Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Η ανάδυση του ομότιμου κινήματος: Δημιουργώντας τον κόσμο που θέλουμε, μέσα στον κόσμο που θέλουμε να ξεπεράσουμε

του Βασίλη Κωστάκη

ομότιμος -η -ο [με ίση τιμή, ισόβαθμος]

<Πώς μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο σήμερα;/>

Από τη μία, το καπιταλιστικό σύστημα βασίζεται σε μια εσφαλμένη αντίληψη αφθονίας σε έναν πεπερασμένο υλικό κόσμο. Ασπάζεται την αέναη υλική παραγωγή και κατανάλωση σε έναν κόσμο με περιορισμένους φυσικούς πόρους. Από την άλλη, προωθεί την ψευδαίσθηση της «σπανιότητας» στην πνευματική παραγωγή η οποία, όμως, εγγενώς βρίσκεται σε καθεστώς αφθονίας (δηλ. το κόστος παραγωγής μιας επιπλέον μονάδας πληροφορίας, ας πούμε ο κώδικας ενός προγράμματος, είναι σχεδόν μηδενικό). Αντί, λοιπόν, να ενθαρρύνει τον πειραματισμό με την ελεύθερη πληροφορία, ορθώνει νομικούς φραγμούς (π.χ. copyright, πατέντες ή οι πρόσφατες νομοθετικές πράξεις/συνθήκες ACTA, SOPA/PIPA) εξυπηρετώντας την ιδιωτική κερδοφορία ενώ εμποδίζει την ελεύθερη συνεργασία των πολιτών. Συνεπώς, προτεραιότητα για την επίτευξη ενός βιώσιμου συστήματος αποτελεί η αναστροφή της παραπάνω λογικής. Δηλαδή από τη μία είναι επιτακτική η συνειδητοποίηση του πεπερασμένου των φυσικών πόρων ενώ παράλληλα οφείλουμε να υποστηρίξουμε, όπου είναι δυνατόν, την κοινωνική παραγωγή και καινοτομία, τροποποιώντας την αδιαλλαξία των πατέντων και των copyright.

Έπειτα από αρκετές δεκαετίες βιομηχανικού καπιταλισμού και αποτυχημένων «κομμουνιστικών» καθεστώτων, κάποιοι σήμερα μιλάνε για μια εναλλακτική προσέγγιση: την ομότιμη προοπτική που βασίζεται στην αυτονομία, το μοίρασμα, την αλληλεγγύη και την κοινωνική καινοτομία. Η ευρεία διαθεσιμότητα των σύγχρονων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας (π.χ. οι προσωπικοί υπολογιστές και η πρόσβαση στο διαδίκτυο) έχει αναδείξει νέα συνεργατικά μοντέλα οργάνωσης που συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε εδώ ως «ομότιμο κίνημα». Εγχειρήματα όπως το Ελεύθερο Λογισμικό/Λογισμικό Ανοικτού Κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ, π.χ. οι εκδόσεις λογισμικού βασισμένων στο Linux ή o Apache HTTP εξυπηρετητής) και η ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Wikipedia καταδεικνύουν ότι ο ομότιμος τρόπος παραγωγής, τουλάχιστον στη σφαίρα της πληροφορίας (δηλ. στην παραγωγή κώδικα λογισμικού, γνώσης, σχεδίων, πολιτισμού), μπορεί να ανταγωνιστεί και ακόμη να υπερσκελίσει τον καπιταλιστικό. Πέρα από τα έργα ΕΛ/ΛΑΚ και τη Wikipedia, οι πλατφόρμες διάθεσης έργων πολιτισμού όπως το Librivox• τα νομικά εργαλεία κατοχύρωσης και διάθεσης πνευματικών δημιουργημάτων όπως οι άδειες Κοινών Δημιουργημάτων (Creative Commons) ή οι άδειες Γενικής Δημόσιας Χρήσης (General Public Licenses)• οι διαδικτυακές κοινότητες ανοικτού σχεδιασμού παράλληλα με την πρόοδο στις τεχνολογίες τρισδιάστατης εκτύπωσης• οι κολλεκτίβες των “hackerspaces” και οι κοινότητες “κάντο-μόνος-σου”• οι πλατφόρμες διάθεσης μεταφρασμένων, σε δεκάδες γλώσσες, υπότιτλων ταινιών• οι χιλιάδες ιστότοποι ενημέρωσης• τα παγκόσμια κινήματα για ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση και για ανοιχτά δημόσια δεδομένα• λαμβάνουν χώρα την ίδια στιγμή σε παγκόσμια και τοπική κλίμακα. Τι κοινό έχουν όλα τα παραπάνω; Αποτελούν συμπτώσεις, τυχαία, μη συσχετιζόμενα γεγονότα ή είναι εκφράσεις και εκφάνσεις ενός νέου πολιτισμού με όλες του τις αντιφατικότητες και τις ευκαιρίες για αναγέννηση; Σημάδια ενός αναδυόμενου κόσμου που δημιουργεί και δημιουργείται, μέσα στις παρυφές του παλιού, από νέες ετερόκλητες υποκειμενικότητες –το πλήθος– και σαν τη λάβα αργά στην αρχή και μαινόμενη στη συνέχεια, μέσα από τις ρωγμές, προσπαθεί να δημιουργήσει νέα γη;

Το σύντομο αυτό άρθρο προσπαθεί να καταδείξει πως όλα τα παραπάνω αποτελούν πτυχές του ομότιμου κινήματος που εγκαινιάζει έναν νέο τρόπο παραγωγής ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τα κυρίαρχα δόγματα της οικονομικής θεωρίας: Ότι δηλαδή οι άνθρωποι παράγουν υποκινούμενοι από τη θέλησή τους για χρηματικό κέρδος καθώς και ότι η καινοτομία δημιουργείται μόνο από εταιρικές ιεραρχίες και κρατικές γραφειοκρατίες. Τουλάχιστον στη σφαίρα της πληροφορίας ο ομότιμος τρόπος παραγωγής έχει δείξει ότι μπορεί να είναι το ίδιο (και κατά μερικούς ακόμη περισσότερο) παραγωγικός και καινοτόμος με τους παραδοσιακούς τρόπους παραγωγής.

Και πρόσφατα παρατηρούμε το ομότιμο κίνημα να απλώνεται και στην υλική παραγωγή: Κάποιοι σχεδιάζουν αντικείμενα (από τους κρίκους της κουρτίνας μέχρι ποδήλατα, τρακτέρ, ρομπότ και ανεμογεννήτριες) χρησιμοποιώντας εργαλεία ΕΛ/ΛΑΚ και τα διαθέτουν ελεύθερα στο διαδίκτυο• κάποιοι χακάρουν και τροποποιούν ήδη υπάρχοντα σχέδια αναβαθμίζοντάς τα ή απλώς προσαρμόζοντάς τα στις δικές τους ανάγκες• και κάποιοι δίνουν σε αυτά τα σχέδια υλική υπόσταση χρησιμοποιώντας ανοικτό υλικό (open hardware) όπως τρισδιάστατους εκτυπωτές χαμηλού κόστους (π.χ. ο εκτυπωτής Ultimaker ή ο RepRap που μπορεί να αναπαράγει ένα μεγάλο μέρος του εαυτού του), μικρο-υπολογιστές Arduino ή το σύνολο εργαλείων Global Village Construction Set του εγχειρήματος Open Source Ecology.

Οι άνθρωποι πριν τη βιομηχανική παραγωγή, συνήθιζαν να σχεδιάζουν και να παράγουν πολλά από τα εργαλεία και τα προϊόντα τους συλλογικά. Σήμερα, λοιπόν, βλέπουμε αυτό το είδος της κοινωνικής παραγωγής να αναγεννιέται μέσα σε ένα ομότιμο πλαίσιο. Πρωτοβουλίες και εγχειρήματα όπως τα Fab/Media Labs ή τα εκατοντάδες hackerspaces ανά τον κόσμο παρέχουν τη γνώση και την υποδομή για πειραματισμό με πρακτικές ομότιμης παραγωγής στον υλικό κόσμο. Η πτώση του κόστους αλλά και η αύξηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας των τρισδιάστατων εκτυπωτών θα σημάνει την ευρεία διαθεσιμότητά τους, η οποία με τη σειρά της θα ανοίξει νέους ορίζοντες για την ομότιμη παραγωγή στον υλικό κόσμο.

Για παράδειγμα, φανταστείτε κάποιος να κατεβάζει ελεύθερα τα σχέδια –προϊόν συνεργατικής παραγωγής– των τμημάτων μιας ανεμογεννήτριας από ομότιμες πλατφόρμες, και στη συνέχεια μέσω προγραμμάτων ΕΛ/ΛΑΚ και ομότιμα σχεδιασμένων τρισδιάστατων εκτυπωτών, να εκτυπώνει μια ανεμογεννήτρια για την παραγωγή ενέργειας σε μικρή ή και μεγάλη κλίμακα. Tέτοια περίπτωση αποτελεί η τρισδιάστατα εκτυπώσιμη ανεμογεννήτρια Helix_T Wind Turbine που σχεδιάστηκε με τη χρήση ομότιμων εργαλείων από το μέλος του P2P Lab, Mιχάλη Φουντουκλή, και τα σχέδιά της διατίθενται ελεύθερα και ανοικτά προς περαιτέρω τροποποίηση.

<Το πλήθος χακάρει την πληροφορία, τροποποιεί την πληροφορία, μοιράζεται την πληροφορία, ξαναχακάρει, ξανατροποποιεί, ξαναμοιράζεται, κ.ο.κ., και σε λίγο ίσως είναι σε θέση να παράγει προϊόντα, ομότιμα σχεδιασμένα, με υλική υπόσταση. Και τι καταλαβαίνει κανείς έπειτα από όλα αυτά; Ότι το μέλλον είναι περισσότερο πιθανό να το δημιουργήσεις από ότι να το προβλέψεις/>

Η ομότιμη θεωρία, σαν απόπειρα δημιουργίας μιας θεωρίας που επιτρέπει την κατανόηση του ομότιμου κινήματος, βρίσκεται στη μοναδική θέση να παντρεύει την αξία της ελευθερίας του ατόμου με τις αξίες της ισότητα και της αλληλεγγύης. Ψάχνοντας, λοιπόν, μια απάντηση στο ερώτημα με το οποίο άρχισε αυτό το άρθρο, ισχυριζόμαστε πως το ομότιμο κίνημα μας δείχνει το δρόμο.

<Εμείς ας συμμετέχουμε σε μια πανδαισία δημιουργίας που δημιουργεί τον κόσμο που θέλει, μέσα στον κόσμο που θέλει να ξεπεράσει/>


Ο Βασίλης Κωστάκης (PhD, Msc, MA) είναι ιδρυτής του P2P Lab και συγγραφέας του “Oμότιμου Mανιφέστου”. Tο παρόν κείμενο αποτελεί αναβαθμισμένη εκδοχή 

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Κοινωνική οικονομία: τόπος συνάντησης των αναγκών της επιβίωσης με την ανάκτηση της αξιοπρέπειας


του Γιώργου Λιερού

Η ανάδυση της Κοινωνικής Οικονομίας ακολούθησε σχεδόν άμεσα τη γένεση της οικονομίας της αγοράς. Δεν επρόκειτο παρά για την αυτοοργάνωση της νεαρής εργατικής τάξης· την αυτοοργάνωση για την κοινωνική ασφάλεια, τη μόρφωση αλλά και για τη συνεταιριστική ανάληψη παραγωγικών δραστηριοτήτων. Όχι μόνο για την επιβεβαίωση μέσα στο ζοφερό κοινωνικό τοπίο της Βιομηχανικής Επανάστασης αλλά προπάντων για την αξιοπρέπεια. Η Κοινωνική Οικονομία απετέλεσε ίσως την πρώτη μορφή με την οποία εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο το σύγχρονο εργατικό κίνημα· ευθύς εξαρχής είχε μια προνομιακή σχέση με τους λεγόμενους ουτοπιστές σοσιαλιστές (στην Αγγλία, το κίνημα του Όουεν προηγήθηκε από εκείνο των Χαρτιστών, ενός πιο πολιτικοποιημένου εργατικού κινήματος, το οποίο διεκδικούσε το καθολικό εκλογικό δικαίωμα).

Απ’ όλον αυτόν τον θεσμικό πλούτο τον οποίο δημιούργησε μέσα σ’ έναν αιώνα το εργατικό κίνημα, συγκροτήθηκε το κράτος πρόνοιας. Το τελευταίο αμφισβητήθηκε από τα αριστερά, από τα κινήματα νεολαίας της δεκαετίας του 1960, αλλά αποδομήθηκε από τα δεξιά, από τον επελαύνοντα νεοφιλελευθερισμό. Η αποδόμηση ξεκίνησε από τη Λατινική Αμερική και την Αγγλία και σήμερα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η σύγχρονη Κοινωνική Οικονομία έχει την καταγωγή της από τη μια στα κινήματα νεολαίας της δεκαετίας του 1960 και στα οικολογικά και εναλλακτικά κινήματα που τα διαδέχθηκαν, και από την άλλη στα αντινεοφιλελεύθερα κινήματα τα οποία εδώ και τρεις δεκαετίες συγκλονίζουν τη Λατινική Αμερική. Αυτά τα κινήματα πρωτοστάτησαν στους αγώνες εναντίον της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και αποτελούν μοναδικές εμπειρίες αυτοοργάνωσης των αποκάτω για την ανάληψη της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής.

Σε κάθε περίπτωση, η Κοινωνική Οικονομία, έρχεται να πάρει τη θέση του καταρρέοντος κράτους πρόνοιας και είναι το πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα σ’ ένα «εναλλακτικό επιχειρείν» και την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία. Η Κοινωνική Οικονομία αποτελεί ένα σπουδαίο πεδίο ανάπτυξης και συγκρότησης, ένα πραγματικό πειραματικό εργαστήρι, για αγοραίους θεσμούς οι οποίοι έρχονται να υποκαταστήσουν τους πολιτειακούς και κρατικούς. Από την άλλη, ιδίως σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, βλέπε κοινωνικής κατάρρευσης, η Κοινωνική Οικονομία αποτελεί όχι μόνο πεδίο δοκιμασίας των αντικαπιταλιστικών προταγμάτων στην πράξη αλλά και την κύρια ή τη μόνη δυνατή απάντηση όσων από τους αποκάτω πετάγονται οριστικά εκτός απασχόλησης και εκτός κοινωνικής προστασίας· είναι ο τόπος στον οποίο συναντώνται οι ανάγκες της επιβίωσης με τα πιο ευγενικά οράματα και την ανάκτηση της αξιοπρέπειας.

