Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Με τα “κοινά” (commons) πέρα από τον ορίζοντα της ανάπτυξης και της εργασίας

Η συζήτηση για τα κοινά βρίσκεται στην καρδιά μιας νέας ριζοσπαστικοποίησης που ξεκίνησε από τους χώρους του ελεύθερου λογισμικού και των περιβαλλοντικών κινημάτων, συναντήθηκε με τις αναζητήσεις των πλατειών και των Occupy ανά τον κόσμο, και σήμερα γονιμοποιεί τους ορίζοντες των σύγχρονων εργατικών και κοινωνικών κινημάτων. Πρόκειται, πολύ απλά, για την επανάκτηση και επανανοηματοδότηση της έννοιας των “κοινών αγαθών”, μια έννοια εξορισμένη από την ξέφρενη πορεία ιδιωτικοποίησης των πάντων του σύγχρονου καπιταλισμού, αλλά και διαστρεβλωμένη από τη μέγγενη διαφόρων εκδοχών κρατικού σχεδιασμού και διεύθυνσης.

Τα κοινά συνίστανται από ό,τι αποτελεί τους φυσικούς και πολιτισμικούς πόρους της ανθρωπότητας, καθώς και από τις αναγκαίες συνθήκες για την ύπαρξη, διαφύλαξη και ανάπτυξη του κοινωνικού δεσμού. Είναι το έδαφος όπου μπορεί να ριζώνουν κοινοτικές σχέσεις ισοτιμίας και αλληλεγγύης, όπου βρίσκονται και δημιουργούνται οι υλικές και άυλες προϋποθέσεις για την ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός ως μέρος της ανάπτυξης όλων. Είναι, επομένως, μια οπτική που αντιπαρατίθεται ευθέως τόσο στο ιδιωτικό όσο και στο κρατικό, μια πρακτική απελευθέρωσης των συνθηκών ύπαρξης της κοινωνίας από τις ιδιωτικές και κρατικές περιφράξεις και επαναπόδοσής τους στην ίδια την κοινωνία.

Έτσι, τα κοινά είναι σήμερα ο κρίσιμος κρίκος που μπορεί να συνδέσει τη διαμαρτυρία ενάντια στην ιδιωτικοποίηση, αλλά και ενάντια στην κρατική κηδεμονία, με την ανάγκη της αυτο-οργάνωσης και αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας, με εκείνες δηλαδή τις πολιτικές μορφές που μπορούν να προστατεύσουν και να αναπτύξουν τα κοινά, καθώς και να εξασφαλίσουν την ελεύθερη ισότιμη πρόσβαση σε αυτά για όλους.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα ιστορικό μεταίχμιο. Είτε ο καπιταλισμός θα οδηγήσει σε μια πρωτόγνωρων διαστάσεων κοινωνική και φυσική καταστροφή, μέσω της απόσπασης όλων των υλικών και γνωσιακών πόρων της κοινωνίας προς όφελος λίγων ιδιοκτητών και διαχειριστών τους, όπως συμβαίνει σήμερα με τις εφαρμοζόμενες παγκόσμια πολιτικές “αντιμετώπισης της κρίσης”. Είτε θα επανοικειοποιηθούμε τον φυσικό και πολιτισμικό πλούτο που ανήκει σε όλους μας και θα τον διαχειριστούμε με τρόπους που θα εξασφαλίζουν την ισότητα, την ελευθερία και την αλληλεγγύη για όλους, δηλαδή θα εξασφαλίζουν το κοινό μας μέλλον.

Αυτή η οπτική, και οι πρακτικές που τροφοδοτεί, βρίσκεται πολύ μακριά από τις παραδοσιακές απαντήσεις της αριστεράς και των κλασικών κινημάτων διαμαρτυρίας. Γιατί θέτει στο επίκεντρο της μάχης όχι την αναδιανομή εντός του καπιταλισμού (που είναι ο ορίζοντας του παραδοσιακού εργατικού κινήματος και σήμερα καταρρέει μπροστά στην άρνηση ενός ολοκληρωτικά επιθετικού καπιταλισμού), αλλά την επανακατάκτηση όλου του πλούτου που παράγουμε συνεργαζόμενοι και την αλλαγή αυτού του πλούτου, των τρόπων παραγωγής και διανομής του, με βάση κριτήρια και αξίες που δεν ανήκουν στη σφαίρα του “οικονομικού” αλλά στη σφαίρα του “κοινωνικού”.

