμα και στην ενέργεια, κλπ) στους μισθούς των εργαζομένων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιτυχία μόνο από τις δράσεις στο χώρο εργασίας. Για να προστατεύσουμε την απειλούμενη αγοραστική δυνατότητα χρειάζεται να αγωνιστούμε στον τομέα της κατανάλωσης.

Όπως υποστήριξε ο Sergio Bologna, ομάδες όπως η Lotta Continua, οργανώνοντας την «ανακατάληψη των κέντρων της πόλης», αντιδρούσαν στο «σχεδιασμό της πόλης ως χώρου παρέμβασης στην ταξική δυναμική». Οι τακτικές που περιγράφονται παραπάνω ήταν μια προσπάθεια για προχώρημα πέρα από το ανέμισμα της σημαίας για την «εργατική τάξη», προκειμένου να κατανοηθεί η μεταβαλλόμενη πραγματικότητα των κεφαλαιακών σχέσεων. Πράγματι, η σχέση μεταξύ κερδοσκοπίας, αστικοποίησης, εισοδηματικής οικονομίας και χρέους, που ο Bologna σημείωσε το 1977, είναι τώρα πιο σαφής από ποτέ. Ωστόσο, οι κατάλληλες για την αμφισβήτηση αυτού του σφετερισμού οργανωτικές μορφές δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί πλήρως ως έκφραση των κοινών συμφερόντων και της αισθητής κατάστασης των εργαζομένων και μη εργαζομένων.

Πέρα από την καπιταλιστική κυριαρχία

Το «δικαίωμα στην πόλη» συνήθως προτείνεται ως σύνθημα εργασίας και πολιτικό ιδεώδες για μια πολιτική για την πόλη, που πρέπει να έρθει. Ωστόσο, το «αναλάβετε την πόλη» προτείνει αντ' αυτού μια πολιτική η οποία τοποθετεί την απευθείας οικειοποίηση των κοινωνικών πόρων στον άμεσο ορίζοντα χωρίς να περιμένει την άδεια από ένα κράτος που θα απονείμει αυτό ως «δικαίωμα». Μιλώντας ειδικότερα για τον τόπο που ζω, την κατάληψη «Free Hetherington» στο πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, «η μακροβιότερη κατάληψη φοιτητών στην ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου», συνδυάζει την άμεση δημοκρατία και τις τακτικές άμεσης δράσης με παραδοσιακά αιτήματα για να διασφαλίσει ότι οι περικοπές από τη διοίκηση θα αποφευχθούν σε μεγάλο βαθμό. Αλλά ενώ, αφενός, η κατάληψη Free Hetherington λειτούργησε σε συμβολικό επίπεδο, από την άλλη πλευρά, επίσης, προχώρησε ακόμη περισσότερο: τοποθετήθηκε σε μια αυτο-ανακλαστική, στρατηγική θέση εντός της Πανεπιστημιούπολης, βασισμένη πάνω στην προηγούμενη οργάνωση της πανεπιστημιούπολης, προκάλεσε διαταραχή, και έθεσε στην αλυσίδα νέες κοινωνικές σχέσεις μέσω της σύστασής της ως κοινωνικού χώρου, όπως και ως οργανωτικού κόμβου.

Σε αντίθεση, το «κίνημα» Occupy Glasgow φαίνεται να λειτουργεί μέσω ενός είδους μηχανικού φορμαλισμού, δανειζόμενο τη γλώσσα της πλατείας Ταχρίρ και της Wall Street, αλλά παραλείποντας τον ειδικό ρόλο του στον τόπο της Γλασκόβης. Η βαρετή επανάληψη του συνθήματος «είμαστε το 99%» αγνοεί την απο-σύνθεση της αντίστασης που βασίζεται ακριβώς στην κατάτμηση της εργασίας· την κατά ειδίκευση διαίρεση της εργασίας (παραγωγική και αναπαραγωγική· έμφυλη και φυλετική)· την επιβολή σύνθετων ιεραρχιών μέσω διαχειριστικών γραφειοκρατιών· καθώς επίσης και την ηγεμονική νίκη του νεοφιλελευθερισμού ως ψευδο-συλλογικό πρόγραμμα. Πέρα από την «τυραννία της αμορφίας», ο στόχος είναι να βρεθούν και να αξιοποιηθούν νέες μορφές ανασύνθεσης, όπως αυτές που οδήγησαν από το ιταλικό φεμινιστικό κίνημα σε ευρύτερες μορφές εδαφικής κοινοτικής δράσης με βάση τις νέες αντιλήψεις της αναπαραγωγικής εργασίας και του «κοινωνικού εργοστασίου». Η ελπίδα μόνο δεν είναι επαρκής για ένα τέτοιο έργο: θα πρέπει να οικοδομηθούν στους αγώνες που απεικονίζουν τις σημερινές υλικές συνθήκες -όπως η στέγαση, το ενοίκιο και το χρέος- και όχι στις «νεφελώδεις περιοχές του πνεύματος».

Ενώ το Occupy Glasgow προτείνει μια εδαφική σύλληψη του χώρου, ο χώρος παραμένει πραγμοποιημένος στο συμβολικό επίπεδο. Ο καπιταλισμός δεν είναι ένα «πράγμα», και το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι μια πτυχή μόνο ενός ευρύτερου συνόλου εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων. Άνθρωποι όπως ο Harvey και ο Hudson έχουν δείξει πολύ καλά τη συμβίωση μεταξύ χρηματικής οικονομίας και αστικοποίησης: πέρα από πραγμοποιημένη αφαίρεση, η κεφαλαιακή σχέση αντικρίζεται άμεσα στο έδαφος της καθημερινής αναπαραγωγής. Μια σειρά σημαντικών αγώνων στους τομείς αναπαραγωγής έλαβαν χώρα πρόσφατα στη Γλασκώβη (καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, εκστρατείες εναντίον κατασκευής αυτοκινητόδρομων, συγκρούσεις για δημόσιους χώρους, μάχες γύρω από κοινοτικές και ψυχαγωγικές υπηρεσίες, τη στέγαση και την κοινωνική πρόνοια), όμως οι θεωρητικές επιπτώσεις από τις δραστηριότητες αυτές μένει ακόμη να διευκρινισθούν για περαιτέρω πράξη. Ωστόσο, με την αναπαραγωγή στο προσκήνιο ως βασική κατηγορία υπάρχει η δυνατότητα για μια ακόμη πιο εκτεταμένη χωρική αμφισβήτηση που αντιμετωπίζει άμεσα το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση, και τοποθετεί την πολιτική και την πάλη στην καρδιά της καθημερινής ζωής.