Η Κοινωνική Οικονομία είναι η μόνη διέξοδος στην απελπιστική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας (απελπιστική κατάσταση που δεν έχει να κάνει μόνο με τη φτώχεια και την εξαθλίωση). Χωρίς να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους πολλές εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, χωρίς την ατομική πρωτοβουλία, την προσωπική ευθύνη του καθενός χωριστά απ’ αυτούς, δεν μπορεί να επιτελεστεί το τιτάνιο έργο της από την αρχή ανασυγκρότησης της οικονομίας, της ανοικοδόμησης της χώρας, της ανασύστασης της κοινωνίας. Εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχει πλέον κάποιο πολιτικό σχέδιο που να μπορεί να υλοποιηθεί με διατάγματα από ένα κρατικό μηχανισμό (ακόμη κι αν ο μηχανισμός αυτός θα ήταν ο γερμανικός και όχι ο ελληνικός). Όχι βέβαια ότι στερούνται σημασίας οι πολιτικοί αγώνες και προπάντων η εξέγερση και η μετωπική αναμέτρηση με το κράτος. Δημιουργούν τον δημόσιο χώρο που εμπεριέχει αυτές τις δομές και τις κάνει κόσμο· προϋποθέτουν αλλά και μας χρειάζονται επίσης για να διευκολύνουν να αναδείξουν τη δημιουργικότητα του πλήθους των ανθρώπων στο μοριακό επίπεδο.

Μια «αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία», η οποία εκδηλώνει μια δυναμική υπέρβαση του καπιταλισμού, ξεχωρίζει πρώτα απ’ όλα γιατί ξεκινάει από σήμερα την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, υιοθετώντας, προκρίνοντας, τη συνεργασία, το συνεταιρισμό των ελεύθερων παραγωγών, και επίσης γιατί συγκρούεται δραστικά με την εμπορευματοποίηση της γης και τις δραματικές συνέπειές της για τους ανθρώπους και τον πλανήτη. Η εμπορευματοποίηση της ικανότητας για εργασία και η εμπορευματοποίηση της γης όρισαν στις αρχές του 19ου αιώνα τη μετάβαση από τις εμπορευματικές οικονομίες του πρώιμου καπιταλισμού στην αυτορρυθμιζόμενη αγορά και τον σύγχρονο καπιταλισμό. Η αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία αμφισβητώντας τη μισθωτή εργασία και την εμπορευματοποίηση της γης συνυφαίνεται με τα δυο μεγάλα κινήματα της εποχής μας, το εργατικό και το οικολογικό.

Ωστόσο, για μια κοινωνία που είναι επικεντρωμένη στην οικονομία, δηλαδή στη συνεχή μεγέθυνση της παραγωγής, στο μόχθο και την εργασία (ή στην απαλλαγή απ’ αυτά), στην όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση «υλικού» πλούτου, στην ατομική καταξίωση μέσα από την κατοχή πραγμάτων, στην διαρκή αύξηση της κατανάλωσης κ.τ.λ., ο καπιταλισμός είναι ένα καλό, το καλύτερο, σύστημα (ακόμη κι αν κάνει κακό στους ανθρώπους και τη φύση). Η θέσμιση στην προοπτική μιας άλλης κοινωνίας συνάδει με την απώλεια της φαντασιακής, συμβολικής και υλικής πρωτοκαθεδρίας που απολαμβάνει η οικονομία στην καπιταλιστική κοινωνία, συμβαδίζει με την επανενσωμάτωσή της στην κοινωνία. Μόνο με αυτήν την προϋπόθεση μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά (επίσης και στο οικονομικό επίπεδο) οι συνεταιρισμοί και η αυτοδιαχείριση και να είναι οικονομικά βιώσιμες οι μελλοντικές δημοκρατικές πολιτείες.

Δημοσιεύτηκε στο 9ο τεύχος της εργατικής εφημερίδας Δράση

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων το βιβλίο του Γιώργου Λιερού Υπαρκτός καινούργιος κόσμος: Κοινωνική/Αλληλέγγυα και Συνεργατική Οικονομία

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Η επιστροφή των Ζαπατίστας - "Για να ακουστούμε, πορευόμαστε σιωπηλά"


Καθώς το ημερολόγιο των Μάγια λήγει, ένας νέος κύκλος αγώνων αρχίζει με χιλιάδες Ζαπατίστας να καταλαμβάνουν ειρηνικά και σιωπηλά τις πλατείες των πόλεων σε ολόκληρη την Τσιάπας.

Οι Ζαπατίστας επιστρέφουν! Ρέοντας σαν το νερό του ποταμού που χτυπάει το ξίφος. Κι ενώ κάποιοι προσδοκούσαν τις εορτές των Χριστουγέννων, κάποιοι άλλοι τη λήξη του ημερολογίου των Μάγια, και κάποιοι άλλοι, ακόμη, το νέο ανακοινωθέν του Γενικού Διοικητή του EZLN που είχε αναγγελθεί το Νοέμβριο, οι κύριες πόλεις της Τσιάπας ξύπνησαν σήμερα (21/12) με τις αναμνήσεις του 1994.

Μπορεί σε όλο τον κόσμο να προετοιμάζονταν για το τέλος του κόσμου, αλλά φαίνεται ότι κάποιοι Μάγιας είχαν μια πολύ διαφορετική άποψη επί του θέματος. Προτίμησαν να μας στείλουν ένα άλλο μήνυμα: του νέου κόσμου που οικοδομούν σιωπηλά δύο δεκαετίες τώρα.

Από τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Δεκέμβρη 2012, χιλιάδες Ζαπατίστας από τις Βάσεις Στήριξης του EZLN -με τα πρόσωπά τους καλυμμένα με τις θρυλικές ζαπατίστικες κουκούλες και μαντήλια γύρω από το λαιμό τους- άρχισαν να πορεύονται σιωπηλά, σε τέλειο σχηματισμό, και να εισέρχονται στις πόλεις San Cristóbal de las Casas, Ocosingo, Las Margaritas, Comitan, και Altamirano, καταλαμβάνοντας τις κεντρικές πλατείες τους.

Αυτές ήταν οι ίδιες πλατείες, στις ίδιες πόλεις, που είχαν καταληφθεί κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των Ζαπατίστας την 1η Ιανουαρίου 1994. Αυτή τη φορά, όμως, βάδισαν ειρηνικά και σιωπηλά, κάτω από βαριά βροχή και υπό τις επευφημίες των πολιτών. Μετά από σιωπηλή πορεία μέσα από τις πόλεις, οι Ζαπατίστας επέστρεψαν πίσω στις κοινότητές τους, εξίσου σιωπηλά όπως εμφανίστηκαν.

Είναι η πιο εντυπωσιακή κινητοποίηση των Ζαπατίστας από το Μάιο του 2011, όταν -μαζί με το Κίνημα για Ειρήνη, Δικαιοσύνη, Αξιοπρέπεια του ποιητή Javier Sicilia- συγκέντρωσαν πάνω από 30.000 ανθρώπους στην κεντρική πλατεία του San Cristóbal de las Casas σε μια εκδήλωση εναντίον του "πολέμου κατά των ναρκωτικών" του Φελίπε Καλντερόν, που έχει ήδη κοστίσει στο Μεξικό περισσότερους από 70.000 θανάτους.

Αυτή η εντυπωσιακή σιωπηλή κινητοποίηση είναι η απάντηση των Ζαπατίστας στην αυξανόμενη, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, καταστολή των κοινοτήτων τους από την κυβέρνηση και τους παραστρατιωτικούς της, σε συνδυασμό με την επιστροφή του PRI -το κόμμα κατά του οποίου ο EZLN αρχικά κινητοποιήθηκε το 1994- στην κυβέρνηση.

Είναι επίσης ένα μήνυμα προς τον κόσμο: οι Ζαπατίστας είναι ακόμα εδώ, σιωπηλά και με υπομονή, όπως το νερό του ποταμού που χτυπάει το ξίφος...





"Η ιστορία του Ξίφους" είναι μια αρχαία παραβολή που δείχνει πώς οι αυτόχθονες λαοί του Μεξικού μπορούν τελικά να νικήσουν τον ευρωπαϊκό εισβολέα. "Το δέντρο", λέει ο Υποδιοικητής Μάρκος όταν διηγείται την ιστορία, "προσπάθησε να καταπολεμήσει το ξίφος, αλλά νικήθηκε. Η πέτρα το ίδιο." Αλλά όχι το νερό. ''Ακολουθεί το δικό του δρόμο, τυλίγεται γύρω από το ξίφος και, χωρίς να κάνει τίποτα, φτάνει στο ποτάμι που θα το μεταφέρει στο μεγάλο νερό, όπου οι μεγαλύτεροι των θεών σβήνουν τη δίψα τους, οι θεοί που γέννησαν τον κόσμο, οι πρώτοι."

Μετάφραση: Δ.Κ.

Πρωτότυπο κείμενο: http://roarmag.org

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Ανακοίνωση της εργατικής εφημερίδας Δράση για τη Βίλα Αμαλίας

Κάτω τα ξερά σας από την Βίλα Αμαλίας!

Η εισβολή στην ιστορική κατάληψη της βίλας Αμαλίας, η οποία για περισσότερα από 20 χρόνια αποτελεί χώρο ζωντανής και αδιαμεσολάβητης ριζοσπαστικής έκφρασης, σηματοδοτεί τη σύγχρονη "κατάσταση εξαίρεσης" που θέλουν να επιβάλλουν.

Το κράτος και η κυβέρνηση, προσπαθούν να οριοθετήσουν το πεδίο της ριζοσπαστικότητας των κινημάτων και της αμφισβήτησης, επιχειρώντας να ξεμπερδεύουν με ό,τι ξεφεύγει από την κανονικότητα της υποταγής και της συνδιαλλαγής με την κυριαρχία.

Σε μια περίοδο που τα αυτοοργανωμένα εγχειρήματα βρίσκονται σε άνοδο και διασπορά, είναι απαραίτητο για την επιβίωση του καταρρέοντος συστήματος να ξεριζωθεί ό,τι δεν μπορεί να ελεγχθεί.

Ειδικότερα η κατάληψη της βίλας Αμαλίας έχει μια ιδιαίτερη σημασία, αφού έχει σε μεγάλο βαθμό ανακόψει τις ρατσιστικές και φασιστικές επιθέσεις στη γύρω περιοχή και έχει αποτελέσει στο πρόσφατο παρελθόν στόχο φασιστικών συμμοριών. Η κυβέρνηση ήρθε να ολοκληρώσει το πρόσταγμα των συμμοριών αυτών, επικαλούμενη μάλιστα γελοία "ευρήματα" και "ανώνυμες καταγγελίες".

Κράτος και κυβέρνηση, για άλλη μια φορά, αποδεικνύουν ότι το μόνο που έχουν να μας προσφέρουν είναι καταστροφή. Από την άλλη πλευρά όμως, ό,τι δημιουργικό γίνεται βασίζεται στην αυτοοργάνωση και στην αλληλεγγύη, ριζώνει, πολλαπλασιάζεται και δεν καταστέλλεται.

Αλληλεγγύη σε όλους τους αυτοοργανωμένους χώρους!

Αυτοδιαχείριση, αυτοοργάνωση, άμεση δημοκρατία


εργατική εφημερίδα Δράση

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Κάλεσμα της εργατικής εφημερίδας Δράση στη διαδήλωση ανέργων και επισφαλώς εργαζομένων


ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ 
ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΠΙΣΦΑΛΩΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

ΑΞΙΟΠΡΕΠΗΣ ΖΩΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Σήμερα η ανεργία στη χώρα μας έχει ξεπεράσει το 26%, με διαρκώς αυξητικές τάσεις, στερώντας από όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού τη δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Επειδή οι άνεργοι θεωρούνται από τις κυβερνήσεις και το κράτος το μεγάλο «κοινωνικό κακό», το σύστημα εκμετάλλευσης βρίσκει πάντα τρόπους ώστε να «λύσει» το πρόβλημα: Τα προγράμματα «κοινωφελούς εργασίας» με τους πιο μαύρους από ποτέ όρους εκμετάλλευσης και τα προγράμματα κατάρτισης και πρακτικής άσκησης που ισοδυναμούν με άμισθη εργασία, είναι το μόνο που προσφέρει σήμερα το σύστημα, αποδεικνύοντας πως η μόνη πραγματική πρόθεσή του είναι να ενισχυθούν τα αφεντικά με φθηνούς και χωρίς δικαιώματα εργαζόμενους.

Το νέο μοντέλο ανάπτυξης της φθηνής, επισφαλούς εργασίας και της υψηλής ανεργίας είναι εδώ. Και μάλιστα έχει ως σπόνσορα την ίδια τη ΓΣΕΕ που αποτελεί σήμερα τον μεγαλύτερο εργοδότη στα προγράμματα «κοινωφελούς εργασίας»!

Επιπλέον, οι κοινωνικές «παροχές» στους ανέργους εξαντλούνται σε εξευτελιστικές εκπτώσεις σε προϊόντα, που ούτως ή άλλως είναι πανάκριβα, και στο εξευτελιστικό επίδομα ανεργίας, που κι αυτό πετσοκόβεται και αφορά όλο και λιγότερους. Αν σε αυτά προστεθεί και η ανύπαρκτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η επίσης ανύπαρκτη δυνατότητα εύρεσης εργασίας, συμπληρώνεται το παζλ της κοροϊδίας.

Από την άλλη πλευρά, οι άνεργοι και οι άνεργες, στην πλειοψηφία τους νέοι, σπρώχνονται στο περιθώριο, αφού το κυρίαρχο λαιφστάιλ στηριζόταν και στηρίζεται στο δόγμα του «είσαι ό,τι έχεις και ό,τι καταναλώνεις». Έτσι, σήμερα η πλειοψηφία αδυνατώντας να ακολουθήσει αυτό το μοντέλο ζωής, οδηγείται στην απομόνωση και την ιδιώτευση. Με άλλα λόγια, η λύση στη φτωχοποίηση και την ανεργία, αντιμετωπίζεται με μη συλλογικούς όρους, όπως η προσκόλληση στην οικογένεια και η αναζήτηση ατομικών λύσεων, με αισθήματα ντροπής και αδρανοποίηση. Ωστόσο, η παγκόσμια κρίση, που πέρα από οικονομική είναι και κοινωνική, έχει διαπεράσει όλους τους θεσμούς, και το πρόβλημα της ανεργίας δεν μπορεί να ξεπεραστεί στα στενά όρια του θεσμού της οικογένειας ή με τη μετανάστευση, σε έναν δηλαδή νέο εγκλωβισμό.