Πρόκειται, με μια έννοια, για την έξοδο από τη δικτατορία της οικονομίας, όπου η ιδιοκτησία, το χρήμα και το εμπόρευμα κυριαρχούν πάνω σε κάθε κοινωνική ανάγκη και απομυζούν κάθε κοινωνική δημιουργία, και την είσοδο στην επικράτεια της συλλογικής κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, με πυρήνα τα κοινά -την κοινή κτήση, την κοινή δημιουργία, και την κοινή χρήση- όπου η οικονομία αποκαθηλώνεται από το υψηλό και αποκλειστικό ιεραρχικό και αντικοινωνικό βάθρο της και γίνεται μια από τις πολλές μορφές του ανθρώπινου πράττειν, υπό τον έλεγχο της κοινωνίας και προς όφελός της.

Μια τέτοια ανάγνωση της προβληματικής των κοινών μάς οδηγεί σε δύο, τουλάχιστον, μείζονες αναθεωρήσεις κεντρικών στοιχείων του αστικού αλλά και εργατικού φαντασιακού: την αποδόμηση της έννοιας της “ανάπτυξης” και τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της “εργασίας”.

Η ανάπτυξη, ως “προμηθεϊκός” μύθος της ολοκληρωτικής κυριαρχίας επί της φύσης και της αέναης μεγέθυνσης των παραγωγικών δυνάμεων του ανθρώπου (μύθος που μοιράζονται εξίσου ο καπιταλισμός όσο και ο σοσιαλισμός), δεν είναι ο τόπος των κοινών, αλλά η διαρκής καταστροφή τους, είτε με τη μορφή της περιβαλλοντικής υποβάθμισης είτε με τη μορφή της κοινωνικής ερημοποίησης. Μακράν από το να αποτελεί τη συνθήκη ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών, αποτελεί έναν συγκεκριμένο τύπο παραγωγής και συσσώρευσης πλούτου που παράγει εκμετάλλευση, ιεραρχία και αποκλεισμό.

Η εργασία, αντίστοιχα, ως εξαρτημένη και καταναγκαστική δραστηριότητα υπό τη διεύθυνση, τον έλεγχο και τις προσταγές των κατόχων των μέσων παραγωγής και του πλούτου, μακράν από το να απελευθερώνει (όπως μας διαβεβαίωνε η επιγραφή του Άουσβιτς, και όχι μόνο...) αποτελεί το μέσο ώστε ολόκληρη η κοινωνία, και τελικά ολόκληρη η ζωή, να υπεισέρχεται σε καθεστώς ετερονομίας, αλλοτρίωσης και εξάρτησης υπό την κυριαρχία του κεφαλαίου και του κράτους. Σε αυτόν τον τύπο της εργασίας, τα κοινά παράγονται μόνο ως δευτερεύοντα και ασυνείδητα αποτελέσματα μιας συνεργασίας απρόσωπης και αδιάφορης που είναι απλώς μια μηχανή κέρδους στα χέρια του κεφαλαίου, ενώ περνάνε απευθείας στην ιδιοκτησία και αξιοποίηση του κεφαλαίου.

Επομένως, η δημιουργία, διαφύλαξη και ανάπτυξη των κοινών απαιτεί την υπέρβαση τόσο του ορίζοντα της ανάπτυξης όσο και του ορίζοντα της εργασίας. Απαιτεί να μετακινηθούμε προς λογικές και πρακτικές “αποανάπτυξης”, με την έννοια της κοινωνικοποίησης της οικονομίας όπως αναφέραμε παραπάνω, αλλά και της απομεγέθυνσης και αποσυγκέντρωσης των οικονομικών δραστηριοτήτων σε κλίμακες συμβατές με την αυτοοργάνωση των κοινοτήτων και με την προστασία του περιβάλλοντος.

