Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

[Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ...] Για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο και άλλα δεινά

(με αφορμή το κείμενο του επιμελητή των Ενθεμάτων της Αυγής, Στ. Μπουρνάζου, στο φύλλο της 2ας Ιουνίου 2013)

Θα επιχειρήσουμε ένα κριτικό σχόλιο στο κείμενο με το οποίο παρεμβαίνει στο ζήτημα του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου ο κ. Μπουρνάζος, που ως επιμελητής ενός ένθετου της εφημερίδας του ΣΥΡΙΖΑ μάλλον απηχεί μέσες άκρες την κυρίαρχη στο κόμμα άποψη. Ας αρχίσουμε με την πιο κρίσιμη κατά τη γνώμη μας παράμετρο, που δεν θίγει το υπό σχολιασμό κείμενο, και δεν είναι άλλη από την ίδια την κατάθεση ενός νομοσχεδίου με σκοπό να επιληφθεί ο Νόμος (και ο συγκεκριμένος νόμος) επί ενός κατεξοχήν κοινωνικού (και προφανώς πολιτικού) ζητήματος: του ρατσισμού και της βίας του. 

 Ήδη λοιπόν εξαρχής, μιλάμε για τη νομικοποίηση άλλου ενός κοινωνικού ζητήματος, μια διαδικασία που αποτελεί καταστατική αρχή του υπαρκτού φιλελευθερισμού, κλασικού και νέου: η προσφυγή στο Νόμο - Βασιλέα (στο Νόμο ως καθαρή αμεσότητα) αφενός και στο νόμο ως θετική πραγμάτωση αφετέρου.  Η πρώτη ενισχύει de jure τον Κυρίαρχο και την μη αναγώγιμη εξουσία του, ενισχύει το Κράτος ως απόλυτο ρυθμιστή της κοινωνικής ζωής, κρατικοποιεί το Κοινωνικό. Και βέβαια, η μεγέθυνση της κρατικής ισχύος δεν είναι πολιτικά ουδέτερη, δεν είναι «δεξιά» ή «αριστερή», αλλά παρόλα αυτά η Αριστερά συνεχίζει να βλέπει το Κράτος και τους μηχανισμούς του ως πεδία προς έλεγχο και κατάκτηση αφενός και ως πεδία ταξικών-κοινωνικών εντάσεων και συγκρούσεων αφετέρου. Τα φαντάσματα του Λένιν και του Πουλαντζά την έχουν στοιχειώσει και παραμένει βαθιά κρατιστική. Ενώ ως ριζοσπαστική αριστερά θα έπρεπε να αφαιρεί από το Κράτος το μονοπώλιο των σημασιών και της απόφασης για κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα, του το παραχωρεί ευχαρίστως. Η δεύτερη τεχνικοποιεί το Κοινωνικό, το καθιστά ζήτημα ορθολογικής διαχείρισης, ορθής τεχνικής αντιμετώπισης. Ενισχύει έτσι de facto τον διαμεσολαβητή μεταξύ νόμων και κοινωνίας, την Αστυνομία και την επιστήμη της, το δόγμα της ασφάλειας, τη βιοπολιτική διαχείριση - διακυβέρνηση. Πρόκειται για δυο παράλληλες διαδικασίες, διαρκής κρατικοποίηση και ταυτόχρονα διαρκής τεχνικοποίηση του Κοινωνικού, που συνιστούν (και) σήμερα τη ratio του (νεο)φιλελεύθερου κρατισμού. Η βαθιά φιλελεύθερη Αριστερά όμως δεν φαίνεται να ενοχλείται.