Το θέμα της ανεργίας μας αφορά όλους και όλες, εργαζόμενους και μη, επισφαλώς εργαζόμενους και μετανάστες, νέους και παλιότερους, και για αυτό το λόγο χρειάζεται να στηριχθούν όλες οι προσπάθειες αυτοοργάνωσης και αγώνα των ανέργων και των επισφαλώς εργαζομένων.

Δεν θέλουμε η ανεργία να είναι άλλο ένα εκβιαστικό χαρτί στα χέρια των αφεντικών για να πιέζουν προς τα κάτω το σύνολο των συνθηκών ζωής όλων μας.

Θέλουμε να ζούμε όλοι και όλες με αξιοπρέπεια, είτε εργαζόμαστε είτε όχι.

Ξέρουμε ότι μόνο η αυτοοργάνωση, η αλληλεγγύη και οι συλλογικοί μας αγώνες θα μπορέσουν να σπάσουν τον τρόμο της ανεργίας και της επισφάλειας.

Δεν περιμένουμε λύσεις από τον καπιταλισμό και το κράτος, παίρνουμε την υπόθεση στα χέρια μας, δημιουργώντας τα δικά μας συνεργατικά εγχειρήματα, κολλεκτίβες εργασίας και εργατικούς συνεταιρισμούς, όπου με όρους ισότητας, αλληλεγγύης, αυτοδιαχείρισης και άμεσης δημοκρατίας μπορούμε να καλύψουμε και τις άμεσες βιοποριστικές ανάγκες μας και να ανοίξουμε το δρόμο για μια άλλη παραγωγή στα χέρια της κοινωνίας, πέρα από κέρδος και εκμετάλλευση.

Γιατί μόνο εμείς μπορούμε!

Για να πάρουμε πίσω τον πλούτο που παράγουμε και τη ζωή που μας κλέβουν

Αυτοοργάνωση-Αλληλεγγύη-Αυτοδιαχείριση

Όλοι και όλες στη διαδήλωση ανέργων και επισφαλών εργαζομένων την Πέμπτη 20/12, 18:00, στα Προπύλαια


εργατική εφημερίδα Δράση

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Μετά το Δεκέμβρη... Συνήθεια: Ο αυτοκατασταλτικός μηχανισμός της εξέγερσης


του Αντώνη Αγγελή

Όσο ο χρόνος κυλούσε αφήνοντας πίσω του την 6η Δεκεμβρίου του 2008 όλο και περισσότερο, τόσο η συχνότητα, η ένταση και η μαζικότητα των διαδηλώσεων άρχισαν να μειώνονται και να κοπάζουν. Ιδιαίτερα με την έλευση του νέου χρόνου, η καθημερινότητα άρχισε να βρίσκει τους συνηθισμένους ρυθμούς της. Η εικόνα των πόλεων, όπως αυτή αναδείχθηκε, αφού σκόρπισαν οι καπνοί από τις φωτιές και τα δακρυγόνα, δε διέφερε απ’ αυτήν που είχαν πριν τις εξεγέρσεις. Το μόνο παράταιρο στο συνηθισμένο αυτό τοπίο κι αυτό που θύμιζε τα παρελθόντα γεγονότα ήταν τα σημάδια που αυτά είχαν αφήσει στο σώμα της πόλης, όπως οι γεμάτοι από συνθήματα τοίχοι και τα θωρακισμένα και σιδηρόφρακτα πια καταστήματα και τράπεζες. Μπορούσε κανείς και πάλι να δει τους κατοίκους να χρησιμοποιούν τους δρόμους και τα πεζοδρόμια της πόλης μόνο για να κινηθούν και να μετακινηθούν από και προς το χώρο εργασίας τους ως συνήθως, να κατεβαίνουν στην αγορά και να συναλλάσσονται με τα καταστήματα και τις τράπεζες ως συνήθως, να συγκεντρώνονται στις καφετέριες ή οπουδήποτε αλλού ως συνήθως.

Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια ωστόσο, τις συζητήσεις μεταξύ των κατοίκων σχεδόν μονοπωλούσαν τα προβλήματα της μείωσης των μισθών, της αύξησης των τιμών, των μαζικών απολύσεων, του ζοφερού μέλλοντος, της ελλιπούς παιδείας και των υποδομών της, της περιθωριοποίησης κοκ. Τα ίδια δηλαδή προβλήματα που τους απασχολούσαν και πριν τις εξεγέρσεις. Σ’ αυτές ακριβώς τις καθημερινές συζητήσεις θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς τόσο μιαν απογοήτευση, που προέκυπτε από τη ματαιότητα ή την αποτυχία του προηγούμενου αγώνα διεκδίκησης δικαιωμάτων, όσο και μιαν ανακούφιση, που προέκυπτε από την αποκατάσταση των καθημερινών συνηθειών τους. Μέσα από τέτοιες χρονικά αποστασιοποιημένες και εκ του ασφαλούς αποτιμήσεις των γεγονότων γεννιέται ο προβληματισμός για το πώς λειτούργησαν οι συνήθειες και πόσο καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος τους στην έκβαση της εξέγερσης.

Σύμφωνα με τον Μπουρντιέ, οι έξεις είναι ένα σύνθετο δίκτυο άτυπων κανόνων, που έχοντας έναν ρητά κανονιστικό χαρακτήρα λειτουργούν ως γενεσιουργές και οργανωτικές αρχές των πρακτικών και των αναπαραστάσεων (Bourdieu, 2006). Από τη στιγμή, λοιπόν, που οι συνήθειες αποτελούν τους βασικούς κανόνες και καθορίζουν τον τρόπο αντίληψης και συμπεριφοράς μας, το να γνωρίζουμε τις συνήθειες μιας κοινωνίας σημαίνει να γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο αυτή σχετίζεται με την πραγματικότητα, με τον κόσμο.

Έτσι, πριν την εξέγερση του Δεκέμβρη, αν κανείς εστίαζε αποκλειστικά στην κανονικότητα των συνηθισμένων πρακτικών της καθημερινότητας των κατοίκων, μπορούσε να διαπιστώσει μια, φαινομενικά τουλάχιστον, ομαλή και ασφαλή κοινωνική λειτουργία. Οι ρητορικές που αναπτύσσονταν την περίοδο εκείνη αλλά και η ίδια η κανονικότητα της καθημερινότητας αναδείκνυαν μια κοινωνία που είτε δεν είχε προβλήματα να αντιμετωπίσει, είτε τα όποια προβλήματα είχε δεν ήταν τόσο σημαντικά ώστε να διαταράξουν την ομαλή λειτουργία της καθημερινότητας των κατοίκων της.

Στην πραγματικότητα, όμως, καμία από τις δύο εκδοχές δεν ίσχυε. Η ελληνική κοινωνία της προ-εξεγερσιακής περιόδου ήταν μια κοινωνία που είχε πολλά προβλήματα να απασχολούν αυτή και τα μέλη της. Την περίοδο εκείνη ήταν που είχε αρχίσει να ακούγεται επισήμως δειλά, ανεπισήμως όμως έντονα, η περίπτωση μιας επικείμενης κρίσης της ελληνικής οικονομίας, σπέρματα της οποίας εμφανίζονταν μέσα από τις περικοπές μισθών και προσωπικού, την αύξηση των φόρων κοκ. Πιο συγκεκριμένα, σε πολλές μεγαλοεπιχειρήσεις και μεγαλοεταιρίες, ήδη από το καλοκαίρι του 2008, πολλοί εργαζόμενοι, όσο και αν ακούγεται οξύμωρο, αναγκάστηκαν από τις διοικήσεις να οδηγηθούν σε «εθελούσια έξοδο», δηλαδή σε πρόωρη συνταξιοδότηση προκειμένου να μη χάσουν το εφάπαξ. Παράλληλα, στις περισσότερες πόλεις τα δημοτικά τέλη αυξήθηκαν κατά 10%, ενώ οι μισθοί των εργαζομένων, αν δε μειώνονταν, παρέμεναν παγωμένοι.

Απέναντι στα προβλήματα αυτά, τα οποία δημιουργούσαν διαρκώς νέα στην καθημερινότητα των πολιτών, δεν υπήρξε καμία αντίδραση, τουλάχιστον σε επίπεδο μαζικής, δυναμικής κινητοποίησης. Βασιζόμενος κανείς σ’ αυτήν τη στάση έναντι της κοινωνικής πραγματικότητας θα μπορούσε να διαπιστώσει πως «όλοι έχουν συνηθίσει να κλαίγονται ότι έχουν διάφορα προβλήματα, ότι δεν έχουν λεφτά για να ζήσουν και άλλα τέτοια, αλλά όλα τα μαγαζιά είναι γεμάτα κάθε μέρα και στην ουσία δε γίνεται τίποτα». Ενώ, λοιπόν, οι πολίτες είναι σε θέση να εντοπίζουν τα όποια προβλήματα, δεν επιχειρούν την επίλυση των προβλημάτων αυτών παρά μόνο στο φραστικό επίπεδο της συζήτησης. Αυτή η απουσία αντίδρασης, ωστόσο, εκκινεί από και αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία συνηθίζει να σχετίζεται με την πραγματικότητα.

Είναι γεγονός πως οι κρατικές αποφάσεις, μέσα από θεσμούς που τις υποστηρίζουν και τις προωθούν, παράγουν μια μεγάλη ποικιλία οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων στην καθημερινότητα των πολιτών. Η βία, όμως, που αυτές οι αποφάσεις, αυτοί οι θεσμοί, και αυτά τα προβλήματα συνιστούν, μέσα από την κοινωνική ανισότητα, τις ταξικές διαφορές, την καταναλωτική δύναμη, την εργασιακή εκμετάλλευση κοκ, είναι μια μορφή βίας αδιόρατη, καθημερινή, η οποία γίνεται αντιληπτή όχι ως βία αλλά ως αναπόσπαστο τμήμα της λειτουργικής κανονικότητας ενός νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα λοιπόν, οι κάτοικοι των πόλεων συζητούσαν για την εργασιακή εκμετάλλευση, ενώ βρίσκονταν στη δουλειά τους, συζητούσαν για τις αυξήσεις των τιμών των προϊόντων, ενώ ψώνιζαν στα καταστήματα, συζητούσαν για το οικονομικό τους αδιέξοδο, ενώ βρίσκονταν στα κέντρα διασκέδασης. Με άλλα λόγια, τα προβλήματα ήταν η ίδια η καθημερινότητά τους.

Έτσι, στις προ-εξεγερσιακές κοινωνίες, αυτός ο τρόπος θέασης των προβλημάτων ως κανονικότητας αναδείκνυε την τυφλότητα των πολιτών απέναντι στην κοινωνική τους πραγματικότητα. Η τυφλότητα αυτή εκκινούσε από τη συνήθεια της συστημικής βίας των κοινωνικών προβλημάτων. Πιο συγκεκριμένα, αυτή η τυφλότητα της συνήθειας ήταν που αποτυπωνόταν μέσα από αγανακτισμένους προβληματισμούς-διαπιστώσεις της περιόδου εκείνης όπως: «Έπρεπε δηλαδή να σκοτωθεί το παιδί για να βγούμε στους δρόμους; Λες και δεν είχαμε προβλήματα στην καθημερινότητά μας για να αντιδράσουμε, λες και πριν την εκτέλεση του Αλέξη όλα τα άλλα πήγαιναν καλά!». Μέσα από τέτοιες ρητορικές διαγράφεται ο καθοριστικός ρόλος που διαδραμάτισαν οι συνήθειες, τόσο στην κλιμάκωση όσο και την τελική καταστολή της εξέγερσης.

Οι καταστάσεις λοιπόν στις οποίες αναφέρονται αυτές οι ρητορικές, αν και εμφανίζονται να έχουν μια κοινή βάση αναφοράς, τη βία, ωστόσο, διακρίνονται μεταξύ τους από το δίπολο ορατού/αδιόρατου. Έτσι, η καθημερινή βία που μπορεί να βίωναν οι πολίτες και που μπορεί να είχε οδηγήσει πολλές φορές σε κοινωνικό θάνατο μέσω της περιθωριοποίησης, του κοινωνικού αποκλεισμού, της ανεργίας και του οικονομικού-ψυχολογικού αδιεξόδου, ήταν μια βία αδιόρατη, που ασκούταν όχι από κάποιους συγκεκριμένους κοινωνικούς δρώντες αλλά από την εξουσία του συστήματος λειτουργίας μιας καπιταλιστικής κοινωνίας. Από την άλλη, το γεγονός της δολοφονίας του 15χρονου από τον αστυνομικό αποκάλυψε μια βία με σαφώς προσδιορίσιμους δρώντες, που διαμεσολαβημένη από τη μιντιακή τεχνολογία κατέστη ευρύτατα γνωστή και σαφώς ορατή.

Παρατηρείται, λοιπόν, ότι η συστημική βία λαμβάνει τη μορφή της αντικειμενικής βίας, μιας βίας με την οποία τα υποκείμενα ζουν καθημερινά, μιας βίας δηλαδή που σύμφωνα με τον Ζίζεκ αφορά ακόμη και τις πιο αδιόρατες μορφές καταναγκασμού και ενυπάρχει σε μια «φυσιολογική» κατάσταση πραγμάτων. Αντίθετα, η υποκειμενική βία είναι αυτή που διαταράσσει αυτήν ακριβώς τη «φυσιολογική» κατάσταση πραγμάτων και διαπράττεται από σαφώς προσδιορίσιμους κοινωνικούς δρώντες (Zizek, 2010).