Απαιτεί, επίσης, να απελευθερωθούμε από την εργασία (και όχι απλώς να απελευθερώσουμε την εργασία), καθιστώντας κεντρικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής το ανθρώπινο πράττειν, την ελεύθερη δημιουργική δραστηριότητα και συνεργασία, που είναι κάτι εξαιρετικά πολύμορφο και πολύ ευρύτερο από την οικονομική δραστηριότητα, και επιπλέον κάτι που βρίσκεται έξω από τους “νόμους” της εκμετάλλευσης, της κερδοφορίας και της ιεραρχικής διοίκησης.

Τα κοινά αποτελούν, έτσι, μια πρόκληση για βαθύτερους μετασχηματισμούς της κοινωνικής ζωής, και μόνο μέσα σε αυτούς μπορούν να υπάρξουν και να προστατευτούν από τους ιδιωτικούς και κρατικούς σφετερισμούς.


Τοποθέτηση της συλλογικότητας της εργατικής εφημερίδας Δράση 
στη συζήτηση “Στον ορίζοντα των κοινών”, 
που πραγματοποιήθηκε στις 15/2 στην κατάληψη του θεάτρου Εμπρός.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Καλό. ΑΝ πρόσθετε κάποιος, έτσι, για την ιστορία που λένε, πως τα Κοινά ήταν η ονομασία αυτού που λέμε "λαϊκή συνέλευση", δε νομίζω να βλάπτει. Διαχρονικά από τον δήμο στα κοινά, ήταν ο τρόπος δι-οίκησης των ζωών στον κόσμο της ανατολικής Μεσογείου, αλλά και στις ζούγκλες του Αμαζονίου ή στη Νέα Γουινέα.
Και πολύ σωστό , θεωρητικά, η "απελευθέρωση από την εργασία". Και αν πω πως η περιφρόνηση προς την εργασία ήταν αρχαία κατάσταση, θα σπεύσει να πει κάποιος πως η τεμπελιά στην αρχαία Αθήνα στηριζόταν στους δούλους. Σε ένα βαθμό αυτό είναι αλήθεια. Δούλους έβαζαν και για τις εκτελεστικές των αποφάσεων του δήμου εργασίες. Για να έχουν χρόνο να ασχολούνται με τα κοινά. Να σπαταλούν χρόνο στις συνελεύσεις του δήμου.
Α-σχολία ήταν το αρνητικό της σχόλης. Και κατ΄επέκταση του σχολείου.
Νομίζω πως το έχει πει και ο Καστοριάδης. (Δεν το ανακάλυψε. Το είπε, για να μην πει κάποιος πως αναζητώ τσιτάτα σε άλλους. Εξ άλλου το περιγράφει πολύ καλά και ο Αριστοτέλης. Ακόμα και η εργασία της διεύθυνσης ήταν βαρετή και την ανέθεταν σε άλλους).
Βασικό εμπόδιο για να γίνουν οι υπήκοοι πολίτες είναι η έλλειψη σχόλης, η οποία οφείλεται στον κυρίαρχο ρόλο που παίζει στα μυαλά και στις ζωές μας, η εργασία. (Εδώ, μεγάλη ευθύνη φέρει και ο Μαρξ).
Ας ξεκινήσουμε, με την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, αντικαθιστώντας την με τη συνεργατική απασχόληση προς βιοπορισμό. Εύκολο είναι.
Προϋποθέτει, ο πλούτος των λαών να βρίσκεται στα χέρια των κοινών, το χρήμα να είναι δημόσιο εργαλείο και η επιστήμη και η τεχνολογία να ανήκει στο σύνολο των κοινών, που απεριόριστα ακουμπά όλο τον πλανήτη. Σκοπός όλων αυτών η μείωση του χρόνου απασχόλησης, δηλ. η καλύτερη ζωή.
Τόσο απλό.
Αυτά και τα υπόλοιπα, αν είχαμε δημοκρατία, αν δεν φοβόμαστε τις αποφάσεις του πολύ κόσμου, αν δεν είχαμε περιχαρακωθεί σε ασήμαντου μεγέθους "συλλογικότητες", αν δεν είχαμε την αντίληψη του "μόνο εγώ έχω δίκιο", αν δεν προσπαθούσαμε συστηματικά να επιβάλλουμε την άποψη μας στον άλλο και να διαχωρίζουμε τους εαυτούς μας από τη στραβή σκέψη του πλήθους, κάτι καλύτερο θα είχαμε καταφέρει.