Για να περάσουμε στο καθεαυτό περιεχόμενο του κειμένου, δεν είναι η απόσυρση του νομοσχεδίου που «ανάβει το φως στη ρατσιστική βία» (τα φώτα είναι εδώ και χρόνια ανοιχτά, και μάλιστα τόσο έντονα που μάλλον έχουν τυφλώσει τους αριστερούς αντιρατσιστές) και «κλείνει το μάτι στη Χ.Α.» (το μάτι το κλείνουν τόσο καιρό που έχουν καταντήσει μονόφθαλμοι). Η απόσυρση του νομοσχεδίου καταδεικνύει όχι βέβαια ότι «δεν υπάρχει βούληση για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας» (αυτό ας θεωρηθεί αυτονόητο για λόγους οικονομίας της συζήτησης), αλλά ότι το καθεστώς παραμένει (προς το παρόν) σε μια αλά γκρεκ εκδοχή του αυταρχισμού όσον αφορά το ζήτημα του ρατσισμού και δεν επιλέγει (ακόμα) να στραφεί προς πιο ευρωπαϊκές συνταγές, δηλαδή προς έναν θεσμικό αντιρατσισμό: νομικίστικο (γλαφυρά διατυπωμένες νομικές διατάξεις με αυστηρό πλαίσιο ποινής, δυσεφάρμοστες στην καθημερινή πραγματικότητα που απέχει έτη φωτός από θετικιστικές αναγνώσεις της, γραμμένες από φιλελεύθερους νομομαθείς που η καθωσπρέπει παιδεία τους τούς απαγορεύει να είναι ρατσιστές λαϊκού τύπου - είναι πιο κοντά στους αποικιοκράτες και τους μοντέρνους επιχειρηματίες που δεν θεωρούσαν/θεωρούν υπάνθρωπους τους ιθαγενείς/μετανάστες αλλά «ανθρώπινο δυναμικό/ανθρώπινους πόρους» προς διαχείριση και αξιοποίηση), πολιτισμικά φιλελεύθερο (κουλ και μοδάτο, προς μεσοαστική κατανάλωση), φιλανθρωπικό και θυματοποιητικό («προστασία θυμάτων ρατσιστικής βίας», ήτοι αντιμετώπιση των μεταναστών ως «γυμνών ζωών», απογυμνωμένων από κάθε πολιτική διάσταση και υπόσταση), θεαματικό (του τύπου τεράστιες πινακίδες say no to racism στα ποδοσφαιρικά γήπεδα).


Η ψήφιση του νομοσχεδίου προφανώς δεν «θα αποτύπωνε τη βούληση του κράτους να αντιμετωπίσει τη ρατσιστική βία» και ακόμα προφανέστερα δεν θα συνιστούσε «έμπρακτη άρνηση της θεωρίας των δύο άκρων», όπως πιστεύουν οι Μπουρνάζος και Παπαστεργίου αντίστοιχα. Θα ήταν μια κίνηση βιοπολιτικής διαχείρισης και φιλελεύθερου φιλανθρωπισμού, με μπόλικες δόσεις θεάματος προς κατανάλωση, ενώ η διαδικασία υποτίμησης θα συνεχιζόταν αμείωτη και αναβαθμισμένη και η πραγματική πραγματικότητα στο παρασκήνιο των «αόρατων» στρατοπέδων συγκέντρωσης και των λαϊκών γειτονιών θα έμενε ίδια και χειρότερη. Αυτό που σωστά κατά τη γνώμη μας υπογραμμίζει ο συντάκτης του κειμένου είναι η πρόθεση του νομοθέτη να διώξει την ελευθερία του λόγου. Αλλά στόχος αυτής της νομικής διάταξης δεν θα ήταν γενικά και αόριστα «οι καταστατικές αρχές της δημοκρατίας». Ο ειδικός σκοπός που θα επιτελούσε συγκεκριμένα, και στη συγκυρία που βρισκόμαστε, θα ήταν να ανοίξει το πέρασμα για μια και de jure καταστολή ακόμα και των λεκτικών αρνήσεων των εκμεταλλευόμενων-καταπιεζόμενων. Κι αυτή θα ήταν έμπρακτη κατάφαση της θεωρίας του ενός άκρου!