Η ανταπόκρισή μας, λοιπόν, απέναντι σε τέτοιες περιπτώσεις ορατής ή αδιόρατης βίας καθορίζεται από τις συνήθειες που επιβάλλουν τη συναισθηματική μας εγγύτητα ή αποστασιοποίηση προς αυτές τις μορφές βίας αντίστοιχα. Για παράδειγμα, ενώ όλοι μας γνωρίζουμε τις βίαιες τακτικές που υιοθετεί η αστυνομία κατά τις συλλήψεις, τις προσαγωγές, τους ελέγχους, τις ανακρίσεις, ωστόσο, για καμία από αυτές τις βιαιότητες που διαπράττονται, δεν αντιδρούμε ή τουλάχιστον δεν αντιδρούμε έντονα και μαζικά. Αυτό συμβαίνει γιατί, αν και γνωρίζουμε ότι είναι πραγματικότητα, ωστόσο, παραμένει στο επίπεδο της υπόθεσης μακριά από την απτή-ορατή πραγματικότητά μας. Μόνο όταν αυτή η βιαιότητα περάσει στο πεδίο ορατότητας και άμεσης αντιληπτικότητάς μας, έρθει με λίγα λόγια πολύ κοντά μας, αισθανόμαστε την ανάγκη αντίδρασης.

Έτσι, απέναντι στην απορία-προβληματισμό για το αν έπρεπε να σκοτωθεί το παιδί για να κινητοποιηθούμε, η απάντηση δόθηκε μέσα από ένα χαρακτηριστικό μήνυμα-σύνθημα που ακουγόταν επανειλημμένα στις πορείες του Δεκέμβρη και απευθυνόταν από τους διαδηλωτές προς όλους αυτούς που παρακολουθούσαν από τον καναπέ τους ή το μπαλκόνι του σπιτιού τους τις διαμαρτυρίες. Το σύνθημα ήταν «Όταν οι μπάτσοι σκοτώσουν τα παιδιά σας, τότε θα βγείτε απ’ τα κλουβιά σας». Αν, λοιπόν, οι πολίτες είχαν συνηθίσει την αδιόρατη βία στα πλαίσια της κανονικότητας της καθημερινότητάς τους, τότε η ορατότητα της βίας, μέσα από τη δολοφονία του 15χρονου, υπήρξε δυστυχώς η απαραίτητη αφορμή για τη διατάραξης αυτής της συνηθισμένης καθημερινότητάς τους.

Αυτή ακριβώς η διατάραξη των συνηθειών της καθημερινότητας ήταν που αναδείχθηκε στις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη. Τουλάχιστον τις δύο πρώτες εβδομάδες μετά τη δολοφονία, ελάχιστες από τις προηγούμενες συνήθειες της ελληνικής κοινωνίας συνέχισαν να λειτουργούν μέσα από τις πρακτικές των κατοίκων. Πιο συγκεκριμένα, οι μαθητές δεν πήγαιναν στο σχολείο τους για να κάνουν μάθημα αλλά για να συνεχίσουν την κατάληψη, οι εργαζόμενοι είτε δεν πήγαιναν στις δουλειές τους ή πήγαιναν για κάποια ώρα και μετά κατέβαιναν στις πορείες κοκ. Αυτή, όμως, η κοινωνία στις αρχές της εξεγερσιακής περιόδου, που ήταν «μια κοινωνία χωρίς συνήθειες», είχε ημερομηνία λήξης.

Μετά τις πρώτες εβδομάδες της μεγάλης έντασης και των μαζικών διαδηλώσεων άρχισαν να αναπτύσσονται ακόμη και μεταξύ των διαδηλωτών λόγοι όπως: «ο κόσμος κουράστηκε από την τόση βία, το σπάσιμο, το κάψιμο, την οργή». Με άλλα λόγια, μια κοινωνία, που είχε συνηθίσει να μην αντιδρά ή να αντιδρά στα πολιτικά και κοινωνικά κακώς κείμενα με απεργίες το πολύ 24ώρου, με καθιστικές διαμαρτυρίες και διάφορους άλλους ήπιους τρόπους, δεν μπορούσε να αντέξει για πολύ αυτήν την χρονικά, χωρικά και πρακτικά ακαθόριστη και χαοτική μαζικότητα μιας εξέγερσης, όπως αυτής του Δεκέμβρη. Όταν λοιπόν, αν όχι όλοι, τουλάχιστον οι περισσότεροι από τους διαδηλωτές διαπίστωναν, πως «είναι φρικτό, εφιαλτικό, τρομάζω στη ιδέα ότι μπορεί τα παιδιά μου να μεγαλώσουν σε τέτοιες συνθήκες» (εννοώντας τις συνθήκες της εξέγερσης), αυτό που αναδεικνυόταν μέσα από τέτοιες ρητορικές ήταν η δύναμη της συνήθειας να αποκλείει «δίχως βία, δίχως τέχνη, δίχως επιχείρημα» όλες τις «τρέλες» (δεν είναι για εμάς), όλες δηλαδή τις συμπεριφορές που θα μπορούσαν να κυρωθούν αρνητικά, διότι είναι ασύμβατες με τις αντικειμενικές συνθήκες» (Bourdieu, 2006: 93).

Αν πράγματι, λοιπόν, οι συνήθειες καθορίζουν τον τρόπο σκέψης, αντίληψης και αντίδρασης των δρώντων υποκειμένων, τότε η ελεύθερη επιλογή και δράση δεν είναι και τόσο ελεύθερη, και η αυτοκαταστολή της εξέγερσης ήταν προδιαγεγραμμένη. Εστιάζοντας, λοιπόν, στα γεγονότα και την πραγματικότητα της περιόδου εκείνης θα μπορούσε να ακούσει και να δει κανείς το σύνολο των πολιτών να εκφράζει με λόγια ή με πράξεις την αμέριστη συμπαράσταση στις αντιδράσεις κατά της κρατικής βίας, αλλά και το ίδιο το κράτος με τους επίσημους εκπροσώπους του να κατανοεί, να υποστηρίζει ακόμη και να προτρέπει τους διαδηλωτές σε έναν αγώνα ενάντια στη βία, απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται. Ο πρόεδρος της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης Γιώργος Παπανδρέου υποστήριζε δημόσια: «Είναι ώρα να απορρίψουμε κατηγορηματικά αυτή την αντίληψη της βίας και της αυθαιρεσίας στη χώρα μας, από όπου και αν προέρχεται» και καλούσε τους πολίτες σε έναν αγώνα «χωρίς βία, ενάντια στη βία» (Tο Βήμα on line, Άγγελος Κωβαίος, 9/12/08).

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του υπουργού προστασίας του πολίτη κ. Χρυσοχοϊδη το Δεκέμβρη του 2009, ένα χρόνο μετά τη δολοφονία και λίγο πριν την έναρξη των επετειακών διαδηλώσεων στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, που ανέφερε: «… Το αίμα ενός άτυχου παιδιού έγινε η αφορμή για να εκφραστεί ένα πρωτοφανές κύμα βίας στην Αθήνα, στην Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της χώρας μας. Μέσα από την διαμαρτυρία των πολιτών και των μαθητών απέναντι στο αποτρόπαιο γεγονός, κάποιοι βρήκαν ευκαιρία να βανδαλίσουν, να καταστρέψουν και να λεηλατήσουν τις πόλεις. Προσέδωσαν ιδεολογικό άλλοθι σε μια υποκουλτούρα ωμής βίας και καταστροφικής μανίας που κατέληξε σε καμένα κτίρια, σπασμένες βιτρίνες, λεηλασίες και δολοφονικές επιθέσεις… Το επόμενο τριήμερο και με αφορμή τις εκδηλώσεις μνήμης για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, διάφορες περιθωριακές ομάδες θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν τη δική τους επέτειο βίας και ανομίας, που καμία σχέση δεν έχει με τις διεκδικήσεις της νέας γενιάς. Η οργανωμένη πολιτεία θα κάνει τα πάντα για να το αποτρέψει… Στις 6 Δεκεμβρίου η Ελλάδα απαιτεί μια νέα αρχή. Οι μέρες που έρχονται είναι αφορμή να στείλουμε θετικά μηνύματα, μια κατάφαση για τη ζωή, τη δημιουργία, τη νέα γενιά. Είναι στοίχημα των παιδιών, των μαθητών, των φοιτητών να διεκδικήσουν μια παιδεία με ανοιχτούς ορίζοντες, αξιοπρεπείς δουλειές, ένα περιβάλλον ανθρώπινο, σχέσεις αλληλεγγύης και κατανόησης. Να θέσουν μια ατζέντα για το μέλλον και να την διεκδικήσουν, απομονώνοντας τις περιθωριακές εκδοχές της βίας που θέλουν να μετατρέψουν τις πόλεις μας σε ζώνες ανομίας, άβατα και γκέτο...» (Το Βήμα on line, 4/12/09).

Μέσα από αυτές τις επίσημες δηλώσεις-προτάσεις αναδεικνυόταν ένα κράτος και μια κυβέρνηση που είτε δε φοβόταν το ρίσκο μιας κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής, είτε, ως δημοκρατική, έδινε την ελευθερία επιλογής στο λαό της. Στην πραγματικότητα όμως τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε. Η κρατική πρόταση για ελεύθερη επιλογή συμμετοχής ή μη των πολιτών στις διαδηλώσεις, από τη στιγμή που ακολουθούταν από περιορισμούς, που τόνιζαν πως ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέξει αν θα συμμετάσχει ή όχι αλλά αυτόματα μπορεί ανά πάσα στιγμή να θεωρηθεί ύποπτος, καθιστούσε αυτήν την επιλογή κατ’ επίφαση ελεύθερη ή ελεγχόμενα ελεύθερη. Απέναντι σ’ αυτή την ελεγχόμενα ελεύθερη επιλογή η απάντηση των πολιτών ήταν να κατέβουν στις διαδηλώσεις με το όποιο κόστος.

Και στο σημείο αυτό θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως ο καθένας είχε την ελευθερία να επιλέξει αν θα κατέβει στις διαδηλώσεις ή όχι, δηλαδή αν θα είναι ή όχι ύποπτος. Αυτό, όμως, που αναδεικνυόταν μέσα από αυτού του είδους τις επίσημες προτάσεις-προτροπές ήταν ότι με την εξέγερση διακυβευόταν η βασικότερη, δομική συνήθεια του κάθε πολίτη, η ταυτότητά του, η κοινωνική του υπόσταση. Έτσι, στις περισσότερες ελληνικές πόλεις μέσα στα πλαίσια των εξεγέρσεων, άρχισε να γίνεται αισθητή και να αποτυπώνεται μέσα από διάφορες ρητορικές μια απροσδόκητη και για τους ίδιους τους διαδηλωτές ενοποίηση. Η ταυτότητα του ενός και του άλλου δε χαρακτηριζόταν από διαφορετικότητα αλλά από ομοιότητα, βάσει των κοινών διεκδικήσεών τους, και οι βασικές κοινωνικές και ταξικές δομές άρχισαν να κλονίζονται. Μέσα σ’ αυτό το εξεγερσιακό κλίμα, η αμφισβήτηση των δομικών συνηθειών άρχισε να δημιουργεί ένα αίσθημα φόβου απέναντι σε μια εντελώς διαφορετική εικόνα από τη συνηθισμένη ως τότε εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτός ο φόβος του αγνώστου, του ακαθόριστου, του ασυνήθιστου ήταν που ανέδειξε το πόσο παγιωμένες είναι οι συνήθειες μέσα στα δρώντα υποκείμενα και το πόσο καθοριστικό ρόλο παίζουν στην ελεύθερη επιλογή.

Ενώ, λοιπόν, οι πολίτες επέλεξαν να εξεγερθούν για να αλλάξουν την κοινωνική τους πραγματικότητα και τα προβλήματά της, «κατέληξαν στην ουσία να μην έχουν πετύχει κάτι και όλα να είναι όπως και πριν». Άλλωστε, η πιο χαρακτηριστική δήλωση-θέση, που επαναλαμβάνεται από διάφορες πλευρές πάντοτε σε τέτοιες καταστάσεις, είναι πως «αφού δεν έχει αλλάξει ποτέ τίποτα, γιατί να άλλαζε με την εξέγερση του Δεκέμβρη;». Αυτή ακριβώς η ρητορική ήταν που αναδείκνυε μια a priori απογοήτευση αλλά και μια καθησυχαστική βεβαιότητα, τόσο για τους διαδηλωτές, όσο και για το ίδιο το κράτος. Αυτή η πεποίθηση ότι «τίποτε δε μπορεί να αλλάξει» ήταν που αναδείκνυε τα όρια της ελευθερίας επιλογής και δράσης των δρώντων υποκειμένων. Από αυτήν την πεποίθηση άντλησε την αρχική της δυναμική η εξέγερση, και από την αμφισβήτησή της και το φόβο μιας ριζικής και δομικής ανατροπής αυτής της ίδιας πεποίθησης οδηγήθηκε στην καταστολή. Βάσει αυτής της πεποίθησης, το κράτος ήταν σε θέση να προτρέπει σε διαδηλώσεις εκ του ασφαλούς, γνωρίζοντας ήδη την έκβαση των εξεγέρσεων.

Έτσι, οι πολίτες είχαν την ελεγχόμενα ελεύθερη επιλογή να εξεγερθούν και το έκαναν, τουλάχιστον στις πρώτες μέρες των διαδηλώσεων, για να επιτύχουν κάποια βελτίωση και εξασφάλιση της ζωής και της καθημερινότητάς τους. Όταν, όμως, μέσα από την πρακτική της εξέγερσης, εμφανίστηκε η πιθανότητα μιας ριζικής αλλαγής και ανατροπής των συνηθειών τους, τότε η εξέγερση οδηγήθηκε στην αυτοκαταστολή. Αυτή η επιλογή των δρώντων υποκειμένων, να σταματήσουν τις διαδηλώσεις, δεν ήταν επί της ουσίας ελεύθερη αλλά εκκινούσε από την κοινωνικά και δομικά παγιωμένη αντίληψη ότι «τίποτε δε μπορεί να αλλάξει». Και αυτή η αντίληψη δεν ήταν κάτι που εμφανίστηκε για πρώτη φορά μέσα στα πλαίσια του εξεγερσιακού Δεκέμβρη, παρά είχε βαθύτερες εκκινήσεις.