Μετάφραση: Δ.Κ

* Ο Neil Gray είναι σκηνοθέτης, συγγραφέας και ερευνητής.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο 14ο τεύχος του Shift Magazine

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Η ανάδυση της γνωστικής εργατικής τάξης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό

 
Του Θοδωρή Σάρα*

Περίληψη

Στο κείμενο αυτό γίνεται προσπάθεια να περιγράψω τις διαδικασίες εκείνες στο επίπεδο της διαβίου εκπαίδευσης αλλά και των καθημερινών αγώνων του πλήθους των εργαζόμενων, οι οποίες ίσως οδηγούν στην κατασκευή ενός νέου στρώματος γνωστικής εργασία, που δυνητικά και όχι ενεργά αναδύεται ως αυτοοργανωμένη τάξη (order) που υπερβαίνει τις κυρίαρχες μηχανές κράτους και καπιταλισμού.
(κογκνιταριάτο, διαβίου εκπαίδευση, σημειοκαπιταλισμός, αυτοοργανωμένη τάξη, αυτονομία)

Εκπαιδευτική απορρύθμιση και υποκειμενοποίηση. Η κατασκευή του πλήθους των γνωστικών εργαζομένων.

Από την εποχή της συνθήκης της Μπολώνια έχει διακηρυχτεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η δημιουργία ενός συστήματος δια βίου εκπαίδευσης τριών επιπέδων, με ξεκάθαρο στόχο την αύξηση του ποσοστού των εργαζόμενων στους γνωστικούς τομείς της παραγωγής, στο 40% της συνολικής εργασίας, στα άτομα ηλικίας 30-34 ετών που έχουν τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έως το 2020.

Στα πλαίσια της υλοποίησης των συμφωνιών της ΕΕ για την προσαρμογή των δομών της εκπαίδευσης στη διαδικασίας της παγκόσμιας ελαστικής συσσώρευσης του σημειοκαπιταλισμού, στην ελληνική επικράτεια, μέσα στην οικονομική κρίση, την τρομοκρατία, το φόβο, που όπως είναι φυσικό δημιουργούν πανικό στα κυβερνοσώματα των διακυβερνητικών μηχανισμών κράτους και κεφαλαίου, ο διοικητικός μηχανισμός της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ προχώρησε στην απορρύθμιση της προηγούμενης κοινωνικής κατάστασης του κορπορατιστικού κοινωνικού κράτους, στον τομέα της εκπαίδευσης.1 Όσα προσπαθούσαν να διαλύσουν εδώ και είκοσι χρόνια σοσιαλδημοκράτες και φιλελεύθεροι, το κατάφερε το ΠΑΣΟΚ μέσα σε ένα χρόνο.

Η προσαρμογή στην νέα τάξη πραγμάτων γίνεται σε τέσσερις άξονες:
τη μείωση της παρέμβασης του κράτους μέσω της μείωσης των δαπανών για την εκπαίδευση,
την αλλαγή του πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας όλων των επιπέδων της εκπαίδευσης με κύριο στόχο την προσαρμογή στις νέες συνθήκες της δια βίου μάθησης, ή καλύτερα στη μετατροπή του εργοστασίου σχολείου σε ένα δίκτυο παροχής καταρτίσεων, με στόχο την αναπαραγωγή της γνωστικής εργασίας. Τα επιμέρους βασικά χαρακτηριστικά αυτών των αλλαγών είναι η αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών, η αποδέσμευση των εκπαιδευτικών μονάδων παροχής δια βίου μάθησης από το κράτος και η σύνδεση τους με το διοικητικό μηχανισμό διακυβέρνησης του δήμου, η μετατροπή των κρατικών πανεπιστημίων σε δίκτυα παραγωγής έρευνας, και αναπαραγωγής των σχέσεων επισφάλειας και πειθαρχίας των γνωστικών εργαζόμενων, και των επιμέρους μηχανισμών της παγκόσμιας μηχανής του σημειοκαπιταλισμού.
Την αλλαγή των σχέσεων εργασίας σε σχολεία και πανεπιστήμια, με γενίκευση των ελαστικών σχέσεων εργασίας, και της επισφάλειας δασκάλων, καθηγητών και διοικητικού προσωπικού.
Τη διαμόρφωση ενός νέου πλαίσιου λειτουργίας και οργάνωσης της εκπαίδευσης, προσαρμοσμένου στις εκάστοτε ανάγκες του δόγματος της Just in time παραγωγής και αναπαραγωγής της καθημερινής ζωής των πρεκάριων.

Στο επίπεδο των δαπανών για την εκπαίδευση, στα πλαίσια των νεοφιλελεύθερων επιταγών ΔΝΤ, και ΕΕ οι πολιτικές της απορρύθμισης μείωσαν τις δημόσιες δαπάνες για την παιδεία στο 2,23%,. Ενώ το 2010 προβλεπόταν αρχικά οι δαπάνες να φτάσουν τα 7,8 δισ ευρώ, τελικά με το Μνημόνιο και το Πρόγραμμα Σταθερότητας μειώθηκαν στα 6,478 δισ. Ευρώ, σύμφωνα πάντα με τις εκτιμήσεις του ίδιου του προϋπολογισμού. Για το 2011 οι δαπάνες θα ανέλθουν στα 6,283 δισ. ευρώ, δηλαδή μείωση κατά 1,5 δις ευρώ ευρώ, ή 20% σε απόλυτες τιμές. Στα πλαίσια της λιτότητας αυτής πόρων έκλεισαν 1000 σχολικές μονάδες, ενώ υπολογίζεται ότι τα επόμενα χρόνια θα κλείσουν περισσότερες από 2000. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς υπολογίζονται ότι θα καταργηθούν 10000 οργανικές θέσεις καθηγητών.

Η μείωση των προσλήψεων και η εξαναγκασμός μεγάλου αριθμού εκπαιδευτικών στη σύνταξη και την εφεδρεία θα οδηγήσει σε μία μείωση τους κατά 25%. Η μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης των σχολείων και η παράλληλη μεταφορά των λειτουργιών τους στους κατά τόπους μηχανισμούς διακυβέρνησης των δήμων, αναγκάζουν τα σχολεία να μετατραπούν σε επιχειρηματικά δίκτυα, που θα αναζητούν επενδύσεις στο ανταγωνιστικό περιβάλλον των αγορών. Οι σχολικές μονάδες μετατρέπονται σε επιχειρήσεις που θα αξιολογούνται στο τέλος κάθε χρονιάς ως προς την απόδοση τους, και την επίτευξη των στόχων που έχουν ορίσει στην αρχή της χρονιάς. Ένα πρόγραμμα δράσης και η τελική έκθεση αξιολόγηση, στο τέλος κάθε χρονιάς θα καταρτίζεται από τον διευθυντή, τους σχολικούς συμβούλους και τους καθηγητές του σχολείου. Έτσι θέτονται οι βάσεις για την δικτυακή επιχείρηση – σχολείο, μετατρέποντας τον μέχρι πρότινος γραφειοκρατικό εκπαιδευτικό μηχανισμό, σε ένα ελαστικό δίκτυο επιμέρους κάθετων εκπαιδευτικών δομών, όπου ο διευθυντής μαζί με το συμβούλιο του σχολείου θα αποφασίζουν το εκάστοτε business plan.

Στο επίπεδο των προγραμμάτων σπουδών παρουσιάζεται μία στροφή από την δασκαλοκεντρική μέθοδο μάθησης σε μία κατά επίφαση μαθητοκεντρική. Στην πραγματικότητα μέσω της γενίκευσης της χρήσης των μεθόδων πρότζεκτ, την μείωση των μαθημάτων των ανθρωπιστικών σπουδών, τη σταδιακή αύξηση της χρήσης Η/Υ οι μαθητές προσαρμόζονται στην εκπαίδευση ενός νέου υποκειμένου, που συνδέεται με τα πληροφοριακά δίκτυα, τη ρευστότητα της ζωής, και τις νέες μορφές διοίκησης όπως αυτή της ολικής ποιότητας. Η νέα αυτή υποκειμενοποίηση των μαθητών χαρακτηρίζεται από τη διαρκή αναζήτηση και απόκτηση σημείων καριέρας, στα πλαίσια της καπιταλιστικής σημειο-συσσώρευσης.

Ο καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση μετατρέπεται σε ένα επιμέρους γρανάζι, εξαναγκασμένο να ακολουθεί τις κυρίαρχες τάσεις των σημειακών ροών στην οικονομία, την πολιτική, την κοινωνιολογία, την ψυχολογία, προκειμένου να κριθεί ανταγωνιστικός στη δικτυακή οικονομία. Ένας μικρός team manager με τους υποταγμένους πρεκάριους μαθητές του. Το νέο μισθολόγιο στον κρατικό τομέα μειώνει τις αποδοχές των εργαζόμενων κατά 40% , καθορίζοντας το μισθό του νεοδιόριστου στα 660 περίπου ευρώ. Η γενίκευση των συμβάσεων αορίστου χρόνου και των ωρομισθίων στα σχολεία και τα πανεπιστήμια είναι αυξητική επιτρέποντας να μιλήσουμε για κυριαρχία της επισφάλειας.

Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση τα πανεπιστήμια μετατρέπονται επίσης σε επιχειρήσεις οι οποίες δομούν την παροχή εκπαίδευσης σε τρία επίπεδα: μπάτσελορ, μάστερ, διδακτορικό, δημιουργώντας έναν εσωτερικό καταμερισμό της γνωστική εργασίας σε τρία επίπεδα: α) το επίπεδο των δια βίου επισφαλών εργαζόμενων, β) το επίπεδο των ειδικευμένων σε κάποιους τομείς της διαχείρισης των δικτύων της γνώσης, και φυσικά γ) το επίπεδο των διευθυντών στην οργάνωση της έρευνας, της καινοτομίας, και της διοίκησης.

Κάθε πανεπιστήμιο διοικείται πλέον από ένα Συμβούλιο στο οποίο συμμετέχουν τα ανώτερα μέλη του ακαδημαϊκού κατεστημένου, ένας φοιτητής-εκπρόσωπος, μέρος της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας των φοιτητικών οργανώσεων, και εξωτερικά μέλη, που προέρχονται από τον κόσμο των επιχειρήσεων, άλλων ιδρυμάτων κλπ. Ουσιαστικά και στα πανεπιστήμια διαμορφώνεται μία εσωτερική διαστρωμάτωση, υπεύθυνη για τη ροή της πληροφορίας και τη διαχείριση της με σκοπό την διαρκή προσαρμογή του κάθε ιδρύματος και των σπουδαστών στις ανάγκες του σημειοκαπιταλισμού. Νέα ήθη, νέα εργαλεία, νέα τεχνολογία, νέες ροές, νέα σημεία... διαρκής αναπαραγωγή των τριών μηχανών της σύγχρονης κυριαρχίας κεφάλαιου – κράτους – ΜΜΕ στα δίκτυα της παγκόσμιας επικοινωνίας.

Όπως στη δευτεροβάθμια έτσι και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση γενικεύεται ο θεσμός της ελαστικής απασχόλησης για το ακαδημαϊκό προσωπικό, με την υπογραφή ατομικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η δομή των προγραμμάτων σπουδών ακολουθεί το γενικότερο σύστημα πιστοποίησης 180 μονάδων, στον πρώτο τριετή κύκλο σπουδών του μπάτσελορ. Επίσης συστήνονται κύκλοι σύντομης κατάρτισης μέχρι δύο έτη σπουδών, για ανθρώπους στο χαμηλό επίπεδο κατάρτισης της επισφάλειας. Ο δεύτερος κύκλος σπουδών που ταυτίζεται με τα μαστερ έχουν τουλάχιστον 60 πιστωτικές μονάδες δηλαδή είναι διάρκειας ενός έτους. Τέλος ο τρίτος κύκλος σπουδών είναι το διδακτορικό.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του νέου πανεπιστημίου είναι η εντατικοποίηση των σπουδών μέσω της καθιέρωσης μία σειρά κανονισμών που απορρίπτουν εκείνους οι οποίοι αποτυγχάνουν στις εξετάσεις των μαθημάτων πάνω από τρεις φορές, και εκείνους που έχουν συμπληρώσει δύο χρόνια περισσότερο από το συνολικό τυπικό χρόνο αποφοίτησης από τη σχολή. Θεσπίζεται επίσης η εργασία φοιτητών με μερική απασχόληση μέχρι σαράντα ώρες το μήνα σε υπηρεσίες του ιδρύματος. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν φυσικά στην πειθαρχία και υποταγή των κογκνιτάριων στις νέες συνθήκες της σημειο-συσσώρευσης του καπιταλισμού, μέσω της ενσωμάτωσης τους από την αρχή της γνωστικής τους καριέρας στο δικτυακό πανεπιστήμιο-εργοστάσιο.

Το σύνολο της δια βίου πορείας των μαθητών σπουδαστών ελέγχεται από το Εθνικό πλαίσιο Προσόντων, με βάση το οποίο οι καταρτιζόμενοι μαθητές-σπουδαστές θα λαμβάνουν μονάδες πιστοποίησης των προσόντων, που απέκτησαν στις διάφορες βαθμίδες της διαβίου εκπαίδευσης. Η διαβίου μάθηση παρέχεται από οποιονδήποτε κοινωνικό, θρησκευτικό, πολιτιστικό φορέα, επαγγελματικές ενώσεις, επιμελητήρια, συνδικαλιστικές οργανώσεις, πανεπιστήμια κλπ έξω από τον πυρήνα των κρατικών δομών. Οι δομές αυτές πιστοποιούνται από ένα Εθνικό Κέντρο στο οποίο συμμετέχουν εκπρόσωποι υπουργείων , εκπρόσωπος της ΓΣΕΕ και των επιχειρηματιών.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι απορρυθμίσεις του εκπαιδευτικού συστήματος, η μετατροπή των εκπαιδευτικών μονάδων σε επιχειρηματικά δίκτυα οργάνωσης και ελέγχου της πληροφορίας οδηγεί στην ενσωμάτωση ολόκληρης της κοινωνίας στο παγκόσμιο χώρο του σημειοκαπιταλισμού. Τα σώματα, οι μηχανές, η άυλη εργασία μετατρέπονται σε ψηφία πληροφορίας και υπόκεινται στην κυβερνητική διαχείριση τους. Ουσιαστικά τα άτομα υποκειμενοποιούνται σε μία διαδικασία διαρκούς συλλογής σημείων καριέρας, διαρκούς προσαρμογής, αναπροσαρμογής διάταξης και αναδιάταξης στα παγκόσμια δίκτυα της εκμετάλλευσης

Πληθυσμιακά χαρακτηριστικά της γνωστικής εργασίας στην Ελλάδα.

Κατά τις εκτιμήσεις του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ στα τέλη του 2011 το ποσοστό της ανεργίας θα ανέλθει στα επίπεδα του 17% -18% ενώ υπολογίζεται ότι οι πραγματικοί αριθμοί θα πλησιάζουν το επίπεδο του 22%-23%, δηλαδή 1εκ άνεργους περίπου. Ήδη στο 2008 γύρω στο 30% των ηλικιών 25-29 έχουν λάβει ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση, ποσοστό που βρίσκεται πολύ κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ. Μέχρι το 2008 η συμμετοχή των νέων στην ανώτερη εκπαίδευση στα πλαίσια της ΕΕ αυξήθηκε κατά 20%, την ίδια περίοδο στην Ελλάδα το ποσοστό αύξησης ήταν 51%. Το μεγαλύτερο ποσοστό των τελειόφοιτων ανώτερης εκπαίδευσης βρίσκονται στις κοινωνικές και οικονομικές και νομικές επιστήμες γεγονός που δείχνει τον οικονομίστικο-κρατικίστικο χαρακτήρα της νέας διακυβέρνησης των δικτύων. Το ίδιο ισχύει για την ελληνική επικράτεια, στην οποία υπάρχει μία μεγαλύτερη τάση για εκπαίδευση στον τομέα παροχής υπηρεσιών, όπου παρουσιάζεται σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από αυτό της ΕΕ.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν πως ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του στρώματος των κογκνιτάριων εργαζομένων.

Κοινωνικοί αγώνες και γνωστικοί εργαζόμενοι

Οι αλλαγές στις διαδικασίες υποκειμενοποίησης μέσω της διαβίου εκπαίδευσης στο μοντέλο του γνωστικού εργαζόμενου, δεν πρέπει να μας οδηγήσουν σε έναν αντικειμενισμό ή σε έναν οικονομίστικο ή εκπαιδευτικό ντεντερμινισμό της ύπαρξης του κογκνιταριάτου, δηλαδή μίας τάξης (class), που αναδύεται στα πλαίσια του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, της ταξινόμησης και του ελέγχου της.2 Είναι απαραίτητο να δούμε με ποιούς τρόπους οι εργαζόμενοι στα δίκτυα του σημειο-καπιταλισμού, συνειδητοποιούν μέσω της δράσης τους αυτές τις αλλαγές, και εάν και σε ποιο βαθμό αναδύονται ως μία νέα τάξη (order), ένα νέο συλλογικό υποκείμενο, μέσω της αυτοοργάνωσης και αυτοθέσμισης τόσο των αρνήσεων όσο και των υπερβάσεων των κυρίαρχων δομών. Δεν θεωρώ ότι η άρνηση από μόνη της μπορεί να επιφέρει την υπέρβαση των σχέσεων εξουσίας, σε κράτος -κεφάλαιο και μμε. Αυτή μάλλον χτίζεται ως πολεμική μηχανή διαφυγής από τους θεσμούς αυτούς.

Είναι γνωστό ότι εδώ και τρία περίπου χρόνια η ελληνική επικράτεια – από το Δεκέμβρη του 2008 – συγκλονίζεται από μικρότερους και μεγαλύτερους αγώνες, με βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά: τη γενίκευση της πολιτικής ανυπακοής, την άρνηση των πληρωμών, την εμφάνιση των πρώτων μορφών αυτοοργάνωσης κυρίως γύρω από το κίνημα των πλατειών και της άμεσης δημοκρατίας, την αύξηση των συγκρούσεων και της μητροπολιτικής βίας, και των σαμποτάζ (σε κάθε απεργιακή κινητοποίηση, σε επιμέρους τοπικούς αγώνες όπως της Κερατέας κλπ). Αν και τα χαρακτηριστικά αυτά παρουσιάζονται σε διάφορες περιόδους στους εργατικούς, και κοινωνικούς αγώνες, μετά την πτώση της Χούντας το 74, η διάχυση τους αυξάνεται μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 08. Αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την παρέμβαση αναρχικών και αυτόνομων χώρων στο κοινωνικό επίπεδο, που μετά το 08 όπως είναι φυσικό ολοένα και μεγαλύτερη, αλλά με την αηδία του πλήθους σε κάθε δομή ιεραρχίας, πολιτικής εκπροσώπησης και διαμεσολάβησης, το σαμποτάζ των δομών πλήξης και κατάθλιψης στην παραγωγή την αναπαραγωγή και την κυκλοφορία των σημείων και της πληροφορίας: κύρια σε σχολεία και πανεπιστήμια, στις πλατείες και τις γειτονιές των πόλεων, και πολύ λιγότερο προς το παρόν στους εργασιακούς χώρους.

Σε αυτούς τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία αύξηση της δημιουργίας πρωτοβάθμιων σωματείων, αλλά και αυτόνομων σωματείων βάσης κύρια σε επιχειρήσεις καινοτομίας, τηλεφωνίας και παροχής υπηρεσιών. Τα πρωτοβάθμια σωματεία ακολουθούν και οδηγούνται από δυνάμεις κυρίως αριστεριστών με σαφή προσανατολισμό σε πιο αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Όμως τείνουν κατά κύριο λόγο σε μία παραδοσιακή οικονομίστικη προσέγγιση του συνδικαλισμού χωρίς να υπερβαίνουν το κλασσικό επίπεδο των διαπραγματεύσεων με το κράτος και τις επιχειρήσεις. Από την άλλη πλευρά τα αυτόνομα σωματεία προσανατολίζονται σε πιο ριζοσπαστικές παρεμβάσεις και ρήξεις στην καθημερινή ζωή των εργαζόμενων, με προσπάθεια μετατροπής τους σε κοινωνικούς χώρους συλλογικής ύπαρξης και θέσμισης. Συλλογικές κουζίνες, καταλήψεις χώρων εργασίας, κλπ είναι μερικές από τις πρακτικές τους.

Στη ανάδυση αυτή οι αυθόρμητες κραυγές του πλήθους των εργαζόμενων αγκαλιάζουν διάφορες πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης, βάζοντας την αλληλεγγύη και την αξιοπρέπεια τους πάνω από τις επιμέρους ταυτότητες. Στο κίνημα αυτό που ακόμα δεν έχει σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά, παρατηρούμε μία αύξηση κομματιών του αριστερισμού, που προσπαθούν πιθανά να καρπωθούν κάποια πολιτική υπεραξία. Με την έκφραση αυτή δεν αναφερόμαστε στα πολλά μέλη των βάσεων των μικρο-κομμάτων της αριστεράς αλλά στις βασικές κεντρικές επιλογές των ηγεσιών τους, που μετά τα γεγονότα στις 20 Οκτώβρη φαίνεται να θέλουν τη λογική ενός μεγάλου μετώπου της αριστεράς με ηγεμόνα το ΚΚΕ. Θυμίζουμε ότι το ΚΚΕ αποφάσισε να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλίου, τη μέρα της ψήφισης ενός ακόμα νομοσχεδίου με στόχο τη λιτότητα, τη γενίκευση των ελαστικών σχέσεων εργασίας στο δημόσιο τομέα, την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων κλπ. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης μέρας της γενικής απεργίας, παρατάχθηκε στρατιωτικά απέναντι στο μεγάλο πλήθος των απεργών, έχοντας πλάτη τη βουλή και τις αστυνομικές μονάδες καταστολής. Όταν η πορεία προσπάθησε να περάσει τις γραμμές του δέχτηκε την φονική επίθεση των κομματικών γραμμών και την καταστολή του ΠΑΜΕ. Όπως είναι ιστορικά σύνηθες η παραδοσιακή κομμουνιστική αριστερά, με επικεφαλή το ΚΚΕ υπονομεύει, προβοκάρει με κάθε τρόπο τις προσπάθειες αυτοοργάνωσης του πλήθους.

Ένα νέο χαρακτηριστικό στοιχείο του κινήματος στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, που άρχισε να εμφανίζεται είναι η δημιουργία και των πρώτων δομές αυτοοργάνωσης πρωτίστως στον τομέα των υπηρεσιών: όπως τα αυτοδιαχειριζόμενα καφενεία, τα κοινωνικά παντοπωλεία, ιατρεία κλπ., δίπλα ή ως εξέλιξη των μέχρι πρότινος αυτόνομων κοινωνικών κέντρων.

Αν εξαιρέσουμε την οργανωμένη παρέμβαση στους χώρους εργασίας, δεν υπάρχουν σαφή κοινωνικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων που συμμετέχουν σε όλες αυτές τις διαδικασίες, επομένως δεν μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για το αν και κατά πόσο δημιουργούνται οι συνθήκες νέων μορφών υποκειμενοποίησης και αυτοοργανωμένης τάξης της γνωστικής εργασίας, που υπερβαίνουν τις υπάρχουσες κυρίαρχες κοινωνικές δομές του σημειο-καπιταλισμού. Είναι ακόμα νωρίς. Όμως αν θεωρήσουμε ότι τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, μετά και τις μεγάλες αναδιαρθρώσεις είναι τα κομβικά σημεία των παγκόσμιων δυνητικών εργοστασίων γνωστικής εργασίας τότε ίσως εστιάζοντας στους αγώνες τους πάρουμε μια μυρωδιά του μέλλοντος.

Το Γνωστικό προλεταριάτο – κογκνιταριάτο σε σχολεία και πανεπιστήμια.

Το καλοκαίρι του 2011 η σοσιαλιστική κυβέρνηση προσπάθησε και τελικά κατάφερε να νομοθετήσει παρά τις καταλήψεις και κινητοποιήσεις χιλιάδων φοιτητών, το νόμο για την προσαρμογή των πανεπιστημίων στη συνθήκη της Μπολόνια. Εάν υποθέσουμε ότι οι συνελεύσεις των φοιτητών είναι μία βασική στιγμή της ανάδυση τους ως κομμάτι της συλλογικής διανόησης του κογκινταριάτου, τότε παρατηρώντας τις αποφάσεις τους θα μπορούσαμε να ιχνηλατήσουμε τη δυνητική ανάδυση ακριβώς αυτού του υποκειμένου. Στην Ελλάδα η παρατήρηση του φοιτητικού κινήματος έχει και μία επιπλέον σημασία λόγω της έντονης ριζοσπαστικοποίησης του από την εποχή της χούντας και μετά, “ριζοσπαστικοποίηση” που θα λέγαμε ότι εδώ και μία εικοσαετία μετατράπηκε σε δομικό χαρακτηριστικό γνώρισμα, της γραφειοκρατικής δομής των πανεπιστημίων.

Στο μεγαλύτερο αριθμό των γενικών συνελεύσεων, όπως είναι φυσικό υπάρχει μία σαφής άρνηση του νόμου της απορρύθμισης των πανεπιστημίων. Η άρνηση αυτή όμως συνοδεύεται από μία σαφέστερη ακόμα επιλογή υπεράσπισης του μοντέλου οργάνωσης των πανεπιστήμιων που κυριάρχησε στην εποχή του φορντισμού. Ο κεντρικός ενιαίος κρατικός σχεδιασμός της πανεπιστημιακής οργάνωσης, είναι το κύριο ζητούμενο της πλειοψηφίας των συνελεύσεων τόσο στο επίπεδο των προγραμμάτων σπουδών όσο και στο επίπεδο της οικονομικής υποστήριξης των πανεπιστημίων. Στις αποφάσεις τα πανεπιστήμια θεωρούνται τα εργαλεία που συνδέουν το άτομα με την παραγωγική διαδικασία, την παραγωγική και πνευματική ανάπτυξη του λαού της χώρας. Αυτή η φαντασιακή σημειολογία της αταξικής έννοιας του λαού υποδηλώνει την αδυναμία από την πλευρά του φοιτητικού κινήματος να αναγνωρίσει τη σταδιακή δημιουργία ενός νέου στρώματος εργασίας, η οποία συνδέεται με τα δίκτυα της συσσώρευσης σε παγκόσμιο επίπεδο και την κοινωνία των δικτύων, αυτού δηλαδή που εμείς εντοπίζουμε ως κογκνιταριάτο.

Από την άλλη πλευρά οι εγχειρηματοποιήσεις των συνελεύσεων στην πλειοψηφία τους πάντα δηλώνουν φανερά ή άδηλα, μία αριστερίζουσα λογική δημιουργίας μετώπων με τον λαό, ή το προλεταριάτο της χώρας, τονίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε την αδυναμία συνειδητοποίησης, της θέσης των φοιτητών ως ενεργού κομματιού της συσσωρευτικής διαδικασίας, τόσο στο επίπεδο της υλικής όσο και της άυλης παραγωγής (στους τομείς της έρευνας, της καινοτομίας, της παραγωγής λόγου και νέων σημείων κατανάλωσης και θεάματος για τον παγκόσμιο σημειο-καπιταλισμό). Τέλος γενικά στο επίπεδο των αποφάσεων αλλά και των πρακτικών των ίδιων των φοιτητών, για τη μετα-καπιταλιστική καθημερινή ζωή δεν προεικονίζεται η διάθεση και το φαντασιακό της δυνατότητας δημιουργίας νέων αυτόνομων χώρων οργάνωσης της γνώσης, οι οποίοι δεν θα συνδέονται με μία στείρα αναπαραγωγή της τυπικής σχέσης κεφάλαιου – εργασίας και που μέσω της άρνησης της θα επιθυμεί τη δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων με την κατάργηση όλων των διαμεσολαβήσεων, και την ανάδυση της αμεσότητας των αυτοοργανωμένων σχέσεων μάθησης.

Η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζουμε τις πολλαπλές πιθανές καθημερινές διαδικασίες αυτοθέσμισης των υποκειμένων στους πανεπιστημιακούς χώρους. Πέρα από τις αποφάσεις των συνελεύσεων των φοιτητών υπάρχουν και καθημερινές πρακτικές ρήξης με το κυρίαρχο τρόπο οργάνωσης των πανεπιστημίων, και ίσως τον υπερβαίνουν μέσω της μερικής ή ολικής πιθανά καταστροφής των σχέσεων και της δημιουργίας νέων. Για παράδειγμα στο τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Κρήτης η συνέλευση των φοιτητών απάντησε στον εκβιασμό και την αυθαιρεσία των καθηγητών, που αρνιόταν να κάνουν μάθημα, με την αυτοδιαχείριση των εισηγήσεων, όπου παλιότεροι φοιτητές δίδασκαν σε νεώτερους. Παράλληλα ολοένα και περισσότερες αυτόνομες ομάδες ή κινήσεις κογκνιτάριων [φοιτητών] δημιουργούνται μέσα στα πανεπιστήμια. Κινήσεις αυτού του είδους είναι σημεία ενός νέου φαντασιακού που δυνητικά ίσως αναδύεται στα πλαίσια των καθημερινών σχέσεων των πανεπιστημίων.

Στα σχολεία από την άλλη πλευρά, οι μαθητές περιορίζονται μάλλον σε ένα απλό σαμποτάρισμα της εκπαιδευτικής μηχανής, μέσω των καταλήψεων, συνήθως χωρίς προοπτική σύνδεσης του αγώνα τους με την κατάσταση της σύγχρονης γνωστικής εργασίας. Τα αιτήματα τους περιορίζονται σε βασικές λειτουργικές και οργανωτικές δυσλειτουργίες του εκπαιδευτικού συστήματος όπως η έλλειψη βιβλίων, καθηγητών, κλπ και δεν απλώνονται σε μία πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση του σχολικού θεσμού, ως παράγοντα αναπαραγωγής των σχέσεων κυριαρχίας, στην εποχή της ελαστικής συσσώρευσης και του σημειο-καπιταλισμού. Φυσικά δεν περιμένει κανείς από τους έφηβους της ελληνικής επικράτειας που βιάζονται σωματικά για 12 χρόνια στα σχολικά κελιά να αποκτήσουν συνείδηση της θέσης τους, στα πλαίσια του παγκόσμιου δικτύου.

Τέλος ο κλάδος των δασκάλων και των καθηγητών στον κρατικό τομέα της εκπαίδευσης οργανώνεται κύρια γύρω από μία στείρα οικονομίστικη λογική, που θεωρεί τα συνδικάτα ως όργανα προώθησης της συνδικαλιστικής πάλης, και όχι ως τόπους ριζοσπαστικοποίησης και δημιουργίας νέων κοινωνικών χώρων, όπου οι εργαζόμενοι θα δημιουργούν τις συνθήκες για την υπέρβαση του καπιταλισμού. Οι καθηγητές περιορίζονται σε μία στείρα αναπαραγωγή του φορντικού λόγου των προηγούμενων χρόνων. Διασφάλιση των θέσεων εργασίας, αύξηση μισθών, κρατική υγεία, σύνταξη είναι μερικοί από τους άξονες των αιτημάτων τους. Δεν διακρίνεται κάποια διάθεση για συλλογική αυτοθέσμιση νέων σχέσεων μάθησης, μέσα κι έξω από τα σχολεία του κράτους, οι οποίες θα αμφισβητούν έμπρακτα το σύστημα εκπαίδευσης, και θα προσανατολίζονται προς μία διαρκή ελεύθερη μάθηση με στόχο τη δημιουργία αυτόνομων ανθρώπων, που θα επιθυμούν την απελευθέρωση τους από το βασίλειο των αναγκών και της απώθησης των επιθυμιών.

Τι να υπερβούμε;

Όπως όλοι ξέρουμε δεν υπάρχουν συνταγές επιτυχίας σε ένα κίνημα το οποίο αυτοπροσδιορίζεται. Αυτό γιατί οποιαδήποτε μορφή παρακίνησης μπορεί να καταστείλει τόσο το φαντασιακό των ενεργών υποκειμένων, όσο και την καθημερινή τους επαφή με τον κόσμο της πολλαπλότητας των μοναδικοτήτων τους. Όμως θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα πώς επιτυγχάνεται η διαδικασία της άρνησης της υποκειμενοποίησης στα δίκτυα του σημειοκαπιταλισμού και η δημιουργία νέων μορφών υποκειμενοποίσης που υπερβαίνουν μέσω νέων γραμμών διαφυγής το σύστημα. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε κάποια βασικά χαρακτηριστικά μίας μηχανής πολέμου, που μορφοκλασματώνεται αυτόνομα, στοχεύοντας στην αντιιεραρχική, αντιεμπορευματική, αντικαπιταλιστική και αντικρατική οργάνωση της μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας. Σίγουρα οι μηχανές αυτές οφείλουν να χτιστούν σε όλα τα επίπεδα της πολλαπλής κοινωνικής θέσμισης, να στηθούν στα κομβικά σημεία του καθημερινού πολιτισμού προκειμένου να δημιουργήσουν το πλαίσιο της απελευθέρωσης των κογκνιτάριων. Σίγουρο επίσης είναι ότι δεν φτάνει μόνο η ετερόνομη ανάδυση τους στα πλαίσια της άρνησης των κυρίαρχων λόγων, αλλά οφείλουν να χτίσουν νέους υπερβατικούς του κυρίαρχου τρόπου οργάνωσης της καθημερινότητας μας.

Είναι φανερό ότι ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός εισέρχεται στη νέα δεκαετία με ένα τεράστιο κοινωνικό δυναμικό, που αναδύεται μέσα από την μεγέθυνση της γνωστικής εργασίας. Παράλληλα κράτος και κεφάλαιο πέτυχαν με τις πολιτικές απορρύθμισης, να εξατομικεύσουν κατακερματίζοντας σε σημεία καριέρας τους νέους προλετάριους, μετατρέποντας τους σε πρεκάριους των δικτύων. Το θέμα είναι πώς οι γνωστικοί πρεκάριοι θα αναλάβουν να κατασκευάσουν εκείνες τις δομές πέρα από συνδικάτα, το κράτος, τα κόμματα, τις παραδοσιακές αφηγήσεις, που θα τους επιτρέψουν το άλμα στην ελευθερία. Αυτό δεν μπορεί να χτιστεί από πάνω προς κάτω, αλλά πρέπει να στραφεί σε μία σύνδεση των χώρων της μάθησης με τις τοπικές συνελεύσεις κατοίκων-πολιτών προκειμένου να εγγυηθούν αλληλέγγυα την νέα κοινωνία, της αυτάρκειας, της αυτονομίας, και της άμεσης δημοκρατίας. Χρειάζεται να δημιουργηθούν νέες δομές, οι οποίες να αναδεικνύουν τη δυνατότητα μίας νέας κοινωνικής θέσμισης, όπου οι κογκνιτάριοι απελευθερώνονται από τη σχέση εξάρτησης κεφαλαίου-εργασίας, μέσω της άρνησης της αλλά και την παράλληλη δημιουργία μορφοκλασμάτων αυτοοργάνωσης του συνόλου της καθημερινής ζωής.

Στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό κυκλοφορούν πλέον ροές νέων σημειολογικών ρήξεων, με βασικό χαρακτηριστικό την αμεσότητα της κοινωνικής δημιουργίας, πέρα από οποιαδήποτε μορφή διαμεσολάβησης. Αυτές τις ροές προσπαθούν τα κόμματα, πολιτικές κινήσεις, πολιτικοί ανθύπατοι του καθεστώτος να ενσωματώσουν στις γραμμές τους πλασάροντας την ιδέα μίας κουτσερεμένης “άμεσης δημοκρατίας”. Προς το παρόν οι ροές αυτές συναντιούνται πλέον σε πιο αποκεντρωμένες μορφές ενσυναίσθησης όπως οι συνελεύσεις γειτονιάς ή κοινωνικά κέντρα. Το 1 εκατομμύριο των ανέργων με το τεράστιο αριθμό των γνωστικών πρεκάριων αποτελούν μία δύναμη που βρίσκεται στην κόψη του χάους του σημειοκαπιταλισμού, αφού από κοινού τοποθετούνται στα όρια της σχέσης εργασίας-κεφαλαίου. Είναι δυνατό αυτοί να φαντασιωθούν αυτή την πιθανότητα; Μπορούν να υπερβούν την κουλτούρα της συνδεσιμότητας και να επαναπροσδιορίσουν σχέσεις άμεσης σύζευξης με τον Άλλον; Υπάρχουν εκείνες οι συνθήκες που θα μας οδηγήσουν σε γραμμές διαφυγής από το καθεστώς του κυβερνητικού κόσμου; Είμαστε σε ένα σταυροδρόμι και αυτή είναι μάλλον είναι μία δυνητική επιλογή και όχι αντικειμενική ενεργή προοπτική.

Η πραγματικότητα είναι ότι και στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό όλη τη δεκαετία του 90 και μέχρι και τους ολυμπιακούς του 2004 οι κογκνιτάριοι αποτέλεσαν μέρος του συμβολαίου μεταξύ κεφαλαίου και γνωστικής εργασίας, συμμετέχοντας στη σύνδεση της επικράτειας με το παγκόσμιο δίκτυο. Επίσης μεγάλο μέρος του εν δυνάμει παραγωγικού δυναμικού – μαθητών και σπουδαστών – επέλεξαν το δρόμο των σπουδών στη βάση της σημειολογικής αυτής κυρίαρχης αντίληψης για επαγγέλματα που έχουν “μερίδιο” στη διαχείριση του πλούτου της χώρας, κύρια σε τομείς όπως η ιατρική, τα οικονομικά, νομικές επιστήμες. Στο σύνολο των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων αλλά και σε κάθε λειτουργία κοινωνικού θεσμού η οικονομική ορθολογικότητα, ο κυρίαρχος λόγος της νεωτερικότητας μονοπώλησε σημειολογικά το λόγο και το βίωμα τους. Τα πάντα ως στόχο είχαν την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία ατόμων, ομάδων, και κοινωνίας.

Η απορρύθμιση του κράτους πρόνοιας, και η μετατροπή των σχολείων και των πανεπιστημίων σε εργαστήρια παραγωγής υποταγμένων πρεκάριων, των νέων πειθαρχικών κυβερνοσωμάτων στη διακυβέρνηση της πολυπλοκότητας, η μετατροπή της έρευνας και της καινοτομίας σε εργαλείο ανάπτυξης και εμπόρευμα αλληλοδιεισδύουν με όλα τα επίπεδα της καθημερινής ζωής, που ηνιοχείται στην υπερέκφραση του just do it.

Εμείς η αναδυόμενη τάξη των κογκνιτάριων, αρνούμαστε πλέον τόσο την εργασία όσο και την υπερσυσσωρευμένη πληροφορία για περισσότερη χαρά, στις άμεσες ενσώματες σχέσεις μας. Περισσότερος έρωτας, περισσότερο πιοτό, περισσότερο τεμπελιά με στόχο την καθημερινή μας ευτυχία, όπου η διαφορετικότητα και η πολλαπλότητα των μοναδικών ατόμων και των συλλογικοτήτων θα αλληλοτροφοδοτούν την απελευθέρωση των επιθυμιών μας. Στην κατεύθυνση αυτή ο νους της νέας εργατικής αναδυόμενης τάξης, οφείλει να κατευθυνθεί, προκειμένου να απαλλάξουμε την ανθρωπότητα από το βασίλειο της ανάγκης και το κάτεργο της υποταγμένης επιθυμίας στις δομές του σημειοκαπιταλισμού.

--------------------
1α. Ο Franco Bifo ορίζει τον σημειοκαπιταλισμό ως το στάδιο εκείνο στο οποίο “οι πληροφοριακές τεχνολογίες καταστούν δυνατή την πλήρη ενσωμάτωση της γλωσσικής εργασίας με την αξιοποίηση του κεφαλαίου. Η ενσωμάτωση της γλώσσας στη διαδικασία αξιοποίησης προφανώς εμπεριέχει σημαντικές συνέπειες τόσο στον οικονομικό πεδίο όσο και στο γλωσσικό. Στην πραγματικότητα είναι δυνατό να υπολογιστεί ο εργάσιμος χρόνος που είναι απαραίτητος να διεξαχθεί μια μηχανική λειτουργία, αλλά δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί ο μέσος χρόνος εργασίας που είναι κοινωνικά απαραίτητος για την επεξεργασία σημείων και τη δημιουργία νέων μορφών με ακριβή τρόπο. Επομένως η γλωσσική εργασία είναι δύσκολα να αναχθεί στο μαρξικό νόμο της αξίας, και κατά συνέπεια η οικονομία ενσωματώνει νέους παράγοντες αστάθειας και απροσδιοριστίας μόλις η αξιοποίηση γίνεται εξαρτώμενη της γλώσσας. Η γλώσσα με τη σειρά της ενσωματώνει τους οικονομικούς κανόνες του ανταγωνισμού, της έλλειψης, και της υπερπαραγωγής. Έτσι είναι που δημιουργείται μια υπερβολή σημείων (προσφορά) η οποία δεν μπορεί να καταναλωθεί και επεξεργασθεί στο χρόνο της κοινωνικής προσοχής (ζήτηση). Οι συνέπειες της σημειωτικής υπερπαραγωγής δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά και ψυχικές, αφού η γλώσσα δρα άμεσα στην ψυχο-σφαίρα. ” Franco “Bifo” Beardi (2009)Precarious Rhapsody Semiocapitalism and the pathologies of the post-alpha generation , Minor Compositions London
β. τα κυβερνοσώματα ή cyberbodies μπορούμε να το αντικείμενο των νέων μοντέλων πληροφοριακής διακυβέρνησης και υποκειμενοποίησης των δικτύων της παγκοσμιοποίησης. Τα σώματα αυτά αναδύονται μέσω της κυβερνητικής σύζευξης σώματος και μηχανής, ή προχωρώντας λίγο παραπέρα από την αναγωγή των συστημικών λειτουργιών σε πληροφοριακά σημεία.

2 Χρησιμοποιώ τη λέξη κογκνιταριάτο μεταφέροντας στην ελληνική γλώσσα την έννοια cognitariat που ο Bifo χρησιμοποιεί στην Ραψωδία του (βλέπε παραπάνω) θεωρώντας ότι υπάρχει μία έκδηλη πρόθεση να τονίσει την ύπαρξη ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου – σε αντιστοιχία με το προλεταριάτο της βιομηχανικής εποχής.
 
*Άρθρο παρέμβασης του Θοδωρή Σάρα στην ευρωπαϊκή συζήτηση στα πλαίσια του kafca