Το ότι επιλέχθηκε να μην ψηφιστεί το νομοσχέδιο στην τρέχουσα χρονική περίοδο δεν θα πρέπει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι δεν θα επανέλθει, ακόμα πιο φανερά αυταρχικό σε κάποια σημεία του και ακόμα πιο υπόγεια βιοπολιτικό σε άλλα. Προς το παρόν, τον τόνο στο συγκεκριμένο ζήτημα θα συνεχίσει να δίνει απ' ότι φαίνεται μια πιο «τυπική» στις πρακτικές της (σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές) (ακρο)δεξιά πολιτική: αστυνομία - σκούπες - κέντρα κράτησης - ανοχή της ρατσιστικής βίας - ρατσιστική ρητορική και προπαγάνδα. Αν αυτή η πολιτική φτάσει στα όριά της, και αφού προηγουμένως έχει πετύχει τους στόχους της (ένας απ' τους οποίους είναι να φροντίζει επιμελώς και συστηματικά να καθιστά διανοήσιμα και ανεκτά από κοινωνικές πλειοψηφίες όσα μέχρι χθες ήταν ακριβώς το αντίθετο, κι ένας άλλος να εμπεδώνει το φόβο και το αναξιοβίωτο της ζωής τους στα σώματα και τις ψυχές των μεταναστών), θα έρθει και η ώρα του θεσμικού αντιρατσισμού. Να είστε βέβαιοι κύριοι και κυρίες του ΣΥΡΙΖΑ! Τον δρόμο έχουν ήδη δείξει οι Καμινομπουτάρηδες (που ας μην ξεχνάμε ότι υποστηρίχθηκαν και από αριστερούς, και όχι μόνο της ΔΗΜΑΡ). Θα ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση για να αναφερθούμε λίγο σ' αυτό το «φαινόμενο». Πρόκειται για την εν ελλάδι πρωτοπορία της επιχειρηματικής μεταπολιτικής (το πολιτεύεσθαι με βάση το εταιρικό μοντέλο), της μεταμοντέρνας απολιτίκ και κουλ ουδετερότητας, πέρα και πάνω από τα πολιτικά πάθη και μίση, με οδηγό τη νομιμότητα και την πίστη στη Δικαιοσύνη (βλ. ενδεικτικά τη δήλωση του Μπουτάρη για τον κρατούμενο πλέον πρώην δήμαρχο Παπαγεωργόπουλο), της προοδευτικής ανοιχτότητας σε ακίνδυνες ταυτότητες και σε «προαιώνιους εχθρούς» (π.χ. γκέι, ποδηλάτες, Τούρκοι και Εβραίοι τουρίστες), της νεοφιλελεύθερης νοοτροπίας του κυβερνάν (π.χ. πλήρης αξιοποίηση των «προσόντων» και των «ιδιαίτερων κλίσεων» των εργαζόμενων - ενδεικτική η δήλωση του Μπουτάρη ότι «δεν υπάρχουν κακοί εργαζόμενοι, υπάρχουν κακοί εργοδότες», καθώς και αποπολιτικοποίηση ζητημάτων όπως η καθαριότητα μιας πόλης: τι σημαίνει καθαρή πόλη, πώς θα καθαρίζεται, γιατί και για ποιον να είναι καθαρή, όλα αυτά είναι τεχνικά θέματα όχι πολιτικά - βλ. πάλι δήλωση Μπουτάρη «το να είναι καθαρή η Θεσσαλονίκη το θέλουν όλοι, είτε είναι δεξιοί είτε ΛΑΟΣ είτε ΠΑΣΟΚ είτε κομμουνιστές») και του αυταρχισμού της σιδερόφραχτης «Νομιμότητας» όπου αυτός χρειάζεται (βλ. π.χ. την επιχείρηση «καθαρή πόλη» στην Αθήνα, στο πλαίσιο της οποίας εκκενώθηκαν από τα ΜΑΤ και τα ΕΚΑΜ στεγαστικές καταλήψεις μεταναστών και δύο πολιτικές καταλήψεις στο κέντρο της πόλης).