Πιο συγκεκριμένα, οι κάτοικοι μιας πόλης (και είναι πολλές αυτές οι πόλεις και οι περιοχές τους) υποτίθεται πως πάντα έχουν την ελευθερία επιλογής να αντιδράσουν στην καθημερινή ρύπανση που προκαλεί το μεγάλο εργοστάσιο, που λειτουργεί στην περιοχή, διαδηλώνοντας, κάνοντας στάση εργασίας, απεργίες κοκ, ωστόσο, γνωρίζουν εξίσου πάντα πως το εργοστάσιο συντηρεί πάρα πολλές οικογένειες, οι οποίες σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να μείνουν άνεργες, και η εργασία ή η ανεργία δεν είναι ποτέ ζήτημα ελεύθερης επιλογής σε μια καπιταλιστική τουλάχιστον κοινωνία. Έτσι ακριβώς και στις διαδηλώσεις, ενώ οι διαδηλωτές υποτίθεται πως είχαν την ελευθερία επιλογής να συνεχίσουν τις εξεγέρσεις απεριόριστα, στην πραγματικότητα γνώριζαν πως κάτι τέτοιο θα έβαζε σε κίνδυνο και θα ανέτρεπε βασικές αρχές-συνήθειες της διαβίωσης τους.

Ο κατασταλτικός, λοιπόν ρόλος που διαδραμάτισαν οι συνήθειες στο εξεγερσιακό σκηνικό των πόλεων, αποδεικνύει ότι το ασυνείδητο αυτό υπόστρωμα των συνηθειών είναι που αντιστέκεται στην απεριόριστη και ακαθόριστη ελευθερία επιλογής των δρώντων υποκειμένων, καθορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με την πραγματικότητα. Αυτή ακριβώς η δυναστευτική λειτουργία των συνηθειών αποτυπώνεται χαρακτηριστικά μέσα από τα λόγια του Τζορτζ Όργουελ , ο οποίος στα 1937 έγραφε:

«Όλοι καταφερόμαστε εναντίον των ταξικών διακρίσεων, αλλά πολλοί λίγοι επιθυμούμε σοβαρά τη κατάργησή τους. Εδώ προσκρούει κανείς στο σημαντικό γεγονός ότι κάθε επαναστατική ιδέα αντλεί μέρος της δύναμής της από την ενδόμυχη πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει.[…] Στο βαθμό που το ζητούμενο είναι απλώς να βελτιωθεί η μοίρα του εργάτη, κάθε αξιοπρεπής άνθρωπος συμφωνεί.[…] Αλλά, δυστυχώς, δε φτάνει κανείς πιο πέρα επιθυμώντας απλώς να εξαλειφθούν οι ταξικές διακρίσεις. Για την ακρίβεια, είναι αναγκαίο να επιθυμούμε να εξαλειφθούν, αλλά η επιθυμία μας δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα, αν δεν κατανοήσουμε τι συνεπάγεται. Το γεγονός που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι ότι το να καταργήσουμε τις ταξικές διακρίσεις σημαίνει να καταργήσουμε ένα μέρος του ίδιου μας του εαυτού. Ιδού εγώ, ένα τυπικό μέλος της μεσαίας τάξης. Μου είναι εύκολο να λέω ότι θέλω να απαλλαγώ από τις ταξικές διακρίσεις, αλλά σχεδόν όλα όσα σκέφτομαι και κάνω είναι απόρροια ταξικών διακρίσεων.[…] Πρέπει να αλλάξω τον εαυτό μου τόσο ριζικά, που στο τέλος μετά βίας θα μπορώ να τον αναγνωρίζω». (George Orwell, 2004: 85)

------------------------
- Bourdieu, P., 2006. Η αίσθηση της πρακτικής, Θεόδωρος Παραδέλλης (μτφρ.), εκδ. Αλεξάνδρεια.
- Orwell, G., 2004. Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν, Ανδρέας Σοκοδήμος (μτφρ.), εκδ. Κάκτος, Αθήνα 2004.
- Zizek, S., 2010. Βία. Έξι λοξοί στοχασμοί, εκδ. Scripta, Αθήνα 2010.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Στρατηγικές ελέγχου του ανεξέλεγκτου της εξέγερσης του Δεκέμβρη

Πειραιάς, 8 Δεκεμβρίου 2008

του Αντώνη Αγγελή

Το Δεκέμβρη του 2008 όσο η ακαθόριστη και χαοτική λειτουργία των πρακτικών και των ταυτοτήτων, μέσα στο εξεγερσιακό σκηνικό της πόλης, αποτύπωνε την αναγκαιότητα σύστασης και διάρθρωσης μιας νέας, διαφορετικής πραγματικότητας, εγγεγραμμένης στο χώρο, άλλο τόσο προϋπέθετε και αναδείκνυε την ανάγκη ενός ριζικού συγκλονισμού και κατάργησης της εξουσιαστικής κανονικότητας των χώρων. Στο σκηνικό αυτό, όμως, παρούσα ήταν και η ίδια η κρατική εξουσία μέσω των φορέων της, δηλαδή της αστυνομίας και των δυνάμεων καταστολής. Ο ρόλος που αυτοί ανέλαβαν ήταν όχι η άμεση καταστολή των βίαιων γεγονότων, αλλά η έμμεση καταστολή ολόκληρης της εξέγερσης, μέσα από τον περιορισμό της σε συγκεκριμένους χώρους, τον καθορισμό των ακαθόριστων ταυτοτήτων και τον έλεγχο των ανεξέλεγκτων πρακτικών αντίστασης.

Έτσι, παρόλο που οι πιο συχνές ρητορικές της περιόδου εκείνης απέδιδαν την εικόνα μιας πόλης βομβαρδισμένης, «μιας πόλης φάντασμα», καθώς και την ανάπτυξη μέσα σ’ αυτήν τόσο γενικευμένων πρακτικών αντίστασης, που θύμιζε «αντάρτικο πόλης», στην πραγματικότητα, πολύ συγκεκριμένες περιοχές κάθε φορά πιστοποιούσαν τις ρητορικές αυτές. Χαρακτηριστικό, λοιπόν, ήταν ότι την περίοδο εκείνη, σ’ αυτές τις πολύ συγκεκριμένες περιοχές, τράπεζες, μεγάλα ή και ορισμένα μικρότερα καταστήματα και δημόσια κτήρια δέχτηκαν τις επιθέσεις των διαδηλωτών, πολλές φορές μάλιστα χωρίς καμία αντίδραση από την πλευρά της αστυνομίας ή των δυνάμεων καταστολής.

Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, μια άλλη εξίσου συχνή ρητορική, που αναπτύχθηκε γύρω από τις στρατηγικές της αστυνομίας και των δυνάμεων καταστολής, υποστήριζε πως σε πολλές περιπτώσεις η παθητική στάση τους είχε να κάνει με το πρόσφατα βεβαρημένο ιστορικό τους, αυτό δηλαδή της δολοφονίας του 15χρονου Αλέξη. Στην πραγματικότητα όμως, περισσότερο από τη δήθεν ηθική συστολή τους, αυτό που καθόρισε τη στάση των εν λόγω φορέων της κρατικής εξουσίας ήταν οι καλά μεθοδευμένες στρατηγικές αστυνόμευσης των χώρων της πόλης και η ύπουλη υπονόμευση και αμαύρωση της εξέγερσης. Πολύ χαρακτηριστικά μάλιστα, θυμάμαι στις διαδηλώσεις στο Βόλο πως «ενώ προχωρούσαμε με την πορεία στην Ιάσονος (κεντρικός δρόμος) δεν έβλεπες πουθενά σημάδια καταστολής, η αστυνομική δύναμη ήταν άφαντη (εκτός από κάποιους ασφ-αλήτες, που μπορεί να είχαν ενσωματωθεί με τους διαδηλωτές). Ώσπου ξαφνικά, φτάνοντας στο πανεπιστήμιο, από το πουθενά εμφανίζονταν μια-δυο διμοιρίες και άρχιζαν να χτυπούν τις ασπίδες τους για εκφοβισμό και να πετάνε χημικά για να μας απωθήσουν…». Ο προβληματισμός, λοιπόν, που προκύπτει εδώ είναι το πώς σ’ αυτές τις στρατηγικές αστυνόμευσης που αναπτύχθηκαν στο πεδίο της εξέγερσης, αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο ο κρατικός μηχανισμός χρησιμοποίησε το χώρο της πόλης για να ελέγξει τις ανεξέλεγκτες ταυτότητες και πρακτικές των διαδηλωτών και να καθορίσει τον ακαθόριστο χαρακτήρα της εξέγερσης.

Η εξέγερση, λοιπόν, του Δεκέμβρη, ως ένα πολιτικό αλλά και κοινωνικό-χωρικό γεγονός, ανέδειξε μια κοινωνική ταραχή αποτυπώνοντάς τη και εγγράφοντάς τη στο χώρο. Σ’ αυτήν την έντονη αλληλόδραση του χωρικού και του κοινωνικού, το κράτος είδε ότι ο έλεγχος και η διαχείριση του χώρου θα σήμαινε τον έλεγχο και τη διαχείριση της κοινωνίας. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια άλλωστε, κυρίως τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, έχει διαπιστωθεί και αναδειχθεί από επιστήμονες πολλών επιστημονικών πεδίων η ανάπτυξη από την πλευρά του κράτους νέων τεχνικών και στρατηγικών κοινωνικού ελέγχου και εξασφάλισης της κοινωνικής ευρυθμίας, οι οποίες ξεκινούν από και βασίζονται στη διαχείριση του χώρου. (βλ. Caldeira 1999, Perry and Sanchez 1998, Valverde 1998, Ericson and Haggerty 1999, O'Malley 1993, Simon 1988, Perin 1977, Low 1999).

Έτσι, στις σύγχρονες πόλεις παρατηρεί κανείς τη λειτουργία ενός κρατικού μηχανισμού που έχει ως στόχο όχι την άμεση πάταξη και αντιμετώπιση του εγκλήματος και γενικότερα της βίαιης συμπεριφοράς, αλλά την εξασφάλιση της κοινωνικής τάξης μέσα από τον περιορισμό της βίας και του εγκλήματος σε πολύ συγκεκριμένους χώρους μέσα στην πόλη (Merry, 2001). «Αυτοί οι νέοι τύποι κοινωνικού ελέγχου παρουσιάζουν», σύμφωνα με τους Έρικσον και Χάγκερτυ, «τη λειτουργία ενός κρατικού μηχανισμού, ο οποίος στηρίζεται στη δημιουργία χώρων που φαίνονται να είναι ασφαλείς για τους πολίτες, απομακρύνοντας από τους χώρους αυτούς, όσους δείχνουν επικίνδυνοι ή οι δραστηριότητες τους και οι δράσεις τους αποκαλύπτουν την κοινωνική αταξία, όπως για παράδειγμα οι άστεγοι…» (Ericson and Haggerty, 1999: 168). Με άλλα λόγια, οι στρατηγικές κοινωνικού ελέγχου λειτουργούν και στοχεύουν στη βάση διαχείρισης και περιορισμού του ρίσκου (επικινδυνότητας) (Moore and Valverde 2000).

Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, η εικόνα της πόλης παρουσιάζει έκδηλα τα σημάδια που πιστοποιούν τους τρόπους λειτουργίας αυτού που ο Φουκώ χαρακτηρίζει ως χωρική κυβερνητικότητα, «τις χωρικές δηλαδή τεχνικές και στρατηγικές, που υιοθετεί ένα κράτος ή μια τοπική εξουσία για την εξασφάλιση της κοινωνικής τάξης» (Foucault, 1991: 92). Έτσι, στις περισσότερες πόλεις, αν όχι σε όλες, μπορεί κανείς να δει περιοχές γεμάτες από μεγάλες πολυκατοικίες με πολυτελή διαμερίσματα ή μεζονέτες, καθώς και ιατρεία, δικηγορικά γραφεία και μεγάλα εμπορικά καταστήματα. Σε τέτοιες περιοχές, οι νεόπλουτοι κάτοικοί τους φαίνεται να είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν ακριβά τη θέα της ασφάλειάς τους. Δίπλα σ’ αυτές τις περιοχές, βέβαια, υπάρχουν και οι υποβαθμισμένες, με τα μικρά διαμερίσματα των παλιών πολυκατοικιών ή τις μονοκατοικίες, τα μικρομάγαζα και τους πάγκους των αλλοδαπών, κυρίως μικροπωλητών, τους οίκους ανοχής και τα εγκαταλελειμμένα κτήρια. Οι δρόμοι που χωρίζουν και ενώνουν τις περιοχές αυτές μεταξύ τους, λειτουργούν ως τεχνητά σύνορα και όρια που διαχωρίζουν τις πλούσιες από τις λιγότερο ή περισσότερο φτωχές περιοχές, παρουσιάζοντας την κοινωνική ανισότητα και την ταξική διάκριση γενικότερα ως εγγεγραμμένες στο χώρο της πόλης.

Με βάση αυτήν την εικόνα του χωρό-ταξικού (με την έννοια της ταξικότητας) χάρτη, ο ακροβολισμός των αστυνομικών δυνάμεων σε πολύ συγκεκριμένα σημεία της πόλης κάθε φορά, πιστοποιεί ότι στόχος τους ήταν η εξασφάλιση της καλής εικόνας της πόλης προς τα έξω και η προστασία των περιοχών εκείνων στις οποίες οι κάτοικοί τους έχουν νοικιάσει ή έχουν αγοράσει ήδη ακριβά την ασφάλεια τους. Έτσι, τα σώματα ασφαλείας, σχηματίζοντας τείχη προστασίας και προσπαθώντας να περιορίσουν τις βίαιες δράσεις και γενικότερα την επιθετικότητα, παράγουν και αναπαράγουν την ταυτότητα του επικίνδυνου και μη επικίνδυνου χώρου, στήνοντας ταυτόχρονα όρια-σύνορα μεταξύ των πλούσιων και φτωχών περιοχών. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, όσες επιθετικές συμπεριφορές εμφανίστηκαν σε χώρους υψηλής επικινδυνότητας, σε περιοχές δηλαδή υποβαθμισμένες και συνεπώς υψηλού ρίσκου δεν προκάλεσαν την επέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων, από τη στιγμή μάλιστα που δεν κλόνιζαν την ευρυθμία και ευταξία των ακίνδυνων περιοχών.

Παράλληλα όμως, τέτοιου είδους στρατηγικές, φαίνεται να σχηματίζουν και να επιβεβαιώνουν έναν κυρίαρχο λόγο, που συνδέει τη βία και την επικινδυνότητα με πολύ συγκεκριμένους χώρους αλλά και με πολύ συγκεκριμένα υποκείμενα που χρησιμοποιούν τους χώρους αυτούς. Οι δρόμοι, λοιπόν, στους οποίους λαμβάνει χώρα μια διαδήλωση, είναι και τα περιθώρια μέσα στα οποία το κράτος επιτρέπει να εκφραστεί και επιχειρεί να περιορίσει οποιαδήποτε μορφή επιθετικότητας, ενώ ταυτόχρονα όσοι μετέχουν στη διαδήλωση λαμβάνουν την ταυτότητα του δυνάμει υπόπτου για διατάραξη της κοινωνικής ευρυθμίας.

Δεν ήταν λίγες, λοιπόν, οι φορές που οι ακροβολισμένες στα όρια των μεταιχμιακών περιοχών αστυνομικές δυνάμεις, όταν έβλεπαν τους διαδηλωτές να πλησιάζουν, επιχειρούσαν να τους απωθήσουν εκτοξεύοντας χημικά μέσα στο πλήθος, αδιάκριτα. Αυτή η γενικευτική στρατηγική περιορισμού και καταστολής, ακόμη και αν δεχτούμε ότι είναι αναπόφευκτη στα πλαίσια μιας γενικευμένης, μαζικής κινητοποίησης, ωστόσο, δεν αναιρεί το γεγονός ότι το σώμα των διαδηλωτών αντιμετωπίζεται και αναπαριστάται συλήβδην ως δυνάμει επιθετικό, βίαιο και κατά συνέπεια ύποπτο.

Σ’ αυτές ακριβώς τις στρατηγικές αστυνόμευσης αποτυπώνεται η ριζικά βίαιη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, που αποσπά ή αποδίδει βίαια ταυτότητες σε χώρους και σε υποκείμενα, μέσα από μια χωρική κυβερνητικότητα που παράγει και αναπαράγει ως χωρικά εγγεγραμμένες τις έννοιες παραβατικότητα και ευταξία. Αν, λοιπόν, η κοινωνική ευρυθμία είναι απόλυτα περιχαρακωμένη σε πολύ συγκεκριμένους χώρους μέσα σε μια πόλη, τότε οτιδήποτε διαδραματίζεται πέρα απ’ αυτά τα όρια χαρακτηρίζεται από τον κρατικό μηχανισμό ως δυνάμει παραβατικό, επιθετικό και βίαιο (Merry, 2001).

Από τη στιγμή, λοιπόν, που το κράτος μέσα από αυτές τις στρατηγικές αστυνόμευσης κατόρθωσε να εξασφαλίσει, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο αποτελεσματικά, το χωρικό περιορισμό της εξέγερσης και τον έλεγχο του ανεξέλεγκτου χαρακτήρα της, αυτό που απέμενε ήταν η εκ των έσω καταστολή της με το μικρότερο δυνατό κόστος. Έτσι, παρόλο που σε πολλές περιπτώσεις οι διαδηλωτές θα μπορούσαν να έχουν κινηθεί πέρα και έξω από τα πλαίσια των προδιαγεγραμμένων χώρων βίας, κάτι τέτοιο δε συνέβη, παρά μόνο λίγες φορές, σε σχέση τουλάχιστον με τον αριθμό των διαδηλώσεων της περιόδου εκείνης. Οι περισσότερες διαδηλώσεις κινήθηκαν μέσα στα πλαίσια των παραδοσιακών «συντεταγμένων» της βίας και μόνο σε κάποιες περιπτώσεις, κυρίως από την πίεση των δυνάμεων καταστολής, αναγκάστηκαν να ανοίξουν νέους δρόμους αντίστασης.

Ακόμη και αν υπολογίσουμε πως το σώμα των διαδηλωτών κινήθηκε στους συγκεκριμένους δρόμους ακολουθώντας μια εγκαθιδρυμένη στο χώρο εθιμική λειτουργία που θέλει τους δρόμους αυτούς ως δρόμους αντίστασης, αυτό δε σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά μια πιστοποίηση πως η διαδήλωση μπορεί να καταστεί μια αναμενόμενη εθιμοτυπική διαδικασία, στην οποία μπορεί κανείς να διαπιστώσει το πόσο σαφώς προδιαγεγραμμένα είναι μέσα μας, στο σύνολο των πολιτών, τα όρια της δράσης και της αντίδρασής μας και το πόσο βαθιά χαραγμένη, ηγεμονικά μεθοδευμένη και χωρικά εγγεγραμμένη η ανάγκη για μια κοινωνική ευρυθμία μέσω του αυτοελέγχου. Έτσι, στις διαδηλώσεις που μπορούσε κανείς να γνωρίζει από πριν που και πώς θα κινηθούν, αναδεικνύεται η λειτουργία ενός κρατικού μηχανισμού που εξασφαλίζει τα ηγεμονικά του σχέδια μέσα από την ίδια την προσπάθεια αμφισβήτησής και ανατροπής τους.

Διαπιστώνουμε, όμως, εξίσου πως «ο κρατικός μηχανισμός δε λειτουργεί μόνο μέσα από τους θεσμοποιημένους του φορείς για την εξασφάλιση της κοινωνικής ευρυθμίας και την υλοποίηση γενικότερα των ηγεμονικών του σχεδίων. Αντίθετα, το κράτος είναι ένας πολυδιάστατος μηχανισμός, τις πολιτικές του οποίου συνδιαμορφώνουν άτομα και ομάδες» (Γιαννακόπουλους, Γιαννιτσιώτης, 2010: 36). Έτσι, στις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι εκτός απ’ αυτούς που είχαν επιλέξει την ασφάλεια του σπιτιού τους απέχοντας από τις κινητοποιήσεις και όσους θέλησαν να διαφοροποιηθούν από τους εξοργισμένους διαδηλωτές, αποχωρώντας από την πρώτη κιόλας εκδήλωση βίας, υπήρχαν ανάμεσα στους διαδηλωτές και αυτοί που υιοθέτησαν το ρόλο του «αστυνομικού». Σ’ αυτήν ακριβώς την «εσωτερική αστυνόμευση» και τη διάσπαση εκ των έσω διαφαίνεται η λειτουργία ενός κρατικού μηχανισμού που μεταθέτει την ευθύνη για την εξασφάλιση της κοινωνικής τάξης στους ίδιους τους πολίτες του, ενθαρρύνοντάς τους να προβούν σε μια αυτοδιαχείριση και έναν αυτοέλεγχο των αποφάσεων και των πράξεών τους, αυτό δηλαδή που ο Φουκώ χαρακτηρίζει ως «βιοπολιτική του πληθυσμού» (Foucault, 1979: 80).

Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, πως την περίοδο εκείνη, οι ρητορικές που αναπτύχθηκαν εκκινούσαν από και αποτύπωναν την παγιωμένη αυτή βιοπολιτική αντίληψη που θέλει την ομαλότητα της διαβίωσης του κάθε πολίτη άμεσα συνδεδεμένη με την ηγεμονική κανονικότητα της λειτουργίας των χώρων. Έτσι, οτιδήποτε τάραζε αυτήν την κανονικότητα έπρεπε να αποβάλλεται ή να περιορίζεται από τους ίδιους τους πολίτες. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια ήταν πολύ εύκολο για τους κρατικούς μηχανισμούς καταστολής να δράσουν τεχνηέντως, εκ των έσω, οι ίδιοι με καταστροφές των μικρομάγαζων και της περιουσίας των «απλών» πολιτών και να νοθεύσουν, να αμαυρώσουν και να υπονομεύσουν την εξέγερση αποδίδοντάς της το χαρακτήρα της ανεξέλεγκτης καταστροφής. Αυτή ακριβώς η ύπουλα και ασυνείδητα κατασκευασμένη αντίληψη διακρινόταν σε απόψεις, που απέναντι σε πρακτικές διαφορετικής, συμβολικής χρήσης του χώρου, υποστήριζαν πως «Tίποτα δεν παθαίνει η τράπεζα έτσι. Την ξαναφτιάχνουν και όλα ok. Και βλέπεις απλώς την κατάντια της πόλης, σπασμένες τράπεζες, που τώρα έχουν γίνει σιδηρόφρακτες με κάτι τεράστια ρολά και χαλάς όχι μόνο την αισθητική της πόλης αλλά και γενικότερα την εικόνα της πόλης στον τουρίστα». Η εικόνα λοιπόν των πόλεων με τα σπασμένα και καμένα κτήρια έδινε σε πολλούς, αν όχι σε όλους, την εντύπωση πως οι διαδηλώσεις κατέστρεφαν τη χωρική κανονικότητα, στην οποία ήταν εγγεγραμμένες η κοινωνική τάξη και ευρυθμία, και μάλιστα άσκοπα, επιφέροντας απλά την κατάρρευση της ομαλότητας και όχι αναδεικνύοντας την ανάγκη αναδημιουργίας.

Παρατηρούμε λοιπόν πως «καθώς το κράτος θέλει να κυβερνά περισσότερο και να ξοδεύει λιγότερα, υιοθετεί μηχανισμούς, οι οποίοι στήνονται πάνω στον αυτοέλεγχο των πολιτών και τους φρουρούμενους χώρους.» (Low, 1999). Σ’ αυτήν την προσπάθεια διάρθρωσης και ενίσχυσης της βιοπολιτικής αντίληψης των πολιτών του, το κράτος επανειλημμένα επεσήμαινε, κατά την περίοδο των εξεγέρσεων αλλά και αργότερα, το ρόλο των διαδηλώσεων και των διαδηλωτών προτρέποντας επισήμως και δημοσίως ότι οι διαδηλωτές πρέπει «Να θέσουν μια ατζέντα για το μέλλον και να την διεκδικήσουν, απομονώνοντας τις περιθωριακές εκδοχές της βίας, που θέλουν να μετατρέψουν τις πόλεις μας σε ζώνες ανομίας, άβατα και γκέτο...» (Το Βήμα on line, 4/12/09).

Όσοι από τους πολίτες, λοιπόν, θέλησαν να λάβουν την επίσημη και κρατικά επικυρωμένη ταυτότητα του ειρηνικού και φιλήσυχου, είτε απείχαν από τις διαδηλώσεις, είτε συμμετείχαν σ’ αυτές προσπαθώντας πολλές φορές να αποτρέψουν τις βιαιότητες των συνδιαδηλωτών τους. Όσοι, από την άλλη, επέλεξαν την ταυτότητα του επικίνδυνου για την κοινωνική ευρυθμία και τάξη, κατέβηκαν στους δρόμους εξοπλισμένοι με κουκούλες ή χωρίς, με λοστούς ή χωρίς, έσπασαν, έκαψαν και ήρθαν επανειλημμένα σε συμπλοκές με τις αστυνομικές δυνάμεις. Και στις δύο περιπτώσεις ωστόσο, η επίσημη, κρατικά κατασκευασμένη και ηγεμονικά μεθοδευμένη κανονικότητα των χώρων, των πρακτικών και των ταυτοτήτων ήταν αυτή που κυριάρχησε και επιβεβαιώθηκε. Έτσι, στις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη, το κράτος όχι μόνο επιχείρησε να ορίσει και να καθορίσει χωρικά την εξέγερση αλλά και να ελέγξει εκ των προτέρων την πιθανότητα ανάπτυξης ανεξέλεγκτων πρακτικών και αυθόρμητων ρόλων που θα μπορούσαν να εμφανιστούν εντός του εξεγερσιακού σκηνικού.

Παράλληλα όμως, με αυτόν τον τρόπο το κράτος κατόρθωσε να μετατρέψει τη διαδήλωση από πρακτική διεκδίκησης των δικαιωμάτων και αντίστασης απέναντι στην εξουσία, σε μια πρακτική επιβεβαίωσης της κοινωνικής ταξικότητας, των διαφορών των κοινωνικό-πολιτικών ταυτοτήτων, και τελικά σε επιβεβαίωση της ίδιας της εξουσίας. Έτσι, μέσα από τις διαδηλώσεις του Δεκέμβρη του 2008 αναδείχθηκε πολλές φορές η λειτουργία ενός κρατικού μηχανισμού που κατορθώνει να προκαθορίζει και συνεπώς να προλαμβάνει την οποιαδήποτε πιθανή, ακαθόριστη λειτουργία των χώρων της πόλης και να συντηρεί με το μικρότερο κόστος τη χωρικό-κοινωνικά εγγεγραμμένη ηγεμονικότητά του.

Συνεπώς, όσες διαδηλώσεις του Δεκέμβρη ξεκίνησαν με στόχο την αντίδραση και αντίσταση απέναντι στη βία της εξουσίας, αλλά κατέληξαν σε χώρο ανάπτυξης των στρατηγικών αστυνόμευσης και σε πρακτικές πραγμάτωσης των δημόσιων ρητορικών, όχι μόνο απέτυχαν στο στόχο τους, αλλά έγινα όργανο λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού και μέσο άσκησης της βίας της εξουσίας. Μόνο στις περιπτώσεις που το απρόσμενο και αυθόρμητο υπερίσχυσε του μεθοδευμένου και τετριμμένου, στις περιπτώσεις που το ακαθόριστο ανέτρεψε το καθορισμένο, οι διαδηλώσεις πήραν τη μορφή πραγματικής αντίστασης απέναντι στην εξουσία.

Έτσι, τις φορές αυτές που οι διαδηλωτές αντιστάθηκαν στην αδιόρατη βία της χωρικής κυβερνητικότητας και κινήθηκαν στις μη αναμενόμενες και ακίνδυνες περιοχές, τις φορές που άνοιξαν νέους δρόμους αντίστασης και υπέδειξαν την αναγκαιότητα οραματισμού μιας νέας, διαφορετικής και καλύτερης πραγματικότητας, τις φορές που οι «ειρηνικοί» διαδηλωτές έχασαν τον «αυτοέλεγχό» τους ξεσπώντας βίαια την οργή τους και οι διάφορες και διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές ταυτότητες των υποκειμένων και των ομάδων αντικαταστάθηκαν από την κοινή ταυτότητα του εξεγερμένου απέναντι στην εξουσία, αυτές τις φορές το Δεκέμβρη του 2008 οι εξεγέρσεις έλαβαν τη μορφή ολοκληρωτικής αντίστασης απέναντι στη μεθοδευμένα βίαιη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού και της εξουσίας του γενικότερα.