Όσον αφορά το αν ενισχύεται ο αντισυστημικός χαρακτήρας της Χρυσής Αυγής όταν ψηφίζονται από την κυβέρνηση των μνημονίων δομικής προσαρμογής νόμοι που φωτογραφίζουν τη δράση της, αυτό ας το λάβουμε ως δεδομένο. Το να φαίνεται κανείς «αντισυστημικός» δεν είναι προνόμιο μόνο των αριστερών ξέρετε κύριε Μπουρνάζο. Κάλλιστα μπορούν να το παίζουν και ακροδεξιοί. Οποιοδήποτε μέτρο - διάταξη από την πλευρά αυτής της κυβέρνησης βάζει φαινομενικά στο στόχαστρο τη δράση της Χ.Α. και «ποινικοποιεί» θεαματικά το κόμμα, την ενισχύει de facto, ακόμα δηλαδή κι αν δεν είναι αυτή η πρόθεση του νομοθέτη. Εξάλλου, η Ελλάδα του 2013 δεν είναι Ευρώπη έτσι γενικά. Το επιχείρημα του συντάκτη περί «σύγχρονης ευρωπαϊκής εμπειρίας» παραγνωρίζει την ιδιαιτερότητα της τωρινής ελληνικής κατάστασης. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε π.χ. τη Γερμανία (λαμβάνοντας υπόψη και το βαρύ ιστορικό παρελθόν που κουβαλάει) με την Ελλάδα του '13. Η απαξίωση του ελληνικού πολιτικού προσωπικού είναι τέτοια, που ο,τιδήποτε τού πηγαίνει κόντρα με τσαμπουκά (από τη ζόρικη -συνήθως οπλισμένη- αναρχία μέχρι τη Χ.Α.) κερδίζει τη συμπάθεια εκείνων των ορφανών πια από Πατέρα-Προστάτη νεόπτωχων - χρεωμένων - χρεοκοπημένων και εκπεσμένων ελλήνων που ψάχνουν για «ήρωες» και νέους «προστάτες». Επιπλέον, η σύγκριση της Χ.Α. με τους «άντρες που δέρνουν τις γυναίκες τους γιατί τους “απάτησαν”, τους «φιλήσυχους πολίτες που παίρνουν τις καραμπίνες τους και κυνηγάνε τους διαρρήκτες» και τους «αστυνομικούς που βασανίζουν εγκληματίες» είναι άστοχη. Δεν μπορείς να συγκρίνεις ανόμοια μεγέθη. Τα παραδείγματα που αναφέρει ο Μπουρνάζος δεν είναι βέβαια μεμονωμένα, και σαν κουλτούρα είναι αν μη τι άλλο πολύ κοντά στη Χ.Α., αλλά δεν παύουν να θεωρούνται -σε επίπεδο δίωξης- και σε μεγάλο βαθμό να είναι κιόλας εξατομικευμένα. Δεν προσπαθούν οργανωμένα να αποσπάσουν κοινωνική υποστήριξη ούτε συγκροτούν (τουλάχιστον μέχρι στιγμής) ένα κοινωνικό φαινόμενο, μια συγκροτημένη ολότητα προς «ηρωοποίηση» και προς μίμηση, ακόμα κι αν «οι πράξεις τους χαίρουν [ανά περίπτωση] ευρείας κοινωνικής αποδοχής», συνήθως όμως όχι κραυγαλέας, κι αυτό έχει τη σημασία του. Προς ποινική δίωξη πάντως τίθενται με βάση ήδη ισχύοντες νόμους συγκεκριμένα άτομα, πολίτες ή κρατικοί λειτουργοί, που αυτοδικούν ή ασκούν καταχρηστικά υποτίθεται την εξουσία τους. Καμία σχέση λοιπόν με τη Χ.Α. που η διαδικασία που τη συγκροτεί είναι μάλλον ολοποιητική παρά εξατομικευτική: είναι οργανωμένο κοινοβουλευτικό κόμμα, με ιδεολογική πλατφόρμα και συγκεκριμένες στοχεύσεις, με διασυνδέσεις και χρηματοδότηση, ένα τυπικό κόμμα που ευνοείται και προμοτάρεται από το πραγματικό κόμμα (διαπλοκή κεφαλαίου - μίντια - πολιτικής - μαφίας) και με τη σειρά του προσπαθεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που του παρέχονται απ' το πραγματικό κόμμα με σκοπό να ενδυναμώσει τόσο τη θέση του μέσα στο σύστημα όσο και το ίδιο το σύστημα.