---------------------
- Caldeira, Teresa P. R., 1999. Fortified Enclaves: The New Urban Segregation”. Στο Theorizing the City: The New Urban Anthropology Reader, Setha M. Low (επιμ.), εκδ. New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, σελ.: 83-110.
- Γιαννακόπουλος, Κ., Γ. Γιαννιτσιώτης., 2010. «Εισαγωγή: εξουσία, αντίσταση και χωρικές υλικότητες», στο Αμφισβητούμενοι χώροι στην πόλη. Χωρικές προσεγγίσεις του πολιτισμού, εκδ. Αλεξάνδρεια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, σελ.: 11-57.
- Ericson, Richard V., Kevin D. Haggerty., 1999. Governing the Young”, στο Governable Places: Readings on Governmentality and Crime Control, Russell Smandych (επιμ.), εκδ. Aldershot, UK: Ashgate/Dartmouth, σελ.: 163-191.
- Foucault, M., 1979. Discipline and Punish: The Birth of the Prison, εκδ. New York: Vintage
- Foucault, M., 1991. Governmentality”, στο The Foucault Effect: Studies in Governmentality, Graham Burchell, Colin Gordon, and Peter Miller (επιμ.), εκδ. Chicago: University of Chicago Press, σελ.: 87-105.
- Low, Setha M., 1999. Theorizing the City: The New Urban Anthropology Reader, εκδ. New Brunswick, NJ: Rutgers University Press.
- Merry, S. Ε., 2001. Spatial Governmentality and the New Urban Social Order: Controlling Gender ViolenceThrough Law”, στο American Anthropologist, New Series, Vol. 103, No. 1 (Mar., 2001), εκδ. Blackwell Publishing and American Anthropological Association, σελ.: 16-29.
- Moore, D., M. Valverde., 2000. “Maidens at Risk: "Date Rape Drugs" and the Formation of Hybrid Risk Knowledges”, στο Economy and Society, Νο. 29, σελ.:514-531.
- O'Malley, P., 1993. “Containing Our Excitement: Commodity Culture and the Crisis of Discipline”, στο Research in Law, Politics, and Society No. 13, σελ.: 151-172.
- Perin, C., 1977. Everything in its Place: Social Order and Land Use in America, εκδ. Princeton, NJ: Princeton University Press.
- Perry, R. W., L. E. Sanchez, 1998. Transactions in the Flesh: Toward an Embodied Sexual Reason”, στο Studies in Law, Politics, and Society, vol. 18. Austin Sarat and Patricia Ewick (επιμ.), εκδ. Stamford, CT: JAI Press, σελ.: 29-76.
- Simon, J., 1988. “The Ideological Effects of Actuarial Practices”, στο Law and Society Review, vol. 22, σελ.: 771-800.
- Valverde, M., 1998. Diseases of the Will: Alcohol and the Dilemmas of Free- dom, εκδ. Cambridge: Cambridge University Press.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Δεκέμβρης '08: Λειτουργίες του αυθόρμητου και ακαθόριστου στο εξεγερσιακό σκηνικό της πόλης


του Αντώνη Αγγελή

Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 ήταν ένα γεγονός που έλαβε τρομακτικές διαστάσεις. Το δυστύχημα ήταν πως ο τρόμος αυτός επέδρασε κατασταλτικά τόσο για τον ελεγκτικό μηχανισμό καταστολής όσο και για τους ίδιους τους εξεγερμένους, το μεγαλύτερο μέρος τους τουλάχιστον. Αυτός ο τρόμος δεν προέκυψε από τις διαστάσεις της εξέγερσης αλλά από τα χαρακτηριστικά του απροσδόκητου, του μη αναμενόμενου, του ανεξέλεγκτου, του αυθόρμητου, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στις πρακτικές και τις ταυτότητες των υποκειμένων μέσα στην εξέγερση.

Έτσι, μέσα στις καθημερινές, αναμενόμενες, σχεδόν καθιερωμένες πορείες διαμαρτυρίας μπορούσε κανείς να διακρίνει έναν τόσο μεγάλο αριθμό διαδηλωτών, που πιστοποιούσε μια πρωτοφανή μαζικότητα. Παράλληλα, μέσα στο πλήθος των διαδηλωτών υπήρχαν γονείς με τα παιδιά τους, μαθητές και φοιτητές, αναρχικοί, κομμουνιστές, συνδικαλιστές, άνθρωποι που άσχετα με το αν ανήκαν ή όχι σε κάποια πολιτική οργάνωση στα πλαίσια της εξέγερσης λειτουργούσαν αυθόρμητα και έβγαζαν την οργή τους άλλοτε σπάζοντας και καίγοντας, άλλοτε υποστηρίζοντας τις πρακτικές αυτές κοκ.

Όσο κι αν οι πρακτικές, που αναδείχθηκαν στο εξεγερσιακό σκηνικό των πόλεων, υπήρξαν περισσότερο ή λιγότερο αναμενόμενες, δε μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η αδιάκριτη υιοθέτηση των πρακτικών αυτών από έναν μεγάλο αριθμό διαδηλωτών και συνεπώς έναν μεγάλο αριθμό πολιτικών ταυτοτήτων προσδίδει στην εξέγερση τα χαρακτηριστικά του αυθόρμητου και ακαθόριστου. Προκύπτει λοιπόν στο σημείο αυτό ο προβληματισμός για το ποιες είναι οι σχέσεις, μεταξύ των διάφορων ιδεολογικό-πολιτικών ταυτοτήτων και των πρακτικών καθώς και το πώς λειτούργησαν αυτές μέσα στο χώρο τη εξέγερσης.

Έτσι, στις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη υπήρξε εξαιρετικά εντυπωσιακή η μεγάλη συμμετοχή, η μαζικότητα, που αναδείκνυε μια κοινωνία σε γενικότερο αναβρασμό. Η ποικιλία των προβλημάτων-αιτημάτων ώθησε με τη σειρά της έναν μεγάλο αριθμό πολιτών και ταυτόχρονα μια μεγάλη ποικιλία ιδεολογικο-πολιτικών ταυτοτήτων στους δρόμους διεκδικώντας μέσα από διάφορες πρακτικές όχι κάτι συγκεκριμένο αλλά πολλά πράγματα μαζί.

Αυτή η ιδιόμορφη σύμπλευση διαφορετικότητας και ομοιότητας των ταυτοτήτων αρθρώνεται στη διαλεκτική βάση ταυτότητα/τόπος. Με άλλα λόγια οι ιδεολογικό-πολιτικές ταυτότητες των διαδηλωτών βρίσκονται σε άμεση αλληλόδραση με τα επιμέρους σημεία εκκίνησης. Κάτι τέτοιο πιστοποιεί το πόσο ο τόπος και η ταυτότητα είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους μέσα από μια κοινωνικο-χωρική σχέση (Soja, 1989). Συνεπώς, οι επιμέρους τοποθεσίες, που αποτελούν το σημείο εκκίνησης των διαδηλωτών, έχοντας ήδη λάβει την ιδιαίτερη νοηματοδότησή τους από τα υποκείμενα, μπολιάζουν με μια ορισμένη ιδεολογικό-πολιτική ταυτότητα το υποκείμενο ή τα υποκείμενα, που θα βρεθούν στον τόπο αυτό.

Απ' τη στιγμή όμως που οι ταυτότητες των τόπων και οι ταυτότητες των υποκειμένων βρίσκονται σε άμεση αλληλόδραση, η κυρίαρχη, ηγεμονική αντίληψη για τους τόπους αυτούς και τα υποκείμενα, που τους χρησιμοποιούν, δεν περιορίζεται στο επίπεδο των αφηγήσεων. Σύμφωνα με τη Ρόντμαν άλλωστε, «ένας τόπος δημιουργείται μέσα από τις πρακτικές και όχι μόνο μέσα από τις αφηγήσεις» (Rodman, 1992: 642). «Μια τοποθεσία λοιπόν καθορίζεται τόσο από την αναπαράστασή της όσο και από την πραγματικότητα» (Harner, 2001: 663). Στην περίπτωσή μας όμως παρατηρούμε μια διάσταση ανάμεσα στις αναπαραστάσεις των τοποθεσιών και την πραγματικότητα.

Περνώντας, δηλαδή, από τις τοποθεσίες εκκίνησης στο πεδίο της εξέγερσης θα περιμέναμε πιθανότατα, να δούμε τους αναρχικούς, αντιεξουσιαστές και ακτιβιστές ή έστω όσους ξεκίνησαν από συγκεκριμένα σημεία εκκίνησης αυτών των ομάδων, να ανταποκριθούν στις ηγεμονικές αφηγήσεις, που αναπαριστούν τις αντιεξουσιαστικές δράσεις ως βίαιες και παραβατικές και να σπάνε και να καίνε. Στις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ενώ δηλαδή σε άλλες πορείες οι οργανώσεις είναι σαφώς περιχαρακωμένες, με ξεκάθαρα οριοθετημένα μπλοκς, που διεκδικούν συγκεκριμένα πράγματα, σ’ αυτές του Δεκέμβρη τα όρια αυτά δεν υπήρχαν ή επανατοποθετήθηκαν σε τελείως διαφορετικές βάσεις.

Αυτή η έντονη διάχυση της μιας πρακτικής μέσα στην άλλη, της μιας πολιτικής ταυτότητας μέσα στην άλλη έδωσε στις διαδηλώσεις του Δεκέμβρη τον ανεξέλεγκτο, εξεγερσιακό χαρακτήρα. Έτσι, πίσω από τις ποικίλες, διαφορετικές πρακτικές και πολιτικές ταυτότητες διακρίνεται μια φαινομενικά περίεργη ενοποίησή τους, από τη στιγμή που ο καθένας μπορεί να πάρει μια πέτρα και να σπάσει, από τη στιγμή που ο κόσμος εκφράζεται μέσα από τον αναρχικό χώρο και ταυτίζεται με αυτόν κι από τη στιγμή που δεν υπάρχουν ιδιαίτερες διακρίσεις σε ομάδες και οργανώσεις. Αυτή η διάχυση ήταν που αντικατέστησε την προηγούμενη διάκριση των συγκεκριμένων ταυτοτήτων των υποκειμένων και των τόπων. Τώρα όμως βρισκόμαστε πέρα από τα συγκεκριμένα όρια των χώρων-σημείων εκκίνησης και μέσα στο πεδίο της εξέγερσης.

Καθώς λοιπόν το σώμα των διαδηλωτών κινούταν μέσα στο χώρο της πόλης, η λειτουργική κανονικότητα των χώρων μεταβαλλόταν. Οι ίδιοι δρόμοι, που πριν την εξέγερση φιλοξενούσαν τις βιαστικές φιγούρες των κατοίκων, που μετακινούταν από υποχρέωση σε υποχρέωση, στα πλαίσια της εξέγερσης φιλοξένησαν τις τελείως διαφορετικές πρακτικές της διεκδίκησης των δικαιωμάτων. Η κίνηση στους δρόμους είχε διακοπεί, τα καταστήματα, οι τράπεζες και οι δημόσιες υπηρεσίες είχαν διακόψει την κανονική λειτουργία τους και είχαν κατεβάσει ρολά. Το πλήθος των διαδηλωτών, που περνούσε από αυτούς τους χώρους, τους χρησιμοποιούσε όχι για τις γνωστές του ως τότε καθημερινές συναλλαγές, αλλά για να καταθέσει την οργή του πετώντας πέτρες από τα πεζοδρόμια, που είχαν ξηλώσει λίγο πριν.

Από τη στιγμή λοιπόν που η εξέγερση επιτρέπει την ανάδειξη ποικίλων και πιθανών πρακτικών, ποικίλων και πιθανών ταυτοτήτων, ποικίλων και πιθανών χώρων, μετατρέπει την πόλη σε μια σκηνή, όπου όλα μπορούν να συμβούν σε δυνητικό επίπεδο. Μέσα σ’ αυτό ακριβώς το εξεγερσιακό σκηνικό φτιαγμένο από την υλική πραγματικότητα οι ήρωες-διαδηλωτές χρησιμοποιούν την υλικότητα των χώρων αυτών με διαφορετικούς τρόπους από τους συνηθισμένους προκειμένου να προβάλλουν όχι μόνο την αντίδρασή τους απέναντι στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα του κόσμου τους αλλά και να εγγράψουν στο χώρο έναν κόσμο πιθανό. «Αυτό το ξεχείλισμα των πιθανών κόσμων μέσα στον πραγματικό», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σταυρίδης «αφορά τη δύναμη, που αποκτούν οι πιθανοί κόσμοι, να επηρεάζουν την ανθρώπινη πραγματικότητα, επειδή ακριβώς είναι πλασμένοι από τα υλικά της» (Σταυρίδης, 2010: 52). Έτσι, όταν οι διαδηλωτές χωρίς καμία οργάνωση και μεθόδευση, χωρίς καμία διάκριση, έσπαζαν και έκαιγαν όλοι μαζί καταστήματα, τράπεζες και δημόσια κτήρια, οραματίζονταν έναν κόσμο πιθανό χωρίς τις μορφές της κρατικής και οικονομικής εξουσίας ή τουλάχιστον με κάποιες μορφές εξουσίας τελείως διαφορετικές από τις ισχύουσες.

Το περιβάλλον λοιπόν ενός τέτοιου εξεγερσιακού σκηνικού αφήνει περιθώρια ανάδειξης χώρων, πρακτικών και ταυτοτήτων, που χαρακτηρίζονται από δυνητικότητα. Αυτή ακριβώς η ακαθοριστία της δυνητικότητας και της πιθανότητας είναι που αποτυπώνεται τόσο στις αφηγήσεις του τύπου «ο καθένας μπορεί να πάρει μια πέτρα και να σπάσει» όσο και στην πραγματικότητα των διαδηλώσεων. Έτσι, απ’ όπου κι αν ξεκινούσε κανείς να διαδηλώνει, κάποια στιγμή οι ξεχωριστές αρχικά ομάδες και τα ξεχωριστά άτομα ενώνονταν σε ένα κοινό σώμα πορείας. Μεταξύ των κουκουλοφόρων με τους λοστούς μπορούσε να δει κανείς «απλούς πολίτες» με τα παιδιά τους και φοιτητές, χωρίς να μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα από ποιού το χέρι θα φύγει η πέτρα, χωρίς να μπορεί να διακρίνει αν ο κουκουλοφόρος τελικά είναι αυτός που φορά την κουκούλα ή αυτός που ενθαρρύνει τους υπόλοιπους να φωνάξουν, να σπάσουν και να κάψουν.

Πιο συγκεκριμένα, σε μια συζήτηση που είχα με έναν φίλο (και θα προσπαθήσω να μεταφέρω όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένα το νόημα των λόγων του) μου είπε πως είδε κάποια στιγμή μια ομάδα παιδιών, που ήταν δεν ήταν 13-15 χρονών, μαθητές γυμνασίου το πολύ λυκείου με τσάντες στους ώμους να είναι στη διαδήλωση που γινόταν. Αυτό που του τράβηξε την προσοχή, ήταν ότι κάποιο από τα παιδιά ήταν γνωστό του. Υπέθεσε πως, επειδή η διαδήλωση γινόταν πρωί, τα παιδιά κουβαλούσαν μαζί και τις τσάντες τους από το σχολείο. Ωστόσο, παρατηρώντας είδε ότι φτάνοντας μπροστά από μια τράπεζα ένα από τα παιδιά έβγαλε μέσα από την τσάντα του μια πέτρα και την πέταξε στη τζαμαρία. Και είναι πράγματι γεγονός πως μέσα σε ένα τέτοιο εξεγερσιακό σκηνικό μπορούσε κανείς να εντοπίσει μαθητές ή φοιτητές, διάσπαρτους μέσα στο πλήθος, με τσάντες στους ώμους, οι οποίες ήταν εξίσου πιθανό να είναι γεμάτες με βιβλία ή γεμάτες με πέτρες και μολότοφ. Οι ρόλοι λοιπόν, που αναλαμβάνουν τα δρώντα υποκείμενα στο χώρο της εξέγερσης και οι ιδεολογικό-πολιτικές ταυτότητες που ενδύονται, χαρακτηρίζονται από μια ακαθοριστία, που προκύπτει από τη δυνητικότητα του εξεγερσιακού χώρου, μέσα στον οποίο και εμφανίζονται. «Οι ήρωες», διαδηλωτές, «ταυτόχρονα είναι και δεν είναι αυτό που δείχνουν» (Σταυρίδης, 2010: 63).

Μέσα σε ένα τέτοιο δυνητικό και ευμετάβλητο περιβάλλον-σκηνικό οι ταυτότητες των υποκειμένων, η υιοθέτηση των πρακτικών και οι λειτουργίες των χώρων δεν έχουν τίποτα το αναμενόμενο ή έστω το εύκολα προσδιορίσιμο. Είναι όμως πραγματικά περίεργο, πώς μέσα σ’ αυτήν την χαοτική διάδραση των ταυτοτήτων τα δρώντα υποκείμενα είναι ακόμη σε θέση να ξεχωρίζουν τις ταυτότητες των άλλων υποκειμένων. Πιο συγκεκριμένα, τι είναι αυτό που διαμορφώνει αφηγήσεις, όπως: «δεν έσπαζαν μόνο οι αναρχικοί»; Η απάντηση βρίσκεται σ’ αυτό που ο Ζίζεκ χαρακτηρίζει ως «φαντασιακή εικόνα του Άλλου» και στην περίπτωσή μας στη «φαντασιακή εικόνα» του αναρχικού. Αυτή η εικόνα είναι που επικαθορίζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τους άλλους και ταυτόχρονα επηρεάζει τον τρόπο, με τον οποίο οι άλλοι βιώνουν τον εαυτό τους. (Zizek, 2010).

Έτσι, μέσα σε μια κοινωνία, πέρα από τις διαφορετικές εξατομικευμένες προσλαμβάνουσες, που μπορεί να έχει ο καθένας για την εικόνα του αναρχικού, υπάρχουν κάποιες κοινές αντιλήψεις και πεποιθήσεις που μοιράζονται οι κάτοικοι και οι οποίες διαρθρώνουν ένα μεγάλο τμήμα της εικόνας του αναρχικού. Όποιος λοιπόν συχνάζει σε καταλήψεις, στέκια και χώρους αυτόνομους ή έστω σχετίζεται με τις αντεξουσιαστικές ομάδες, συμμετέχει στις περισσότερες, αν όχι σε όλες τις διαδηλώσεις, ερχόμενος σε σύγκρουση με την αστυνομία και τις δυνάμεις καταστολής, υιοθετεί ενδυματολογικούς κώδικες φορώντας μαύρα ρούχα, κουκούλα ή μάσκα, επιτίθεται με πέτρες λοστούς και μολότοφ στα σύμβολα εξουσίας, εκφράζοντας έτσι την αντίθεσή του σε κάθε μορφή εξουσίας κοκ, μπορεί να χαρακτηρίζεται από τους άλλους ή να αυτοχαρακτηρίζεται αναρχικός. Σ’ αυτές τις πεποιθήσεις κατοπτρίζεται και αναδεικνύεται επίκαιρος, ακόμη και σήμερα, ο φόβος, που εξέφρασε ο Κροπότκιν στο έργο του «Η Αναρχία», ότι δηλαδή η εικόνα του αναρχικού, δυστυχώς, έχει συνδεθεί με την εικόνα ενός βίαιου ανθρώπου, που επιθυμεί απλώς την εξόντωση όλου του τωρινού πολιτισμού (Κροπότκιν, :39).

Ωστόσο, στο χώρο της εξέγερσης αναδείχθηκε πως αυτές οι αυστηρά καθορισμένες εικόνες και ηγεμονικές αντιλήψεις, ενώ δεν παύουν να υπάρχουν και να λειτουργούν, είναι μάλλον ανοιχτές σε μια ατέρμονη διαπραγμάτευση. Έτσι, ακόμη και άνθρωποι που δεν πήγαν στην πορεία για να σκοτωθούν, να φάνε κλομπιές και χημικά, που μπορεί να συμμετείχαν για πρώτη φορά σε διαδήλωση, που η ιδεολογικό-πολιτική τους ταυτότητα τούς απέτρεπε ή τους απαγόρευε να σπάσουν και να κάψουν, άνθρωποι χωρίς ιδιαίτερους, χαρακτηριστικούς ενδυματολογικούς κώδικες, μικρά παιδιά, γονείς και απλοί πολίτες που δε γνώριζαν τι πρεσβεύει η αναρχική ιδεολογία ή που θεωρούσαν πως δεν τους αντιπροσωπεύει, εκφράστηκαν μέσα από τον αναρχικό χώρο. Πολλοί ήταν αυτοί μάλιστα που υιοθέτησαν πρακτικές που μέχρι τότε τις συνέδεαν κυρίως με την αναρχική ιδεολογία, χωρίς όμως αυτό να τους κάνει να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ή να κάνει τους άλλους να τους αντιλαμβάνονται ως αναρχικούς. Η πιθανή λοιπόν υιοθέτηση της πρακτικής του σπασίματος και του καψίματος δεν αποδίδει στο υποκείμενο που την υιοθετεί την ταυτότητα του αναρχικού, από τη στιγμή που η φαντασιακή εικόνα του αναρχικού δεν ολοκληρώνεται ή έστω δεν αποδίδεται επαρκώς μέσα από αυτήν την πρακτική.

Αυτή ακριβώς η διαρκής διαπραγμάτευση είναι που αναδεικνύεται μέσα από τα πλαίσια της ακαθοριστίας των πρακτικών και των ταυτοτήτων, όπου ο κάθε διαδηλωτής είναι πιθανό να σχηματίσει μιαν υβριδική ιδεολογικό-πολιτική ταυτότητα. Από τη στιγμή δηλαδή που ο καθένας έχει τη δυνατότητα να υιοθετεί πρακτικές διάφορων ιδεολογικό-πολιτικών εκκινήσεων, χωρίς να υιοθετεί ταυτόχρονα και την ιδεολογικό-πολιτική ταυτότητα των πρακτικών αυτών, η ελευθερία δράσης έχει κατακτηθεί και η εξέγερση αρχίζει να διαμορφώνει μια νέα πραγματικότητα, μια πραγματικότητα πραγματικά αυτόνομη και αναρχική. Κάτι τέτοιο λοιπόν πιστοποιεί ότι «οι εσωτερικευμένες κυρίαρχες ιδεολογίες είναι περισσότερο ανοιχτές και δυναμικές παρά απόλυτα καθορισμένες». (Gordillo, 2002: 264).

Αν λοιπόν το εξεγερσιακό σκηνικό της πόλης κατέστη η απαραίτητη χωρική συνθήκη για την ανάδειξη πιθανών και ακαθόριστων πρακτικών και ταυτοτήτων, η ποικιλία των λόγων και των αιτημάτων που κατέβασε το πλήθος στους δρόμους υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας ανάδειξης της αναγκαιότητας αυτής της ακαθοριστίας. Έτσι, πριν τις μεγάλες εξεγέρσεις μπορούσε κανείς να διακρίνει τα ζητήματα που σχεδόν μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον των πολιτών, και δεν ήταν άλλα από την επικείμενη οικονομική κρίση, η οποία με τη σειρά της σήμανε την έναρξη των μαζικών απολύσεων, την αύξηση του δείκτη της ανεργίας, τη μείωση, αν όχι την εκμηδένιση, των εσόδων και την ταυτόχρονη αύξηση των εξόδων για πολλές οικογένειες, και τελικά τη δημιουργία της αίσθησης ενός δυσβάσταχτου παρόντος και ενός ακόμη χειρότερου μέλλοντος. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα των πολλαπλών αιτιών, η δολοφονία του 15χρονου κατέστη η αφορμή, ή μάλλον η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και έκανε ένα μεγάλο πλήθος πολιτών να ξεχυθεί στους δρόμους έχοντας πολλές και διαφορετικές διεκδικήσεις. Έτσι, δίπλα απ’ αυτούς που διαδήλωναν κρατώντας πανό που έγραφαν «όχι στη βία της εξουσίας», μπορούσε να δει κανείς αυτούς που έχοντας μείνει άνεργοι διεκδικούσαν το δικαίωμά τους στην εργασία, δίπλα απ’ αυτούς αλλοδαπούς που ζητούσαν ίση μεταχείριση, πιο πίσω γονείς να διεκδικούν ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους, και πιο μπροστά μαθητές και φοιτητές να ζητούν καλύτερη παιδεία, συνθήκες εκπαίδευσης και υποδομή.

Σ’ αυτήν ακριβώς την εικόνα αποτυπώνεται η κοινότητα των διεκδικήσεων. Αυτό που ένωσε λοιπόν τις διαφορετικές αυτές διεκδικήσεις, τις διαφορετικές πολιτικές ταυτότητες και πρακτικές, ο κοινός παρονομαστής τους δηλαδή, ήταν η ίδια η εξέγερση εναντίον ενός κοινού εχθρού, της εξουσίας. Αυτός ο κοινός εχθρός είναι που έκανε τη διαφορετική πολιτική ταυτότητα του κάθε υποκειμένου και της κάθε ομάδας να σχηματίσει αυτό που ο Λακλώ αναφέρει ως «αλυσίδα της ισότητας με άλλες ταυτότητες και ομάδες» (Laclau, 1996: 53). Στην άρνηση, για παράδειγμα, της κρατικής εξουσίας να ανταποκριθεί και να ικανοποιήσει τα αιτήματα των μαθητών, οι εργάτες βλέπουν την άρνηση απέναντι στα δικά τους αιτήματα, οι αλλοδαποί απέναντι στα δικά τους κοκ. Στην περίπτωση μας λοιπόν, η πολιτική ταυτότητα του υποκειμένου ή της ομάδας εκφράζει και εκφράζεται μέσα από την ισότητα των δικαιωμάτων και των αιτημάτων των άλλων ταυτοτήτων, από τη στιγμή που όλες τους εξεγείρονται εναντίον ενός κοινού εχθρού.

Στις εξεγέρσεις λοιπόν του Δεκέμβρη, οι διαδηλωτές, μέσα από τις δράσεις τους και τις αντιδράσεις τους, μετέτρεψαν την πόλη σε ένα σκηνικό, όπου μπορούσαν, μέσα από τους ρόλους που αναλάμβαναν, να αναπαραστήσουν και να προβάλλουν την εικόνα ενός νέου, πιθανού κόσμου. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, η διάχυση των πρακτικών και των ταυτοτήτων υπήρξε η απαραίτητη ένδειξη ενός κοινού στόχου, ή μάλλον η ταυτότητα μιας εξέγερσης που αντιστεκόταν σε κάθε μορφή εξουσίας. Η χαοτική ακαθοριστία λοιπόν των χώρων, των πρακτικών και των ταυτοτήτων ήταν μια αυθόρμητη, γνήσια και απαραίτητη αντίσταση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσιαστικού ελέγχου. Αυτό το χάος και η ακαθοριστία, περισσότερο από το να αποβλέπει απλά και μόνο στην ανούσια κατάρρευση της πραγματικότητας, στόχευε και αποσκοπούσε στην ανασύσταση και αναδημιουργία μιας πιθανής, καλύτερης πραγματικότητας.

------------------------------
- Gordillo, G., 2002. “Locations of Hegemony: The Making of Places in the Toba's Struggle for La Comuna, 1989-99”, στο American Anthropologist, New Series, Vol. 104, No. 1 (Mar., 2002), εκδ. Blackwell Publishing and American Anthropological Association, σελ.: 262-277.
- Harner, J., 2001.Place Identity and Copper Mining in Sonora, Mexico”, στο Annals of the Association of American Geographers, Vol. 91, No. 4 (Dec., 2001), εκδ. Taylor & Francis, Ltd. and Association of American Geographers, σελ.: 660-680.
- Kropotkin, P., Η Αναρχια, Ι. Ζερβός(μτφρ.), εκδ. Ηριδανός.
- Laclau, E., 1996. Emancipation(s), εκδ. London: Verso.
- Rodman, M. C., 1992. “Empowering Place: Multilocality and Multivocality”, στο American Anthropologist, New Series, Vol. 94, No. 3 (Sep., 1992), εκδ. Blackwell Publishing and American Anthropological Association, σελ.: 640-656.
- Soja, E., 1989. Postmodern geographies: The reassertion of space in critical social theory, εκδ. London: Verso.
- Σταυρίδης, Στ., 2010. Μετέωροι χώροι της ετερότητας, εκδ. Αλεξάνδρεια.
- Zizek, S., 2010. Βία. Έξι λοξοί στοχασμοί, εκδ. Scripta, Αθήνα 2010.