Προφανώς, και για να προλάβουμε παρεξηγήσεις, δεν εννοούμε να μην διώκονται ποινικά τα ρατσιστικά εγκλήματα για να μην κάνουμε «μάγκες» τους χρυσαυγίτες. Είναι άλλο όμως η ποινική δίωξη συγκεκριμένων εγκλημάτων (με βάση τους ισχύοντες νόμους) και άλλο η μέσω της ποινικοποίησης θεαματική πρόσδοση αντισυστημικής ταυτότητας στη Χ.Α.

Τέλος, ακριβώς επειδή η Χ.Α. είναι ανάμεσα στα άλλα και παρακρατική συμμορία (με ερείσματα και διασυνδέσεις στην αστυνομία και το βαθύ κράτος), είναι που δεν μπορεί de facto να αντιμετωπιστεί με αιχμή τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας, που ούτως ή άλλως ο ρόλος τους σήμερα είναι άλλοτε να συμπληρώνουν (σε επίπεδο ρυθμίσεων και διαχείρισης) και άλλοτε να καλύπτουν (δίνοντας μια επίφαση κράτους δικαίου) τα πραγματικά κέντρα εξουσίας που περισσότερο έχουν τη μορφή κυκλώματος. Η συμμοριακή δομή της Χ.Α. λοιπόν δεν είναι κάτι παράταιρο με τη σημερινή μορφή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, όπως νομίζει ο κ. Μπουρνάζος και όχι μόνο. Βρισκόμαστε κατά το μάλλον ή ήττον στο σημείο όπου είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με βάση τους θεσμούς η έλλειψη σχολικών βιβλίων και θέρμανσης στις σχολικές αίθουσες, πόσο μάλλον η Χ.Α. Προφανώς, δεν ισχυρίζεται κανείς ότι πρέπει να υποκαταστήσουμε το κράτος, να γίνουμε «ντετέκτιβ, “φρουροί” και ανακριτικοί υπάλληλοι». Δεν θα θέλαμε από θέση αρχής κάτι τέτοιο, ακόμα κι αν μας δινόταν η ευκαιρία. Από την άλλη όμως το να είναι κανείς στο κίνημα σημαίνει και το να συμμετέχει με το ίδιο του το σώμα είτε σε μια περιφρούρηση ενός μαγαζιού ή σπιτιού μετανάστη που απειλείται είτε σε μια διαδήλωση σε μια συνοικία που διατρανώνει την αλληλεγγύη της στους μετανάστες γείτονες και την αντίθεσή της στους ρατσιστές και στιγματίζει - απομονώνει κοινωνικά τους τελευταίους. Μόνο ένα αποφασισμένο κίνημα (και όχι βέβαια η περίφημη «κοινωνία των πολιτών»), πλατύ και από τα κάτω, με συστηματική δράση, θα μπορούσε (και συχνά το κάνει) να βάλει φρένο στη δράση της Χ.Α. και των οπαδών της. Από κει και πέρα, το μόνο που μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση πιεσμένη από ένα τέτοιο κίνημα είναι να τηρήσει τα στοιχειώδη προσχήματα. Αν όχι, τότε θα σημαίνει ότι μιλάμε για ανοιχτά φασίζον καθεστώς, και αυτή είναι μια άλλη κουβέντα που δεν θα την κάνουμε τώρα.



ιούνιος 2013

λάμπε ρατ

Δεν υπάρχουν σχόλια: