Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Έκκληση της Vandana Shiva εν όψει της Διάσκεψης Ρίο+20: Επείγουσα ανάγκη η αλλαγή παραδείγματος


Τον Ιούνιο του 2012, κινήματα και ηγέτες θα συναντηθούν στο Ρίο για τη διάσκεψη Ρίο+20, δύο δεκαετίες μετά τη Σύνοδο Κορυφής για τη Γη που οργανώθηκε το 1992 για την αντιμετώπιση επειγουσών οικολογικών προκλήσεων, όπως η εξαφάνιση ειδών, η διάβρωση της βιοποικιλότητας και η κλιματική αλλαγή. Η Διάσκεψη για τη Γη μάς έδωσε δύο πολύ σημαντικούς διεθνείς περιβαλλοντικούς νόμους: τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιολογική Ποικιλότητα και τη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή. Επίσης, μας έδωσε τις αρχές του Ρίο, συμπεριλαμβανομένων της Αρχής της Πρόληψης και της Αρχής ο Ρυπαίνων Πληρώνει.

Ο κόσμος έχει αλλάξει ριζικά από το 1992, και δυστυχώς, όχι προς το καλύτερο. Η οικολογική βιωσιμότητα έχει συστηματικά θυσιαστεί για ένα συγκεκριμένο μοντέλο οικονομίας, το οποίο είναι σε κρίση. Το 1995 δημιουργήθηκε μια τεκτονική μετατόπιση στις αξίες που καθοδηγούν τις αποφάσεις μας, και στο ποιος παίρνει τις αποφάσεις. Το Ρίο βασίστηκε στις αξίες της οικολογικής βιωσιμότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της οικονομικής ισότητας - μεταξύ των χωρών και στο εσωτερικό των χωρών. Είχε διαμορφωθεί από οικολογικά κινήματα, επιστήμονες και κυβερνήσεις. Η δημιουργία του ΠΟΕ, και το παράδειγμα του παγκόσμιου εταιρικού κανόνα, που αποκαλείται λανθασμένα "ελεύθερο εμπόριο" (ακριβέστερα περιγράφεται ως καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση) άλλαξε τις αξίες και τις δομές της διακυβέρνησης και λήψης αποφάσεων.

Η διατήρηση των πόρων της Γης και η ισότιμη κατανομή τους αντικαταστάθηκαν από την απληστία, την αρπαγή και την ιδιωτικοποίηση των πόρων. Βιώσιμες οικονομίες και κοινωνίες αντικαταστάθηκαν από μη-βιώσιμα συστήματα παραγωγής και μια αδυσώπητη κίνηση εξάπλωσης του ιού του καταναλωτισμού. Η λήψη αποφάσεων περιήλθε στα χέρια των παγκόσμιων εταιρειών, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα. Επομένως, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι στη διάσκεψη Ρίο+20 η οικολογική κρίση είναι βαθύτερη από ό,τι ήταν την εποχή της Διάσκεψης για τη Γη, και η βούληση και η ικανότητα των κυβερνήσεων είναι ασθενέστερες.

Καθώς οι εταιρείες έγραψαν τους κανόνες του ΠΟΕ και του παγκόσμιου ελεύθερου εμπορίου, έχουν επίσης υπονομεύσει τους περιβαλλοντικούς κανόνες οι οποίοι υποτίθεται ότι έπρεπε να ρυθμίζουν τις εμπορικές δραστηριότητές τους για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα. Έχουν αλλάξει τους περιβαλλοντικούς νόμους οι οποίοι υποτίθεται ότι έπρεπε να ρυθμίζουν το εμπόριο εντός της νομοθεσίας για την εμπορευματοποίηση των πόρων της γης και των οικολογικών λειτουργιών.

Κερδίζοντας από τη ρύπανση

Έχουν υπονομεύσει τη Συνθήκη για το Κλίμα και τη Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα. Αντί να πληρώνουν οι ρυπαντές και να ελέγχονται σε εθνικό και διεθνές επίπεδο για να σταματήσει η ρύπανση, οι μεγαλύτεροι ρυπαντές της ατμόσφαιρας, οι οποίοι έχουν συμβάλει περισσότερο στην αλλαγή του κλίματος, τώρα καθορίζουν τους κανόνες για το πώς θα αντιμετωπιστεί η κλιματική αλλαγή. Η βιομηχανία της βιοτεχνολογίας, που έχει προκαλέσει γενετική ρύπανση απελευθερώνοντας γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς στο περιβάλλον, θεσπίζει τους κανόνες για τον τρόπο διαχείρισης της βιοποικιλότητας και της βιοασφάλειας. Η προσπάθεια να συσταθεί η BRAI, η Ρυθμιστική Αρχή Βιοτεχνολογίας της Ινδίας, είναι ένα παράδειγμα.

Ο αρχικός στόχος της Συνθήκης για το Κλίμα ήταν να θέσει σε εφαρμογή νομικά δεσμευτικούς στόχους μείωσης των εκπομπών ρύπων για τους ιστορικούς ρυπαντές, οι οποίοι κατά την περίοδο προ της παγκοσμιοποίησης ήταν συγκεντρωμένοι στον πλούσιο βιομηχανικό Βορρά. Η συνθήκη καταστράφηκε κατά τη σύνοδο κορυφής για το κλίμα στην Κοπεγχάγη, από την προσπάθεια να αντικατασταθεί από μια μη δεσμευτική Συμφωνία της Κοπεγχάγης. Το Πρωτόκολλο του Κιότο εισήγαγε την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι ο ρυπαίνων πληρωνόταν, δεν τιμωρούνταν. Οι μεγάλοι βιομηχανικοί ρυπαντές άρχισαν να πληρώνονται, επιτρέποντάς τους να έχουν ιδιωτικά δικαιώματα στα ατμοσφαιρικά κοινά μας. Στη συνέχεια, πληρώνονταν κερδίζοντας από την εμπορία των ρύπων.

Τα κέρδη αυξήθηκαν και οι εκπομπές ρύπων αυξήθηκαν. Το κλιματικό χάος είναι χειρότερο σήμερα από ό,τι ήταν το 1992. Και οι ρυπαντές αναζητούν νέους τρόπους για να βγάλουν λεφτά και να αρπάξουν τους πόρους. Τώρα θέλουν να εμπορευματοποιήσουν τις οικολογικές λειτουργίες και τις υπηρεσίες που παρέχει η φύση. Αυτή θα είναι η μεγάλη συζήτηση για το κλίμα στη διάσκεψη Ρίο +20.

Ο αρχικός στόχος της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα ήταν η διατήρηση της βιοποικιλότητας και η βιώσιμη και ισότιμη χρήση της. Ο στόχος αυτός έχει ανατραπεί και αντικαθίσταται ολοένα και περισσότερο από τους στόχους του εμπορίου των γενετικών πόρων, των κερδών και των ιδιωτικοποιήσεων. Το Πρωτόκολλο Ναγκόγια για την Πρόσβαση και την Κοινή Χρήση περιορίζει την πρόσβαση μόνο σε παγκόσμιους παίκτες, αγνοώντας την πρόσβαση των τοπικών κοινοτήτων. Αντιμετωπίζουν ως χρησιμοποίηση μόνο τη χρήση για έρευνα και εμπόριο - αγνοώντας τις ανάγκες επιβίωσης των τοπικών κοινωνιών. Είναι στην πραγματικότητα νομιμοποίηση της Βιοπειρατίας, διότι επιτρέπει τη μεταφορά του γενετικού πλούτου από τις τοπικές κοινότητες σε παγκόσμιες εταιρείες, υπονομεύει τις οικονομίες της βιοποικιλότητας και τους πολιτισμούς που έχουν διαφυλάξει τη βιοποικιλότητα, και είναι απαραίτητοι για τη διατήρησή της στο μέλλον.

«Ξέρουμε ότι μπορούμε να τον αλλάξουμε»

Τόσο με τη Συνθήκη για το Κλίμα όσο και με τη Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα, το εμπόριο αντικαθιστά την προστασία και τα κοινά. Τα Δικαιώματα των Επιχειρήσεων αντικαθιστούν τα Δικαιώματα της Φύσης και των Ανθρώπων.

Και αυτή η αλλαγή στις αξίες, από την προστασία και την κοινή χρήση στην εκμετάλλευση και την ιδιωτικοποίηση, δικαιολογείται στο όνομα της οικονομικής προόδου και της οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, το οικονομικό παράδειγμα για το οποίο η Γη και η κοινωνία λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν, είναι το ίδιο σε βαθιά κρίση. Δείτε τις αυτοκτονίες αγροτών, την πείνα και την κρίση υποσιτισμού στην Ινδία. Δείτε τις διαδηλώσεις στην Ελλάδα, την Ισπανία ή το κίνημα του Occupy του 99% στις ΗΠΑ.

Όπως λένε οι ισπανοί indignados:

«Δεν καταλαβαίνουμε γιατί πρέπει να πληρώσουμε το κόστος της κρίσης, ενώ οι αυτουργοί της συνεχίζουν να εμφανίζουν κέρδη ρεκόρ. Είμαστε άρρωστοι και κουρασμένοι από τη μια αδικία μετά την άλλη. Θέλουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια πίσω πάλι.

Αυτό δεν είναι το είδος του κόσμου στον οποίο θέλουμε να ζούμε, και είμαστε εμείς που πρέπει να αποφασίσουμε τι κόσμο θέλουμε. Ξέρουμε ότι μπορούμε να τον αλλάξουμε, και έχουμε μια μεγάλη στιγμή για να το κάνουμε.»

Η αλλαγή παραδείγματος είναι επείγουσα ανάγκη. Και δεν θα έρθει από εκείνους που δημιούργησαν την κρίση, και οι οποίοι αναζητούν νέους τρόπους για να παρατείνουν τη ζωή της Άπληστης οικονομίας εμπορευματοποιώντας και ιδιωτικοποιώντας όλη τη ζωή πάνω στη γη. Θα έρθουν στη διάσκεψη Ρίο+20 να μπογιατίσουν την Άπληστη Οικονομία Πράσινη, και να την ονομάσουν Πράσινη Οικονομία. Και θα έχουν ισχυρές κυβερνήσεις με το μέρος τους.

Κινήματα για οικολογική βιωσιμότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και βαθιά δημοκρατία θα έρθουν στη διάσκεψη Ρίο+20 με ένα άλλο παράδειγμα, επικεντρωμένο στα Δικαιώματα της Μητέρας Γης, τα δικαιώματα των μελλοντικών γενεών, των γυναικών, των ιθαγενών κοινοτήτων και των αγροτών.

Είναι αυτός ο επικός αγώνας μεταξύ ενός καταστροφικού και ξεπερασμένου παραδείγματος που πεθαίνει και ενός αναδυόμενου παραδείγματος ενίσχυσης της ζωής που θα είναι η πιο σημαντική πτυχή της διάσκεψης Ρίο+20. Το αποτέλεσμα αυτού του αγώνα θα καθορίσει το μέλλον της ανθρωπότητας. Δεν θα εισέλθει στις διαπραγματεύσεις, που δεν μπορεί παρά να είναι ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής στο κυρίαρχο πλαίσιο της εταιρικής επιρροής. Αλλά θα παρέχει την ενέργεια για τη Διάσκεψη των Ανθρώπων, και πολλές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης στο Rio Centro. Αυτός ο αγώνας θα συνεχιστεί και μετά το Ρίο, σε κάθε χώρα, σε κάθε πόλη και χωριό, σε κάθε αγρόκτημα και χώρο εργασίας, σε κάθε σπίτι και δρόμο.

Κανείς από εμάς δεν είναι αλώβητος από την κρίση, ή από την αντιμετώπισή της. Κανείς από εμάς δεν είναι θεατής. Είμαστε όλοι βυθισμένοι σε διαδικασίες που είτε απειλούν τον πλανήτη και το μέλλον μας, είτε βρίσκουν δημιουργικούς τρόπους για να διαμορφωθεί ένα βιώσιμο και δίκαιο μέλλον. Κάθε μέρα είναι μια διάσκεψη για τη γη στις ζωές μας. Και ο καθένας από εμάς διαπραγματεύεται τη συλλογική μοίρα μας πάνω στη γη.

Vandana Shiva

Μετάφραση: Δ.Κ.

Η Vandana Shiva είναι φιλόσοφος, ακτιβίστρια για το περιβάλλον και οικο-φεμινίστρια.
Στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί τα βιβλία της Πόλεμοι για το νερό (Εκδόσεις Εξάρχεια, 2011) και Η αρπαγή της σοδειάς, (Εκδόσεις Εξάρχεια, 2009).
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο www.commondreams.org

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Συνεχίζεται η απεργία στη Phone Marketing - Πανελλαδική στάση εργασίας στη Vodafone


Κάτω τα χέρια από την Συλλογική Σύμβαση

Πανελλαδική Στάση Εργασίας στην Vodafone την Τρίτη 12 Ιούνη από την έναρξη της βάρδιας μέχρι τις 1:00 μμ

Όλοι στην απεργιακή συγκέντρωση στις 9:00 π.μ. στις εγκαταστάσεις Χαλανδρίου (Τζαβέλλα 1-3)

H Διοίκηση της VODAFONE, μιας από τις πιο κερδοφόρες εταιρίες στην Ελλάδα, προστρέχει να εφαρμόσει την νέα Δανειακή Σύμβαση και το Μνημόνιο ΙΙ που συμφώνησαν Κυβέρνηση, ΕΕ, ΔΝΤ, με μια πρόταση-κόλαφο για τα δικαιώματα και τις ανάγκες των εργαζομένων στην επιχείρηση, οδηγώντας σε ναυάγιο τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΣΣΕ) για το 2012-13.

Τόσο η αρχική πρόταση της διοίκησης (πάγωμα των ωριμάνσεων, κατάργηση των επιδομάτων γάμου 10%, ξένης γλώσσας 5-10%, ακουστικού 3% και ταμείου και μετατροπή τους σε «οικειοθελή παροχή») όσο και η πρόσφατη (ίδια με την αρχική με μόνη διαφορά την διατήρηση του επιδόματος γάμου), αποδομεί τους κατοχυρωμένους μισθούς που προβλέπει η ΕΣΣΕ, μετατρέπει τον μισθό μας σε δωράκι της εργοδοσίας για να μπορεί αύριο να προχωρήσει ελεύθερα σε μειώσεις μισθών μέσω της μείωσης/κατάργησης της «οικειοθελούς παροχής» και μαζικές απολύσεις μέσω της αντικατάστασης των παλιότερων συναδέλφων με «φτηνότερους» νέους. Σε μία εταιρεία που χρόνια τώρα χρησιμοποιούνται επινοικιαζόμενοι με συμβάσεις μήνα και πολύ χαμηλότερους μισθούς.

Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σωματείου μας, οι εργαζόμενοι στην VODAFONE απορρίπτουμε τις αξιώσεις της εργοδοσίας για πάγωμα των ωριμάνσεων και κατάργηση των κατοχυρωμένων επιδομάτων μας, ως προϋπόθεση για την υπογραφή νέας Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης για το 2012-2013.

Η υπάρχουσα ΕΣΣΕ, με όλα τα επιδόματα και τα μισθολογικά κλιμάκια, προβλέπει τα απολύτως αναγκαία και απαραίτητα για την επιβίωση.

Γι αυτό προχωράμε σε πανελλαδική Στάση Εργασίας την Τρίτη 12 Ιούνη από την έναρξη της βάρδιας μέχρι τη 1:00μμ, με αιτήματα:

-ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΥΣΑΣ ΕΣΣΕ ΓΙΑ ΤΟ 2012-2013 ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΜΕΙΩΣΗ ΣΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ

-ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΔΟΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΓΩΜΑ ΤΩΝ ΩΡΙΜΑΝΣΕΩΝ

ΤΟΝ ΜΙΣΘΟ ΜΑΣ ΤΟΝ ΚΕΡΔΙΖΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΣ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ «ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΗΣ ΠΑΡΟΧΗ» ΟΥΤΕ ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

Καλούμε όλους τους συναδέλφους να συμμετέχουν ενεργά στην Στάση Εργασίας την Τρίτη 12 Ιούνη από την έναρξη της βάρδιας έως τη 1:00μμ.

Καλούμε το ΕΚΑ, την ΟΙΥΕ, την ΓΣΕΕ, Σωματεία, συνδικαλιστές και αλληλέγγυους εργαζόμενους από όλους τους χώρους να συμμετέχουν στην Απεργιακή Συγκέντρωση που θα γίνει την ίδια μέρα στις 9:00πμ στις κεντρικές εγκαταστάσεις της VODAFONE στο Χαλάνδρι (Τζαβέλλα 1-3).

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ




ΟΧΙ ΣΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΩΡΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΜΙΣΘΩΝ

ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ

ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΜΑΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

 
Συναδέλφισσες, Συνάδελφοι,
Εμείς οι εργαζόμενοι στη Phone Marketing συνεχίζουμε εδώ και 82 μέρες τις απεργιακές μας κινητοποιήσεις. Ύστερα από πίεση που ασκήσαμε με τον απεργιακό μας αγώνα αλλά και τη συμπαράσταση συναδέλφων και σωματείων, ο εργοδότης κατέληξε σε μια νέα πρόταση, ώστε να μην εφαρμοστεί η εκ περιτροπής εργασία που είχε προτείνει αρχικά, να δουλεύουμε δηλαδή για ένα 8ωρο την εβδομάδα, με 140€ το μήνα. Πρότεινε να δουλέψουμε 4ωρα για 2 μήνες, ενώ μετά από αυτό το χρονικό διάστημα και εφόσον επανέλθουμε στα κανονικά μας ωράρια να προχωρήσει σε μειώσεις μισθών. Σε ερώτηση σχετικά με τις πληρωμές μας, αρνήθηκε να δεσμευτεί ότι θα τηρούνται κανονικά ή να βάλει ένα χρονικό περιθώριο. Ουσιαστικά μας ζητά να επιστρέψουμε σε ένα αβέβαιο εργασιακό καθεστώς χωρίς να γνωρίζουμε τα αυτονόητα, ότι δηλαδή θα πληρωνόμαστε για τη δουλειά που παράγουμε. Η πρόταση απορρίφθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία της συνέλευσης μας.
 
Κάνοντας πράξη τις αποφάσεις της συνέλευσής μας, την Πέμπτη 7/6 πραγματοποιήσαμε παράσταση διαμαρτυρίας στο Υπουργείο Εργασίας αλλά και στην Επιθεώρηση Εργασίας. Η υπεύθυνη της Επιθεώρησης Εργασίας, δεσμεύτηκε ότι θα κινηθεί και δικαστικά για την διαδικασία που επιβλήθηκε η εκ περιτροπής εργασία, χωρίς όμως να θίγει την ουσία του μέτρου. Ταυτόχρονα θα πραγματοποιήσουμε νέα τριμερή συνάντηση με τον εργοδότη.

Σκλάβοι του 21ου αιώνα δεν θα γίνουμε

Δεν έχουμε καμία αυταπάτη για τις προθέσεις της εργοδοσίας. Από την πρώτη στιγμή με αυτό το επαίσχυντο μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας (;) θέλησε να μας υποχρεώσει σε παραίτηση, ώστε να προσλάβει εργαζόμενους με τις νέες συμβάσεις που προβλέπουν μισθούς πείνας, όπως άλλωστε κάνει μια μεγάλη μερίδα των εργοδοτών στο κλάδο μας. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όλα τα χρόνια μέχρι σήμερα, με τη δουλειά μας παράγουμε τεράστιο πλούτο και τον καρπώνονται οι ιδιοκτήτες της επιχείρησης. Γνωρίζουμε επίσης ότι χωρίς τους εργάτες ούτε γρανάζι γυρίζει, ούτε τηλέφωνο δουλεύει, όπως αποδεικνύεται στην πράξη.

ΕΔΩ ΜΕ ΑΓΩΝΑ ΤΑΞΙΚΟ
ΓΙΑΤΙ ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΖΟΥΜΕ ΜΕ 100 ΕΥΡΩ

Στη συνέλευση μας , την Πέμπτη 07/06/2012 αποφασίσαμε να συμμετέχουμε και να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στους συναδέλφους μας στη Vodafone στη στάση εργασίας την Τρίτη 12/6. Και εκεί η εργοδοσία δεν υπογράφει νέα συλλογική σύμβαση εργασίας, χτυπώντας έτσι τους μισθούς των συναδέλφων μας, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά ότι συνολικά οι εργοδότες στον κλάδο έχουν εξαπολύσει τεράστια επίθεση στα δικαιώματά μας, στις ίδιες μας τις ζωές.

Συνεχίζουμε, λοιπόν αυτόν τον αγώνα αποφασισμένοι να νικήσουμε. Για εμάς είναι μονόδρομος και πολύ σύντομα θα είναι μονόδρομος για χιλιάδες εργαζόμενους στον κλάδο που είτε δουλεύουν και παραμένουν για μήνες τώρα απλήρωτοι, είτε οι μισθοί που παίρνουν, με βάση τις νέες συμβάσεις, δεν φτάνουν ούτε για να επιβιώσουν. Δεν κάνουμε βήμα πίσω, δεν λυγίζουμε, θα συνεχίσουμε με όλους τους τρόπους και τα μέσα. Μέσα από τις Γενικές Συνελεύσεις μας, με την Επιτροπή Αγώνα αλλά και το Σωματείο μας, το ΣΕΤΗΠ, θα οργανώσουμε τα επόμενα βήματα μας. Κλιμακώνουμε την πάλη μας ώστε να ικανοποιηθούν τα αιτήματά μας.
Καλούμε όλους τους εργαζόμενους στον κλάδο και γενικότερα, τους κατοίκους της Νέας Ιωνίας και των γύρω περιοχών να συμπαρασταθούν στον δίκαιο αγώνα μας.

Επιτροπή Αγώνα των εργαζομένων στην Phone Marketing

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Ανανεώνοντας το πρόταγμα της αυτονομίας μέσα από αλληλέγγυες συλλογικές πρακτικές επιβίωσης


Του Σταύρου Σταυρίδη*

Δεν βρισκόμαστε σε μια περίοδο που η ζωή μας κυλάει κανονικά, όπου τα ερωτήματα τίθενται από μια συνθήκη όπου έχουν εξασφαλιστεί τα βασικά δεδομένα προβλεψιμότητας του μέλλοντος μιας κανονικής ζωής, αλλά σε μια περίοδο κρίσης όπου πολλά από αυτά που θεωρούσαμε δεδομένα δεν είναι πια δεδομένα. Αυτή η νέα συνθήκη έχει θέσει με καινούργιο τρόπο ένα ερώτημα το οποίο διαμορφώνεται όχι μονάχα στα μυαλά εκείνων που είχαν μια εμπλοκή με το πρόβλημα της ανθρώπινης χειραφέτησης και προσπαθούσαν με τον ένα ή άλλο τρόπο να το αρθρώσουν σε μια πολιτική, αλλά και στα μυαλά εκείνων που αυτό τους φαινόταν πολύ μακρινό ή αδιάφορο. Το ερώτημα αυτό είναι: μπορούμε, με τις συνθήκες που ζούμε, εμείς οι ίδιοι να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας; Είναι δυνατό, καθώς αδιαφορεί πλέον το κράτος, ως μηχανή αναπαραγωγής της κοινωνίας, για τη ζωή μας, να ρυθμίσουμε εμείς αυτή τη ζωή;

Βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, και στη Λατινική Αμερική αυτό το έχουν ζήσει εδώ και πολλές δεκαετίες, σε μια συνθήκη όπου ολόκληρα τμήματα της κοινωνίας, σε εξαιρετικά μεγάλη κλίμακα (όπως στις μεγαλουπόλεις της Λατινικής Αμερικής, αλλά και στην Αθήνα πλέον), τίθενται σχεδόν εκτός κοινωνίας. Υπάρχουν δύο εξαιρετικά κομβικά ζητήματα από τα οποία εξαρτιέται η αναπαραγωγή των ανθρώπων (με όρους ένταξης και υπαγωγής σε ένα σύστημα ζωής που να μπορεί να επιδέχεται μια στοιχειώδη προβλεψιμότητα και να έχει νόημα), γύρω από τα οποία έχουν αρθρωθεί και αντίστοιχες πρακτικές και αντιδράσεις. Είναι το πρόβλημα της στέγης και το πρόβλημα της διατροφής. Γύρω από αυτά υπάρχει αυτή τη στιγμή ένας πολύ έντονος προβληματισμός στα κινήματα και τις μορφές αυτοοργάνωσης που έχουν ξεπηδήσει με πολλούς τρόπους σε κοινωνίες σε κρίση.

Οι σύντροφοι στο Μεξικό, σε ένα πολύ ενδιαφέρον συνέδριο στο οποίο βρέθηκα πρόσφατα, προβληματίζονται πάνω στο θέμα της αυτονομίας με τέτοιους όρους, δηλαδή με όρους υλικής αναπαραγωγής εκείνων που βρίσκονται μπροστά σε προβλήματα επιβίωσης. Λένε κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση: δεν μπορούμε να φανταστούμε καμιά μορφή αυτονομίας, δηλαδή χειραφέτησης από τους μηχανισμούς της εξουσίας και του κράτους, εάν αυτή η μορφή δεν περιλαμβάνει μορφές διατροφικής αυτονομίας. Εάν, δηλαδή, δεν μπορεί το ίδιο το υποκείμενο που επιχειρεί να χειραφετηθεί από τους μηχανισμούς που ελέγχουν τη ζωή του να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη που χρειάζεται για την επιβίωση.

“Υπάρχω εάν υπάρχεις”

Στη Λατινική Αμερική ανακάλυψαν ένα δίκτυο σκέψεων και κοσμοαντιλήψεων που μπορεί και να βρίσκεται σε έναν άλλο κόσμο ήδη θεμελιωμένο, έναν κόσμο που ο δυτικός πολιτισμός περιφρόνησε, διέλυσε, καταπάτησε, κατέστρεψε, στον κόσμο της ιθαγενικής σοφίας κάποιων κοινοτήτων οι οποίες υπάρχουν ακόμα. Έναν τρόπο σκέψης ο οποίος επιβιώνει όλης αυτής της περιόδου της αρπακτικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, ο οποίος συμπυκνώνεται στη φράση buen vivir. Το buen vivir σημαίνει, σε ελεύθερη μετάφραση, ευ ζην ή το να ζεις καλά, αλλά δεν πρόκειται για τη συνέχιση μιας στωϊκής ή επικούρειας συζήτησης για τη βελτίωση του εαυτού, αλλά ίσα ίσα για θεμελίωση του ερωτήματος της αξίας που έχει η ζωή πάνω στην αξία της συλλογικής αναφοράς, της κοινότητας.

Η ουσία του buen vivir είναι η διατύπωση «υπάρχω εάν υπάρχεις». Υπάρχω όχι ως αυτοτελής αξία, αλλά υπάρχω εφόσον υπάρχεις. Δηλαδή, εξαρτάται η ύπαρξή μου, η δυνατότητά μου να υπάρχω, από το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχεις και εσύ. Το buen vivir, λοιπόν, θέτει στο πλαίσιο του καινούργιου προβληματισμού για την αυτονομία ένα ακόμη ερώτημα: εάν στοχάζομαι στον ορίζοντα του άλλου, εάν ενεργώ με την προϋπόθεση ότι υπάρχει ο άλλος, με ποιες αξίες, με ποιες αρχές μπορώ να εκφράσω αυτή τη συνλειτουργία στην προοπτική της κοινής μας επιβίωσης; Ξεχώρισαν τρεις αρχές οι οποίες προέρχονται από αυτό το κοσμοθεωρητικό σύμπαν αλλά χειρονομούν προς έναν νέο ορισμό της κοινότητας. Η πρώτη αρχή είναι να μη σκοτώνεις τον άλλον. Η δεύτερη αρχή είναι να μην κλέβεις. Και η τρίτη είναι να μην σταματάς να δουλεύεις. Μπορεί να φαίνονται λίγο εχθρικές προς αυτά που μπορεί να σκεφτόμαστε, δείτε, όμως, την ερμηνεία τους. Το γιατί δεν πρέπει να φονεύεις τον άλλον είναι μάλλον προφανές, δεν μπορεί η δυνατότητα του φόνου να είναι ο ορίζοντας θεμελίωσης της κοινότητας. Το να μην κλέβεις σημαίνει ότι, επειδή ακριβώς η συλλογική αναφορά στα αγαθά επιβίωσης της κοινότητας προϋποθέτει έναν σεβασμό της συμμετοχής καθενός σε αυτά τα αγαθά, οποιαδήποτε πράξη κλοπής, δηλαδή ατομικής ιδιοποίησης, είναι στην ουσία μια ενέργεια κατά της κοινωνίας. Το τρίτο και πιο περίεργο, το μη σταματάς να δουλεύεις, σημαίνει στη δική τους λογική ότι, επειδή η δουλειά δεν είναι καταναγκαστική εργασία, δεν είναι αυτό που σου επιβάλλεται για να μπορέσεις να αναπαραχθείς ατομικά με αντίτιμο κάποιου είδους μισθό, αλλά η διαρκής σχέση μετασχηματισμού και αρμονίας με το φυσικό περιβάλλον, το να σταματάς να δουλεύεις σημαίνει ότι παραιτείσαι από αυτή τη διαρκή ανταλλαγή, ότι αποσύρεσαι από το κοινωνικό, είσαι αντικοινωνικός.

Το ερώτημα είναι, αν θέσει κανείς με αυτούς τους όρους το ζήτημα της αυτονομίας, πώς μπορεί αυτή η αυτονομία να οριστεί ή να τεθεί σε έναν ορίζοντα θεωρητικό ως πολιτικό πρόταγμα. Εκεί υπάρχει άλλη μια πτυχή αυτής της συζήτησης για το buen vivir που αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους λαμβάνονται στο εσωτερικό των κοινοτήτων οι αποφάσεις ή παράγονται μορφές διαβούλευσης με στόχο να βρεθεί ο καλύτερος δυνατός τρόπος για να εξασφαλιστεί το buen vivir ως συλλογική συνθήκη.

Μπροστά, λοιπόν, στην παράδοση αυτού του τρόπου σκέψης υπάρχει ξανά το πρόβλημα της οργάνωσης, το πρόβλημα της απόφασης, και το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα σε αυτούς που μετέχουν σε μια κοινότητα. Υπάρχει, εντέλει, το πρόβλημα της δημοκρατίας και το πρόβλημα της εξουσίας. Το πρόβλημα της δημοκρατίας, σε αυτόν τον ορίζοντα, σημαίνει αναγνώριση αυτού που ο Ρανσιέρ αποκαλεί «δημοκρατικό παράδοξο». Δηλαδή, όχι μονάχα δημοκρατία για να γίνουμε ίσοι, αλλά ασκούμε τη δημοκρατία στο όνομα του ότι είμαστε προκαταβολικά όλοι ίσοι. Ταυτόχρονα, λοιπόν, στόχος και προϋπόθεση της δημοκρατίας είναι η ισότητα. Αυτό είναι ένα στοιχείο της συνθήκης της νέας διατύπωσης της αυτονομίας.

Ένα δεύτερο στοιχείο αυτής της συνθήκης είναι, επειδή αυτό το «δημοκρατικό παράδοξο» είναι μια μηχανή που πρέπει να είναι σε διαρκή λειτουργία, με ποιο τρόπο μπορούμε να εξασφαλίσουμε αυτή τη μηχανή απέναντι σε αυτό που μπορεί να την καταστρέψει. Η εξασφάλιση είναι, κοντολογής, να εφεύρουμε τρόπους, μέσα από αυτές τις πρακτικές της επιβίωσης που δίνουν νόημα συλλογικά στη ζωή, να καταστρέφουμε τις δυνατότητες συσσώρευσης εξουσίας. Να καταστρέφουμε τη δυνατότητα κάποιων να οικειοποιούνται τον κοινωνικό πλούτο και την κοινωνική γνώση προς όφελός τους. Η κοινωνική αλληλεγγύη, λοιπόν, η οποία μπορεί να στηρίζεται σε ένα τέτοιο πρόταγμα αυτονομίας μέσα από τη δημοκρατία, χρειάζεται διαρκώς την εφεύρεση μηχανών που καταστρέφουν τη συσσώρευση της εξουσίας.

*Καθηγητής ΕΜΠ

Από το 8ο τεύχος της εργατικής εφημερίδας ΔΡΑΣΗ που κυκλοφορεί

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Φιλήμονας Πατσάκης: Προϋποθέσεις και δυνατότητες αντίδρασης στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό



Η τοποθέτηση του Φιλήμονα Πατσάκη στη συζήτηση με θέμα "Σύγχρονος ολοκληρωτισμός και κατάσταση εξαίρεσης" που έγινε στο πλαίσιο του φεστιβάλ Occupy Planet Earth στις 3/6/2012, στο Πολυτεχνείο

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Από τη μετα-δημοκρατία στη μετα-πολιτική βιοεξουσία



Η τοποθέτηση του Αλέξανδρου Κιουπκιολή στη συζήτηση με θέμα "Σύγχρονος ολοκληρωτισμός και κατάσταση εξαίρεσης" που έγινε στο πλαίσιο του φεστιβάλ Occupy Planet Earth στις 3/6/2012, στο Πολυτεχνείο

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Φώτης Τερζάκης: Η έννοια του ολοκληρωτισμού και η φύση των κοινωνιών του ύστερου καπιταλισμού


Η τοποθέτηση του Φώτη Τερζάκη στη συζήτηση με θέμα "Σύγχρονος ολοκληρωτισμός και κατάσταση εξαίρεσης" που έγινε στο πλαίσιο του φεστιβάλ Occupy Planet Earth στις 3/6/2012, στο Πολυτεχνείο

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Ενάντια στην επέλαση της βαρβαρότητας – Ούτε στη Χαλκιδική ούτε πουθενά


Στις Σκουριές της Χαλκιδικής δίνεται αυτή την περίοδο ένας αγώνας ενάντια στην επέλαση των χρυσοθήρων της «Ελληνικός Χρυσός» και την καταστροφική για το φυσικό περιβάλλον και την τοπική οικονομία εξόρυξη χρυσού.

Η κατάσταση αυτή δεν παρουσιάζεται πρώτη φορά και σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία. Το είδαμε πριν λίγα χρόνια στον Ελαιώνα, το είδαμε στα εργοστάσια της ΔΕΗ, στους ΧΥΤΑ, στην Κερατέα, το βλέπουμε τώρα στις Σκουριές και θα το δούμε σύντομα στο Ελληνικό και αλλού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις και σε άλλες, το «καρότο» των θέσεων εργασίας έρχεται να προκαλέσει την συναίνεση της τοπικής κοινωνίας, ιδιαίτερα στις μέρες μας που η ανεργία αυξάνεται καθημερινά.

Ωστόσο πολύ κοντά στο «καρότο» είναι και το «μαστίγιο», που αυτή τη φορά είναι εξόφθαλμα πιο αποτρόπαιο. Στο όνομα της "εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου" και με αντάλλαγμα λίγες θέσεις εργασίας, καταστρέφονται 300.000 στρέμματα γης, μολύνεται το φυσικό περιβάλλον, και καταστρέφεται, έτσι, κάθε δυνατότητα της τοπικής κοινότητας να ζει από το φυσικό πλούτο της περιοχής, το μόνο πραγματικό πλούτο. Οι επιπτώσεις της εξόρυξης του χρυσού για το φυσικό περιβάλλον, επομένως και για τις τοπικές καλλιέργειες, αλλά και για τον ίδιο τον υδροφόρο ορίζοντα, θα είναι απλά μη αναστρέψιμες. Εν μέσω κρίσης, με την τρομοκρατία της κατάρρευσης να πλανιέται συνεχώς πάνω από τα κεφάλια μας, ζητάνε από την τοπική κοινωνία, αλλά και από όλους μας, να επιτρέψει τη λεηλασία του τόπου της. Ζητάνε, στην ουσία, να αφαιρεθεί κάθε δυνατότητα από τους κατοίκους να ζουν από αυτά που οι ίδιοι μπορούν να παράγουν.

Είχαμε συνηθίσει, στο όνομα της ανάπτυξης, να ακούμε για εταιρίες κολοσσούς που θα επενδύσουν τεράστια ποσά για να αποκομίσουν υπερκέρδη. Αυτή τη φορά η "ανάπτυξη" δεν έρχεται καν με "εργοστάσια ενέργειας", εμπορικά κέντρα και χώρους ψυχαγωγίας, που ντύνονταν με τον μανδύα κάποιας ''κοινωνικής ωφέλειας''. Τώρα έχουμε μια "ποιοτική" αναβάθμιση της εκμετάλλευσης, αφού μετά το πέρας των εργασιών για την εξόρυξη, δεν θα απομείνει τίποτα, παρά μόνο νεκρή γη.

Καθώς η κατάσταση χειροτερεύει για τους περισσότερους και τις περισσότερες από εμάς, αυτού του τύπου τα διλήμματα θα τίθενται όλο και πιο έντονα. Περιστολή των δικαιωμάτων μας και ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας σε εταιρίες-αρπακτικά ή ανεργία. Σε αυτή την κατάσταση τρομοκρατίας όμως, δεν υπάρχει χώρος για διχασμούς. Μπορούμε τώρα και χρειάζεται να σκεφτούμε την εργασία μας και την παραγωγή σε σύνδεση με την κοινωνία και τις ανάγκες της.

Το συμφέρον όλων μας είναι να μην επιτρέψουμε την επέλαση της βαρβαρότητας ούτε στην Χαλκιδική ούτε πουθενά. Να δούμε το περιβάλλον που μας περιβάλλει ως πηγή ζωής και αυτάρκειας.

Αλληλεγγύη στον αγώνα των κατοίκων ενάντια στα ορυχεία χρυσού.

Όλοι και όλες στις κινητοποιήσεις της επιτροπής αλληλεγγύης:

Τρίτη 5/6, 7:00 μ.μ., συγκέντρωση στα Προπύλαια και πορεία

Τετάρτη 6/6, 10 π.μ., συγκέντρωση στα Προπύλαια και πορεία στο Συμβούλιο Επικρατείας


εργατική εφημερίδα ΔΡΑΣΗ

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Για την Κοινωνική Οικονομία (μέρος Ι): Μια ιστορική αναδρομή για έναν επίκαιρο προβληματισμό


Του Γιώργου Λιερού


Η Κοινωνική Οικονομία ως κοινωνική είναι αντίθετη με την αυτορρυθμιζόμενη αγορά (την οικονομία της αγοράς), τον φιλελευθερισμό και τον νεοφιλελευθερισμό. Αρνείται τη χαρακτηριστική στον καπιταλισμό πρωτοκαθεδρία της οικονομίας, την επικυριαρχία της πάνω στις διαφορετικές σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Στο πνεύμα της όλης προσέγγισης του Καρλ Πολάνυι η Κοινωνική Οικονομία ορίζεται ως η μη αγοραία οικονομία, η παραγωγή και η διανομή υπό τον έλεγχο της κοινωνίας και όχι της αγοράς. Επιπλέον, ο όρος Κοινωνική Οικονομία εξυπονοεί την αντίθεση κράτος/κοινωνία και η Κοινωνική Οικονομία αντιδιαστέλλεται όχι μόνο από την καπιταλιστική αλλά και από την κρατική («σοσιαλιστική») οικονομία. Ωστόσο, ο όρος κρατάει την οικονομία σαν διακριτή έννοια που αναφέρεται σε μια ξεχωριστή σφαίρα της ανθρώπινης δραστηριότητας (έστω υπό κοινωνικό έλεγχο) και διασώζει αμυδρά κάτι από τη φιλελεύθερη αντίληψη για την ατομική (ιδιωτική) πρωτοβουλία, την ιδέα ενός χώρου με κάποιες δυνατότητες αυτορρύθμισης μέσα από τις διακριτές πρωτοβουλίες μίας πολλότητας ανθρώπων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Ε. η Κοινωνική Οικονομία έχει μια ισχυρή και δυναμική παρουσία στο κοινωνικό γίγνεσθαι της Ευρώπης. Στην «πρόταση ψηφίσματος του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου» που κατέθεσε ο ευρωβουλευτής Sven Gregold ως εκπρόσωπος της ομάδας των Πρασίνων διαβάζουμε ότι «η Ε.Ε. αριθμεί 160.000 συνεταιρισμούς οι οποίοι βρίσκονται στην ιδιοκτησία του ¼ και άνω των Ευρωπαίων και απασχολούν 5,4 εκατομμύρια εργαζόμενους περίπου»1. Σύμφωνα με τον Απόστολο Ιωακειμίδη2 η Κοινωνική Οικονομία εκπροσωπεί «δύο εκατομμύρια οικονομικές οντότητες δηλαδή το 10% του συνολικού αριθμού των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και απασχολεί περισσότερους από 11 εκατομμύρια μισθωτούς (το ισοδύναμο του 6% του ενεργού πληθυσμού της Ε.Ε.)3». Σύμφωνα με την Karine Pfluger4 «η Κοινωνική Οικονομία αντιπροσωπεύει 1 εκατομμύριο επιχειρήσεις και περισσότερο από 6 εκατομμύρια θέσεις εργασίας»5. Κατά την Ελένη Σπανοπούλου6 «ο Αυτοδιαχειριζόμενος Συνεταιριστικός τομέας αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο των ασφαλιστικών οργανισμών στην Ευρώπη και περίπου το 25% των ασφάλιστρων». Τα μέλη της Διεθνούς Ένωσης Αυτοδιαχειριζόμενων Αλληλοβοηθητικών Ταμείων Υγείας «παρέχουν κάλυψη, κυρίως, απέναντι στον κίνδυνο ασθένειας σε 230 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και σε περισσότερους από 160 εκατομμύρια στην Ευρώπη»7. Σύμφωνα με τον Klaus Niedierlander8 οι συνεταιρισμοί έχουν αναπτυχθεί σε παγκόσμιο κίνημα «το οποίο παρέχει απασχόληση σε 100 εκατομμύρια ανθρώπους, 20% περισότερο απ’ ότι οι πολυεθνικές εταιρείες. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν μερίδιο αγοράς ανερχόμενο σε 20%, 40% ή ακόμη και 60% σε κλασικούς τομείς της οικονομίας (γεωργία, τραπεζικές εργασίες, λιανεμπόριο, στέγαση)9». Κατά τον Arnaud Pinxsteren10 η Κοινωνική Οικονομία αντιπροσωπεύει το 10% του ΑΕΠ του Βελγίου «αντίστοιχο του μέσου όρου στις άλλες χώρες»11.

Η Κοινωνική Οικονομία περιλαμβάνει συνεταιρισμούς, εταιρείες αμοιβαίας βάσης, ενώσεις και ιδρύματα. Οι επιχειρήσεις αυτές δραστηριοποιούνται ιδιαιτέρως στην κοινωνική προστασία, τις κοινωνικές υπηρεσίες, την υγεία, σε τραπεζικές και ασφαλιστικές εργασίες, στη γεωργική παραγωγή, την προστασία του καταναλωτή, την κοινοτική εργασία, την οικοτεχνία/χειροτεχνία, τη στέγαση, τις υπηρεσίες εφοδιασμού, τις υπηρεσίες γειτονιάς, την εκπαίδευση και την κατάρτιση, την βιώσιμη ανάπτυξη, την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών καθώς και με δραστηριότητες πολιτισμού, αθλητισμού και ελεύθερου χρόνου. 12

Στην τρέχουσα συζήτηση (όπως και στη συζήτηση εντός ή πέριξ των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. αλλά και στη νομολογία της Ε.Ε. και των μεμονωμένων ευρωπαϊκών κρατών), οι επιχειρήσεις της Κοινωνικής Οικονομίας διακρίνονται από τις παραδοσιακές κεφαλαιουχικές πρώτα απ’ όλα γιατί δε στοχεύουν στην αναζήτηση κέρδους ως απόδοση της επένδυσης των μετοχών της επιχείρησης13 με άλλα λόγια γιατί: «το μεγαλύτερο μέρος του πλεονάσματος προορίζεται για την επίτευξη στόχων βιώσιμης ανάπτυξης προς το συμφέρον της εξυπηρέτησης των μελών και προς το γενικότερο συμφέρον»14. Οι επιχειρήσεις της Κοινωνικής Οικονομίας συνδυάζουν τα συμφέροντα των μελών-χρηστών με το γενικό συμφέρον15. Στόχος τους είναι η ικανοποίηση των αναγκών «όχι μόνο των μετόχων αλλά και των καταναλωτών, των εργατών/ εργαζομένων τους, των παραγωγών ή του ευρύτερου κοινού», όπου ο όρος ανάγκες δε δηλώνει μόνο τις οικονομικές αλλά και τις κοινωνικές, τις περιβαλλοντικές (διατήρηση της τοπικής βιοποικιλότητας, ενεργειακή αυτονομία) και τις πολιτιστικές (διαχείριση της τοπικής ποικιλότητας) ανάγκες16. Εκδηλώνουν έντονο ενδιαφέρον για την τοπική κοινωνία εντός της οποίας δραστηριοποιούνται17. Τις χαρακτηρίζει το έντονο πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των μελών τους18. Διατηρούν τη διαχειριστική τους αυτονομία από τις δημόσιες αρχές19 , ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται δημοκρατικά με βάση την αρχή «ένα μέλος = μία ψήφος» και όχι «ένα ευρώ = μία ψήφος»20.

Η SOCIAL ECONOMY EUROPE (http://www.socialeconomy.eu.org) είναι ο οργανισμός που αντιπροσωπεύει την Κοινωνική Οικονομία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δημιουργήθηκε το Νοέμβριο του 2000 με την ονομασία CEP-CMAF. Για την έννοια της Κοινωνικής Οικονομίας σε διάφορες χώρες χρησιμοποιούνται επίσης ονομασίες όπως αλληλέγγυα οικονομία (solidarity-based economy, economy solidaire), ο τρίτος τομέας (the third sector) κ.α.

Η Κοινωνική Οικονομία συνιστά λοιπόν μια πραγματικότητα θεσμικά αναγνωρισμένη, με υπολογίσιμη έκταση και σοβαρά μεγέθη στην οικονομία. Αποτελεί όμως πράγματι τον άλλον κόσμο που είναι εφικτός και είναι ήδη εδώ; Τον κόσμο που αναπτύσσεται αντιθετικά με το καπιταλιστικό σύστημα στις ρωγμές που προκαλούν οι αντιφάσεις του ή μήπως αποτελεί απλώς την συγκολλητική ύλη που γεμίζει αυτές τις ρωγμές και τελικά δίνει συνοχή και αντοχή στο όλο οικοδόμημα;

Δεν μπορούμε να απαντήσουμε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι, να πούμε χωρίς αμφιλογίες ότι είναι το ένα ή το άλλο. Θα πρέπει, ωστόσο, να ξεκινήσουμε από αυτήν την Κοινωνική Οικονομία, την Κοινωνική Οικονομία «όπως είναι», να δούμε τις αντιφάσεις της, τις καταγωγικές της γραμμές, τις προοπτικές της. Είναι πιο δόκιμο να ασκήσουμε κριτική στην υφιστάμενη Κοινωνική Οικονομία, να την δούμε σαν μια πολλαπλότητα αντιφατικών και συγκρουόμενων πρακτικών μέσα στην οποία ανοίγονται αντιθετικές δυνατότητες, από το να φλυαρούμε για ιδανικά προς τα οποία «πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα» και να περιορίσουμε τις αναφορές μας μόνο στα σχετικά λίγα (στην Ευρώπη τουλάχιστον) παραδείγματα τα οποία κινούνται ρητά και με και πρακτική συνέπεια σε μια αντισυστημική κατεύθυνση (χωρίς βέβαια να υποτιμήσουμε καθόλου την πολύ μεγάλη σημασία των τελευταίων).

Η Κοινωνική Οικονομία γεννήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από την προσπάθεια της νεαρής εργατικής τάξης να αντιμετωπίσει τις καταστροφικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνέπειες της Βιομηχανικής Επανάστασης και της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς. Οι απόκληροι, οι άνεργοι και οι εργάτες επιχείρησαν να παράγουν οι ίδιοι (χωρίς τους εργοδότες) τα αναγκαία για την επιβίωσή τους και να εξασφαλίζουν τους όρους για την κοινωνική τους αξιοπρέπεια.

Οι συνεταιρισμοί, τα συνδικάτα και τα εργατικά κόμματα (και οι Αναρχικές Ομοσπονδίες) ήταν θεσμοί που αναδείχθηκαν από το εργατικό κίνημα· αντιστοιχούν σε πεδία εργατικής κινηματικής δράσης που βρίσκονται σε στενή σχέση μεταξύ τους. Η τύχη τους παρακολούθησε τις τύχες του ευρύτερου κινήματος του οποίου ήταν μέρη. Ωστόσο, η ιστορία τους είναι κατεξοχήν μη γραμμική και δεν μπορεί να κριθεί απλοϊκά εκ του αποτελέσματος, ενός αποτελέσματος που κρίθηκε και ξανακρίθηκε πολλές φορές στα όρια, σε όλη τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα. Πράγματι γραφειοκρατικά συνδικάτα ποδηγετούν εδώ και πολλές δεκαετίες τους εργατικούς αγώνες, σήμερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εφαρμόζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ανάλογα η Κοινωνική Οικονομία σε πολλά σημεία δύσκολα διακρίνεται από την οικονομία της αγοράς και ιδίως μάλιστα εκεί που καλείται σήμερα να αναλάβει με αγοραίους όρους τις λειτουργίες του παλαιού κράτους πρόνοιας το οποίο αποσυντίθεται. Όμως και σήμερα που χρησιμοποιούμε σπανιότερα τον όρο εργατική τάξη και συχνότερα τους όρους «πλήθος» και «οι από κάτω» χρειαζόμαστε επίσης (όπως οι εργάτες της βικτωριανής εποχής) οργανώσεις στους τόπους δουλειάς, διαδικασίες πολιτικής συζήτησης, παρέμβασης στο δημόσιο χώρο ή καλύτερα δημιουργίας δημόσιου χώρου (όπως ήταν οι εργατικές λέσχες, η Κομμούνα ή τα Συμβούλια) και τέλος πρωτοβουλίες για την παραγωγή αγαθών αλλά και της ίδιας της κοινωνικής ζωής έξω από την αγορά αλλά και έξω από τις σχέσεις της μισθωτής εργασίας (τέτοιες πρωτοβουλίες ήταν κάποτε οι συνεταιρισμοί).

Ο καπιταλισμός αντλεί δύναμη αφομοιώνοντας διαρκώς τις προσπάθειες των «από κάτω». Έτσι μετατοπίζει διαρκώς τις γραμμές σύγκρουσης αλλά και πολλαπλασιάζει τα πεδία αντιπαράθεσης. Μερικές φορές ότι εμείς ονομάζουμε «αφομοίωση» είναι ένα δούναι και λαβείν που έχει περισσότερες από μια αναγνώσεις. Ο καπιταλισμός φέρνει διαρκώς τον εχθρό μέσα στο σπίτι του, εκτίθεται σε χτυπήματα μέσα σε δικό του έδαφος, το έδαφος που έχει μόλις κατακτήσει.

Η υφιστάμενη Κοινωνική Οικονομία (όπως ο συνδικαλισμός, αλλά και πολλές λαϊκές οργανώσεις) διαπερνάται από τη σύγκρουση ανάμεσα στις συστημικές και τις αντισυστημικές δυνάμεις, άλλωστε, όπως είπαμε, δεν είναι παρά το δημιούργημα της θεσμίζουσας δραστηριότητας τωρινών και προηγούμενων κινημάτων, την οποία υποκίνησαν ανάγκες εξίσου παρούσες και σ’εμάς σήμερα. Χρειάζεται να έχουμε μια δυναμική αντίληψη της κατάστασης στο σύνολο και στην αντιφατικότητά της. Κατ’ αρχάς να γνωρίζουμε την ιστορία αυτών των προσπαθειών. Όχι μόνο για να αντλήσουμε διδάγματα από το πώς αφομοιώθηκαν (αν αφομοιώθηκαν) αλλά επίσης για να αντιληφθούμε το ιστορικό βάθος των διαφορετικών πεδίων της κοινωνικής πάλης. Η Κοινωνική Οικονομία δεν προέκυψε για πρώτη φορά στα κινήματα της δεκαετίας του 1960, όπως νομίζουν οι αγράμματοι που επικαλούνται την τριτοδιεθνιστική παράδοση ή ισχυρίζονται διάφοροι στον οικολογικό χώρο, ούτε μας ήρθε από τη Λατινική Αμερική. Γεννήθηκε μαζί με το εργατικό κίνημα, είναι τόσο παλιά όσο η εργατική τάξη και η αντίσταση της κοινωνίας στην οικονομία της αγοράς.

Στην Αγγλία τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μεσούσης της Βιομηχανικής Επανάστασης κι ενώ με δραστικές κρατικές παρεμβάσεις (1834, μεταρρύθμιση της κοινωνικής πρόνοιας κ.α.) εγκαθίστατο η αυτορρυθμιζόμενη αγορά, εμφανίστηκαν μερικά από τα μεγαλύτερα κοινωνικά κινήματα της σύγχρονης ιστορίας, τα οποία περιελάμβαναν εκατοντάδες χιλιάδες τεχνίτες, εργάτες και εργαζόμενους. Πρώτη εθνική οργάνωση παραγωγών με συνδικαλιστικούς στόχους ήταν η Ένωση Οικοδόμων που είχε κυκλοφορήσει δικό της νόμισμα και προωθούσε την ιδέα της «μεγάλης ένωσης για τη χειραφέτησης των παραγωγικών τάξεων». Από την Ένωση ή Συντεχνία των Οικοδόμων και το «Κοινοβούλιό» της προήλθαν τα βραχύβια Ενωμένα Εργατικά Συνδικάτα, που για ένα μικρό χρονικό διάστημα περιελάμβαναν περίπου 1 εκατομμύριο εργάτες και τεχνίτες σε μία χαλαρή συνομοσπονδία συνδικάτων και συνεταιριστικών ενώσεων. Από την Ένωση Οικοδόμων κατάγονται οι συνεταιρισμοί των βιομηχανικών παραγωγών του 19ου αιώνα. Η αυγή του εργατικού κινήματος στην Αγγλία έφερε στο φως μια εκπληκτική ποικιλομορφία δράσεων και θεσμών. Τα «Ενωσιακά Καταστήματα» ιδρύθηκαν από συνδικαλιστές, αποτελούσαν περισσότερο συνεταιρισμούς παραγωγών στους οποίους άνεργοι εργάτες μπορούσαν να βρουν απασχόληση ή απεργοί να κερδίσουν λίγα χρήματα. Τα ανταλλακτικά παζάρια στηρίζονταν στην αλληλοεπικάλυψη των τεχνών : ικανοποιώντας ο ένας τις ανάγκες του άλλου οι τεχνίτες θα απαλλάσσονταν από τις διακυμάνσεις της αγοράς. Γινόταν χρήση γραμματίων εργασίας τα οποία είχαν ευρεία κυκλοφορία. Ιδρύθηκαν συνεταιριστικές εταιρείες που απασχολούνταν κυρίως με την πώληση προϊόντων στα μέλη τους. Τα κέρδη κατευθύνονταν στην ίδρυση Συνεταιριστικών Χωριών (στα σχέδια του Owen για τη δημιουργία Συνεταιριστικών Χωριών βρίσκεται για τον Πολάνυι η καταγωγή των αγροτικών συνεταιρισμών εργατών γης)21.

Στη Γαλλία η δημιουργία συνεταιρισμών αποτέλεσε την κύρια μορφή δραστηριότητας της εργατικής τάξης κατά την περίοδο 1830-1850 καθώς και στη δεκαετία του 1860. Στη Γαλλία και την Αγγλία όπως και στη Γερμανία τη δεκαετία το 1860 οι συνεταιρισμοί συνδέονταν στενά με άλλες μορφές δραστηριότητας των εργατών όπως τα συνδικάτα. Δεν είχαν όμως οπωσδήποτε σαφείς πολιτικούς ή επαναστατικούς προσανατολισμούς. Το 1848 ο Λουί Μπλαν ζητούσε από το γαλλικό κράτος ενίσχυση για τα «εθνικά εργαστήριά του», ενώ ο Φ.Λασάλ τη δεκαετία του 1860 απαιτούσε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στη Γερμανία, ώστε ένα νεοσύστατο εργατικό κράτος να μπορέσει να χρηματοδοτήσει τους συνεταιρισμούς παραγωγών, τους οποίους θεωρούσε μοναδική διέξοδο από τον «σιδερένιο νόμο των ημερομισθίων».

Καθόλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα μια από τις πιο συνηθισμένες μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης ήταν η εταιρεία αμοιβαίας βοήθειας ή «φιλική εταιρεία». Υπήρχαν πάνω από 1 εκατομμύριο τέτοιοι σύλλογοι στην Αγγλία το 1815. Οι «φιλικές εταιρείες» παρείχαν πρώτα απ’ όλα στα μέλη τους ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση ασθενείας, ατυχήματος ή γηρατειών την εποχή που απουσίαζε ή ήταν αδύναμη και προβληματική η κρατική παρέμβαση στον τομέα αυτό. Έδιναν επίσης μεγάλη έμφαση στις παραδοσιακές αξίες των παλαιών τεχνητών, όπως το μέτρο στο ποτό, η αξιοπρέπεια στο σεξουαλικό τομέα. Συχνά απαγόρευαν την πολιτική δράση των μελών τους ή τις πολιτικές συζητήσεις αλλά δεν απέφευγαν την εχθρότητα των εργοδοτών ή τις διώξεις των αρχών22.

Στη Γερμανία λίγο πριν απ ‘τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το πανίσχυρο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (4 εκατομμύρια ψήφοι και 110 βουλευτές το 1912 και πάνω από 1 εκατομμύριο ταμειακώς εντάξει μέλη) ήταν «με την πιθανή εξαίρεση της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας το μόνο ίδρυμα του Β΄ γερμανικού Ράιχ που φρόντιζε για τους οπαδούς του από τη στιγμή που θα γεννιούνταν μέχρι τη στιγμή που θα πέθαιναν»23. Είχε το δικό του συνεργατικό συνεταιριστικό κίνημα, τα δικά του προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης και πλαισιωνόταν μέχρι και από συλλόγους ωδικής, γυμναστικής και ποδηλασίας. «Ο σοσιαλισμός τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία πριν από τον Α ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μία πολιτική πεποίθηση : είχε γίνει συστατικό στοιχείο μιας ολόκληρης υποκουλτούρας, συχνά οργανωμένης γύρω από το μπαρ ή την ταβέρνα, ενός ορισμένου τμήματος της εργατικής τάξης»24, γράφει ο Dick Geary. «Αυτή η κουλτούρα συγκροτούσε μία εναλλακτική κοινωνία μέσα σε ένα κατά τα άλλα εχθρικό κόσμο», οι εργάτες μπορούσαν να ζουν μέσα σε ένα «θερμοκήπιο» που τους «προστάτευε από τη σκληρή πραγματικότητα τουλάχιστον έξω από το εργοστάσιο»25 συνεχίζει ο ίδιος.

Για αυτή τη θεωρία της «αρνητικής ενσωμάτωσης»26 στο καθεστώς της καϊζερικής Γερμανίας, στην οποία αναφέρεται ο Dick Geary χωρίς να την υιοθετεί, μιλάει και η Χάνα Άρεντ. Εκτιμάει ότι εκείνη την εποχή η κανονική ενσωμάτωση που υπεράσπιζε ο Μπερνστάιν ήταν για τα συμφέροντα του κόμματος εξίσου επικίνδυνη με την επανάσταση. Η θέση στο περιθώριο της κοινωνίας βιωνόταν ουσιαστικά σαν εμπειρία μίας «ανώτερης εναλλακτικής δυνατότητας προς τον διεφθαρμένο καπιταλισμό». Όπως υποστηρίζει η Άρεντ «οι Γερμανοί σοσιαλιστές ζούσαν πολύ άνετα μέσα σ’ αυτό το “κράτος εν κράτει” : απόφευγαν τις τριβές με την κοινωνία εν γένει και απολάμβαναν χωρίς καμία επίπτωση την αίσθηση ηθικής ανωτερότητας που είχαν. Δεν ήταν καν ανάγκη να πληρώνουν το αντίτιμο μιας σοβαρής αλλοτρίωσης, αφού αυτή η κοινωνία-παρίας ήταν στην πραγματικότητα μόνο ένα κατοπτρικό είδωλο, μια σμικρυμένη αντανάκλαση της γερμανικής κοινωνίας εν γένει.»27

Κατά την εξέγερση των Σπαρτακιστών τον χειμώνα 1918-19, η «αρνητική ενσωμάτωση» αποδείχθηκε πάνω από όλα ενσωμάτωση. Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ανέλαβε τον πιο δραστήριο ρόλο ανάμεσα στις δυνάμεις της αντεπανάστασης. Η σοσιαλδημοκρατική «υποκουλτούρα» βρέθηκε στην πρωτοπορία της υπεράσπισης της καθεστωτικής κουλτούρας. Η αυτοαναφορικότητα, το «ξεροκέφαλο ξέκομμα από τον κόσμο», η πλειοδοσία στην επαναστατική φρασεολογία, αποδείχθηκε τελικά ότι δεν αποτελούσαν παρά έναν τρόπο υπαγωγής στο status quo. Και καθώς δεν είναι μόνο ένας ο πολιτικός ή ο «κοινωνικός» χώρος στην Ελλάδα σήμερα που ανταποκρίνεται πλήρως στην περιγραφή της Χάνα Άρεντ, θα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η διάκριση συστημικών/αντισυστημικών δυνάμεων δεν γίνεται με βάση τις πολιτικές ή ιδεολογικές ταυτότητες ακόμη κι αν αυτές συνοδεύονται από «διαφορετικά» πολιτισμικά στυλ. Η αυταρέσκεια που οδηγεί σε απόσυρση από το δημόσιο βίο και τις συγκρούσεις του, η παραίτηση από τη συνεχή «τριβή» με την κοινωνία, κάνουν την πηγή του επαναστατικού πνεύματος να στερεύει.

Η οργάνωση της κοινωνικής οικονομίας γύρω από το κόμμα, στην περίπτωση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, προεικονίζει το πέρασμα από την κοινωνική οικονομία στο κοινωνικό κράτος τη δεκαετία του 1930. Οι κρατικές προστατευτικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας και αλλού γίνονταν όλο και συχνότερες από τη δεκαετία του 1870 και μετά. Όμως με το New Deal στις ΗΠΑ, το φασισμό στην Κεντρική Ευρώπη, και το ξεκίνημα της κολεκτιβοποίησης στην ΕΣΣΔ, τελειώνει οριστικά η εποχή του φιλελευθερισμού και της πρώτης παγκοσμιοποίησης. Μια νέα περίοδος ξεκίνησε, και όσον αφορά το θέμα μας μπορούμε να μιλήσουμε για τη γέννηση του κοινωνικού κράτους (την κρατικοποίηση της κοινωνικής οικονομίας).

Το κοινωνικό κράτος ικανοποίησε πολλές από τις διεκδικήσεις των εργατών και έφερε αξιοσημείωτες βελτιώσεις στην καθημερινή ζωή της εργατικής τάξης. Το τίμημα ήταν ότι διέβρωσε την επάρκεια των ανθρώπων να ορίζουν οι ίδιοι τις τύχες τους, «πολιτικοποίησε» τις ζωές τους, δηλαδή τις υπήγαγε άμεσα στη δικαιοδοσία του κράτους, τις έκανε αντικείμενο για τους ειδικούς, γραφειοκράτες και επιστήμονες. Σύμφωνα με τον Κρίστοφερ Λας, τον «εκκοινωνισμό της παραγωγής» με το εργοστασιακό σύστημα του 19ου αιώνα ακολούθησε ο «εκκοινωνισμός της αναπαραγωγής». Όπως απαλλοτριώθηκε η τεχνική γνώση του εργάτη, το ίδιο έγινε με τη γονική γνώση, η οποία μεταβιβάστηκε σε υποκατάστατους γονείς, όχι στην οικογένεια αλλά στο κράτος, στην ιδιωτική βιομηχανία ή στους δικούς τους κώδικες επαγγελματικής ηθικής. Ο Κρίστοφερ Λας παραθέτει τα πολύ χαρακτηριστικά λόγια της Έλεν Ρίτσαρντς, ιδρύτριας του σύγχρονου επαγγέλματος της κοινωνικής λειτουργού: «Στην κοινωνική δημοκρατία, το παιδί ως μελλοντικός πολίτης είναι περιουσιακό στοιχείο του κράτους, όχι ιδιοκτησία των γονέων του.»28

Αυτή η «συρρίκνωση της ιδιωτικής κοινωνίας» υπέρ του πολιτικού κράτους θα αντιστραφεί με τη νεοφιλελεύθερη επίθεση που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Προηγήθηκε η πολιτιστική επανάσταση και τα κινήματα νεολαίας των δεκαετιών 1960 και 1970, τα οποία επέφεραν σφοδρό πλήγμα στη μορφή του κράτους που γεννήθηκε μέσα από την κρίση του 1929 και άνθισε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η διπλή επίθεση εναντίον του μεταπολεμικού κράτους και των ιδεών και νοοτροπιών του κρατισμού, τόσο από ριζοσπαστικές θέσεις (κινήματα νεολαίας) όσο και από συντηρητικές (νεοφιλελευθερισμός), άνοιξε μια νέα εποχή για την Κοινωνική Οικονομία.

Τις δεκαετίες του 1960 και 1970, η Κοινωνική Οικονομία αναγεννήθηκε στο χώρο που ανέδειξαν τα κινήματα νεολαίας από τις χιλιάδες πρωτοβουλίες ανθρώπων οι οποίοι ήθελαν να πραγματώσουν άμεσα την ελευθερία τους, να πειραματιστούν με εναλλακτικούς θεσμούς, διαφορετικούς ή και αντίθετους με εκείνους του κοινωνικού κράτους. Τη δεκαετία του 1970, ενώ τα κινήματα ηττήθηκαν ή υποχώρησαν, την ίδια εποχή ακριβώς προσφέρθηκε ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό έδαφος για τις δομές κοινωνικής οικονομίας που είχαν ξεπηδήσει σε κινηματικά πλαίσια. Η Κοινωνική Οικονομία κλήθηκε να υποκαταστήσει το κράτος πρόνοιας το οποίο αποσυντίθετο κάτω από το βάρος των δικών του αντιφάσεων και εξαιτίας της νεοφιλελεύθερης επίθεσης, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Νέες αγορές είχαν δημιουργηθεί γύρω από τις ευαισθησίες τις οποίες είχαν αναδείξει τα κινήματα νεολαίας˙ το ενδιαφέρον για το περιβάλλον, την υγιεινή διατροφή ή κάπου και κάπου και για τους λαούς του τρίτου κόσμου ήταν ψηλά στις προτεραιότητες των ραγδαία αναπτυσσόμενων νέων μεσοστρωμάτων τα οποία εν πολλοίς είχαν την καταγωγή τους στα κινήματα της δεκαετίας του 1960 και αναφέρονταν στην υπεράσπιση της «διαφοράς», την αυτοπραγμάτωση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την πολυπολιτισμικότητα κ.λπ. Πάνω σε αυτόν τον «νέο προοδευτισμό» μπορούσε να ανθίσει η Κοινωνική Οικονομία. Άλλωστε, η επικείμενη επέκταση της αγοράς σε μεταβιομηχανικά τοπία, η οικειοποίηση και άλλων περιοχών της ανθρώπινης ζωής χρειαζόταν δομές ιδιαίτερα ικανές για την κίνηση σε ανεξερεύνητα τοπία και φιλόδοξους πιονιέρους οι οποίοι θα τολμούσαν να προχωρήσουν σε περιοχές δύσβατες για τη γραφειοκρατία των μεγάλων επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι τεχνικές χειραγώγησης και βιοπολιτικού ελέγχου που είχαν επινοηθεί χάρη στην προηγούμενη «πολιτικοποίηση» της ζωής, τώρα έπρεπε να έπρεπε να προσαρμοστούν και να αναπτυχθούν για αγοραία χρήση (και η αγοραία χρήση τους αποτελούσε οπωσδήποτε ήττα του «κρατισμού» της προηγούμενης περιόδου -ήττα της οποίας η κορυφαία στιγμή ήταν η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989- αλλά προφανώς όμως δεν ήταν σε καμιά περίπτωση η ελευθερία που φαντάζονταν οι εξεγερμένοι νεολαίοι της δεκαετίας του 1960, το αντίθετο). Μέσα σε όλα αυτά, οι δομές της Κοινωνικής Οικονομίας ήρθαν να παίξουν ένα σπουδαιότατο και πολύ σημαντικό ρόλο στις διαδικασίες μετασχηματισμού χωρίς να περιορίζονται πάντα μόνο στις ρωγμές και τα διάκενα.

Τότε ήρθε στο προσκήνιο και πήρε μεγάλη έκταση ο θεσμός των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.). Πολλές από αυτές ξεκίνησαν μέσα από τα κινήματα. Έτσι έγινε στην Ινδία στα μέσα της δεκαετίας του 1970 κατά τη δικτατορία που επέβαλε η Ίντιρα Γκάντι. Με αφετηρία τους χώρους των μαοϊκών και των σοσιαλιστών ξεπήδησαν μια νέα σειρά κοινωνικών κινημάτων: το φεμινιστικό, το κίνημα των νταλίτ (η κατώτερη κάστα), οι αγώνες των αυτοχθόνων φυλών στενά συνδεδεμένοι με περιβαλλοντικά ζητήματα, το αντιπυρηνικό κίνημα, το κίνημα στον τομέα της υγείας που συνένωνε γιατρούς και απλούς ανθρώπους στη διεκδίκηση μιας αξιοπρεπούς περίθαλψης. Ο νέος ριζοσπαστικός χώρος που γεννήθηκε τόνιζε την αυτονομία των κινημάτων και τον χαρακτήριζε η καχυποψία απέναντι στο κομματικό σύστημα. Οι αγωνιστές των κινημάτων φαντάζονταν ότι συνέχιζαν την ταξική πάλη σε νέα πεδία. Επιδίωκαν να δώσουν άμεσες λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα και γι' αυτό συγκρότησαν εξειδικευμένους μηχανισμούς (παροχής ιατρικής βοήθειας, εκπαίδευσης, κ.λπ.), οι οποίοι όμως πλέον δεν μπορούσαν να συντηρηθούν απλώς με τις συνδρομές των μελών και την εθελοντική εργασία. Η αγωνιώδης αναζήτηση πόρων οδήγησε στην αγκαλιά του κράτους ή των ξένων χρηματοδοτών. Σήμερα έχουν επικρατήσει οι σχέσεις εξάρτησης και η αυξανόμενη γραφειοκρατικοποίηση. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκονται οι ξένοι οργανισμοί που επιχορηγούν τις μεγάλες οργανώσεις χρηματοδοτών με κεντρικά γραφεία στο Δελχί, τη Βομβάη και το Μπαγκαλόρ, από τις οποίες εξαρτώνται οι ΜΚΟ στις μεγάλες πόλεις για να φτάσει η αλυσίδα μέχρι τις μικρές μη κυβερνητικές οργανώσεις στις επαρχίες, τις παραγκουπόλεις, κ.λπ. Υπολογίζεται ότι σήμερα υπάρχουν 1.200.000 ΜΚΟ στην Ινδία.

Στην ίδια την Ευρώπη, όλα αυτά τα χρόνια, σε πολλές χώρες, πειράματα αυτοδιαχείρισης και αλληλέγγυας οικονομίας, οικο-κοινότητες, αστικοί αγροί, κοινωνικά κέντρα, καταλήψεις στέγης, διατήρησαν πεισματικά τον αντισυστημικό χαρακτήρα τους˙ αποτέλεσαν τον οργανωτικό ιστό του κινήματος εναντίον της παγκοσμιοποίησης ιδιαίτερα την πρώτη και πιο ριζοσπαστική περίοδό του (μέχρι και τις διαδηλώσεις στη Γένοβα 2001).

Ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι «συνεταιρισμοί εργαζομένων» και οι «ανώνυμες εταιρίες εργαζομένων» που ξεκίνησαν κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 στην Ισπανία (και επίσης στην Ιταλία και τη Γαλλία) από εργαζόμενους οι οποίοι αναλάμβαναν οι ίδιοι τον έλεγχο των επιχειρήσεων που έκλειναν κατά το κύμα αποβιομηχάνισης της περιόδου 1975-1985 (τότε στην ισπανική βιομηχανία χάθηκαν 800.000 θέσεις εργασίας). Υπολογίζεται ότι στην Ισπανία κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1980, αυτό το κίνημα επέτρεψε να διασωθούν 38.500 θέσεις εργασίας. Η αυτοδιαχείριση αυτών των επιχειρήσεων γίνεται είτε με τη μορφή του συνεταιρισμού εργαζομένων (cooperative) είτε με τη μορφή των «ανώνυμων εταιριών εργαζομένων» (societad anonima laboral, SAL) και των «εταιριών εργαζομένων περιορισμένης ευθύνης» (SLL). Στις «ανώνυμες εταιρίες εργαζομένων», το διοικητικό συμβούλιο δεν εκλέγεται από τους εργαζομένους όπως στους συνεταιρισμούς εργαζομένων αλλά από τους μετόχους· όμως κανείς δεν μπορεί να κατέχει πάνω από το 1/3 των μετοχών ενώ η πλειοψηφία πρέπει να παραμένει στα χέρια των εργαζομένων. Στην Ισπανία υφίσταντο το 2007 25.667 «συνεταιρισμοί εργαζομένων», 2.484 «ανώνυμες εταιρίες εργαζομένων» και 17.666 «εταιρίες εργαζομένων περιορισμένης ευθύνης». Οι τελευταίες είναι κυρίως μικροεπιχειρήσεις που αποτελούνται κατά μέσο όρο από τρεις μετόχους και δραστηριοποιούνται στον τομέα των υπηρεσιών.

Από το 1985, το ισπανικό κράτος υιοθέτησε την εφ’ άπαξ καταβολή («pago unico») του συνόλου του επιδόματος ανεργίας που εδικαιούτο ο εργαζόμενος (κατά μέσω όρο 8.000-10.000 Ευρώ) υπό την προϋπόθεση να τοποθετείται αυτό το ποσό στο κεφάλαιο ενός «συνεταιρισμού εργαζομένων» ή μιας «εταιρείας εργαζομένων». Το pago unico απετέλεσε την κύρια πηγή χρηματοδότησης για να πάρει μέρος ένας εργαζόμενος στην Κοινωνική Οικονομία. Με την πάροδο των χρόνων, η ύφεση υποχώρησε και δεν επρόκειτο πλέον για καταλήψεις αλλά για ένα κίνημα συλλογικής αυτοαπασχόλησης. Οι επιχειρήσεις που ξεκινούν κατ’ αυτό τον τρόπο οι άνεργοι επιβιώνουν σε ορίζοντα τριετίας κατά 67%. Η ανάπτυξη αυτών των δομών επιβραδύνθηκε με την ένταξη της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην Ιταλία, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι εργάτες αναλάμβαναν κατ’ έτος τον έλεγχο 25 χρεοκοπημένων επιχειρήσεων. Από το 1985, με το νόμο Marcora, οι υπό εργατικό έλεγχο εταιρείες χρηματοδοτούντο με ένα ποσό τριπλάσιο του κεφαλαίου που κατέβαλλαν οι εργάτες από τις οικονομίες τους. Υποστηρίχθηκαν έτσι 59 επιχειρήσεις και διασώθηκαν 5.000 θέσεις εργασίας. Το 1/3 αυτών των επιχειρήσεων τελικά έκλεισε οριστικά, το 1/3 συνέχισε να λειτουργεί και το 1/3 όχι μόνο συνεχίζει να λειτουργεί αλλά επέστρεψε και τη χρηματοδότηση ώστε να κατευθυνθεί σε άλλες κοινωνικές επιχειρήσεις. Το 1997 η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλλε την αναστολή του νόμου Marcora υπερασπιζόμενη τα συμφέροντα των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Ο νόμος επανήλθε τροποποιημένος το 2001. Επίσης, εναντίον των ανάλογων νομοθετικών πλαισίων στη Γαλλία, στράφηκαν οι εργοδότες το 1985 και το 200229.

Παρ’ όλα αυτά, στη σημερινή Ευρώπη ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της Κοινωνικής Οικονομίας ιδωμένης στο σύνολό της είναι η διαταξικότητα. Αντίθετα με ότι συνέβαινε παλαιότερα, οι δεσμοί με το εργατικό κίνημα είναι μάλλον περιορισμένοι. Η Κοινωνική Οικονομία βρίσκεται ακόμη στον απόηχο της αφομοίωσης των κινημάτων των δεκαετιών του 1960 και του 1970 και προσπαθεί να απαντήσει στα προβλήματα που θέτει η ανάδυση μιας μεταβιομηχανικής κοινωνίας ενόσω τα μεσοστρώματα διατηρούν λίγο πολύ το βάρος τους και εξασφαλίζεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η επιβίωση των πιο περιθωριοποιημένων στρωμάτων του πληθυσμού. Έχει διαχειριστεί την αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους, δεν έχει αντιμετωπίσει την κατάρρευσή του. Όμως πλέον ξεκινώντας από την Ελλάδα αρχίζει να επιταχύνεται η αποδόμηση, η καταστροφή, του κοινωνικού κράτους.

Από αυτής της σκοπιάς, έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μας σήμερα η εμπειρία της Λατινικής Αμερικής τα τελευταία 20-30 χρόνια. Στη Λατινική Αμερική, η νεοφιλελεύθερη επίθεση εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη βιαιότητα ήδη από τη δεκαετία του 1980· με την κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους, την εξαθλίωση της εργατικής τάξης και τη μαζική καταστροφή των μεσοστρωμάτων. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη της Κοινωνικής Οικονομίας συντελέστηκε σε στενή σχέση με την προσπάθεια επιβίωσης των πληβιακών στρωμάτων του πληθυσμού. Απ’ αυτή την άποψη, η Κοινωνική Οικονομία στη Λατινική Αμερική βρίσκεται πιο κοντά στην ευρωπαϊκή εμπειρία του 19ου αιώνα, όταν η εργατική τάξη έπρεπε να οργανώσει η ίδια γύρω από τον εαυτό της θεσμούς κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής για να εξασφαλίσει τη ζωή και την αξιοπρέπειά της. Οι σύντροφοι στη Λατινική Αμερική αντιμετώπισαν ήδη ότι θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε εμείς στο πολύ άμεσο μέλλον στη χώρα μας.

-----------------------
1 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι σελ. 19.

2 Από τη Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

3 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι σελ. 29.

4 Εργάζεται για την SOCIAL ECONOMY EUROPE, τον οργανισμό που αντιπροσωπεύει την Κοινωνική Οικονομία σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

5 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι σελ. 38.

6 Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Αυτοδιαχειριζόμενων Ταμείων Υγείας και Κοινωνικής Προστασίας

7 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι σελ. 42.

8 Διευθυντής Cooperatives Europe (κοινή πλατφόρμα των συνεταιρισμών στην Ευρώπη).

9 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι σελ. 49

10Βουλευτής περιφέρειας Βρυξελλών, Ecolo.

11«Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι σελ. 60.
 
12 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι, Karine Pfluger, σελ.32.

13Απόστολος Ιωακειμίδης, «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι σελ.28

14«Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι, Karine Pfluger, σελ.35.
 
15 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι, Karine Pfluger, σελ.35.

16 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι, Klaus Niederlander, σελ. 49.

17«Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι, Απόστολος Ιωακειμίδης, σελ.28.
 
18 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι, Απόστολος Ιωακειμίδης, σελ.28.

19 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι, Karine Pfluger, σελ.35.

20 «Η Κοινωνική Οικονομία ως απάντηση στην οικο-κοινωνικο-οικονομική κρίση», Οικολόγοι Πράσινοι, Klaus Niederlander, σελ. 50.
 
21 Για τα κοινωνικά κινήματα στην Αγγλία τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, βλ. Καρλ Πολάνυι, «ο μεγάλος μετασχηματισμός» , ελλ.εκδόσεις Νησίδες, 2001 , σελ. 165-167

22Dick Geary «Το Ευρωπαϊκό Εργατικό Κίνημα (1848-1939)», ελλ.εκδ. Παρατηρητής, 1988, σελ. 63, 67, 68.
 
23 Dick Geary «Το Ευρωπαϊκό Εργατικό Κίνημα (1848-1939)», ελλ.εκδ. Παρατηρητής, 1988, σελ. 136.

24 Dick Geary «Το Ευρωπαϊκό Εργατικό Κίνημα (1848-1939)», ελλ.εκδ. Παρατηρητής, 1988, σελ. 136.
 
25 Dick Geary «Το Ευρωπαϊκό Εργατικό Κίνημα (1848-1939)», ελλ.εκδ. Παρατηρητής, 1988, σελ. 134.

26 Dick Geary «Το Ευρωπαϊκό Εργατικό Κίνημα (1848-1939)», ελλ.εκδ. Παρατηρητής, 1988, σελ. 177.

27 Χάννα Άρεντ, Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς, Νησίδες, 1998, σελ. 33, 35.

28 Κρίστοφερ Λας, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, Νησίδες, σελ. 153, 165.

29 Βλ.Cecil Raimbeau,Des travailleurs"recuperent" leurs entreprises,Monde Diploplatique,Decembre 2007

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Ναι στο διχασμό της Αριστεράς, όχι στον καπιταλισμό


(Ένα σχόλιο με αφορμή ένα πρόσφατο άρθρο του Boaventura de Sousa Santos*)

Μην τρομάζετε. Στην ιστορία της η Αριστερά ήταν πάντα διχασμένη και πολυδιασπασμένη. Υπήρξαν εποχές που η πολυδιάσπαση δεν αποτέλεσε εμπόδιο για τη δημιουργία μεγάλων ανατροπών προς όφελος των καταπιεσμένων.

Αλλά: «Η αριστερά πάντα διχαζόταν για τα μοντέλα σοσιαλισμού που πρότεινε και για τους τρόπους υλοποίησης του σοσιαλισμού. Σήμερα διχάζεται για μοντέλα καπιταλισμού» επισημαίνει ο Boaventura de Sousa Santos.

Το άρθρο του αφορά κυρίως τις διαφωνίες στην Αριστερά της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής στο θέμα της Ανάπτυξης, αλλά και στις διάφορες τάσεις που υπάρχουν στην ίδια τη Λατινική Αμερική πάνω σε μοντέλα ανάπτυξης, δυστυχώς καπιταλιστικά.

Έχω να προσθέσω ότι στην Ευρώπη η Αριστερά μάλιστα διαφωνεί ακόμα και για τους τρόπους εξόδου του καπιταλισμού από την κρίση του!

Επίσης ενώ στη Λατινική Αμερική η κυρίαρχη τάση στην Αριστερά υποστηρίζει την περιφερειακή οικονομική ολοκλήρωση στην UNASUR, την κοινή τράπεζα και το κοινό λατινοαμερικάνικο νόμισμα, το Ευρώ είναι υπό κατάρρευση.

Ο έξωθεν παρατηρητής των πολιτικών τοποθετήσεων στην Ευρώπη παθαίνει σύγχυση διότι βλέπει εκπροσώπους του Γερμανικού κεφαλαίου να θέλουν επιστροφή στο μάρκο, και ταυτόχρονα ορισμένους ισπανούς νεοαποικιοκράτες που θέλουν πάλι την ισπανική πεσέτα. Η Λεπέν θέλει αποχώρηση της Γαλλίας από την Ευρωζώνη και παραδόξως το ίδιο διεκδικούν μανιωδώς αρκετοί κομμουνιστές του Νότου.

Και για να έρθουμε στην Ελλάδα.

Η αριστερά στην Ελλάδα διχάζεται για το μοντέλο καπιταλισμού που πρέπει να εφαρμοστεί και για τους καπιταλιστικούς θεσμούς που χρειαζόμαστε.

Υπάρχει η αριστερά του Ευρώ και η αριστερά του «εθνικού νομίσματος», υπάρχει η αριστερά του «Μέσα στην ΕΕ» και η αριστερά του «Έξω από την ΕΕ», υπάρχει η αριστερά που προσπαθεί να δώσει τη μάχη μέσα στους διεθνείς καπιταλιστικούς σχηματισμούς ελπίζοντας σε διεθνείς ανατροπές και υπάρχει η αριστερά που επιμένει στο «έθνος-κράτος», που πιστεύει στην «Εθνική Ανεξαρτησία και την Παραγωγική Ανάπτυξη».

Μήπως είναι καιρός να πάψουμε να διαφωνούμε για τα μοντέλα καπιταλισμού και να αρχίσουμε να διαφωνούμε για την άλλη κοινωνία που ονειρευόμαστε;

Έχει νόημα τελικά να συζητάμε για το ποια τράπεζα θα τυπώνει νόμισμα; Ποιος ο σκοπός της ιδιαίτερης αναφοράς στη σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τους άλλους θεσμούς διακυβέρνησης της ΕΕ;

Μια ουσιαστικά αντικαπιταλιστική πρόταση, που είναι πραγματικά απελευθερωμένη από «μοντέλα καπιταλισμού» δεν έχει ανάγκη να θέσει ως «ιδιαίτερο», «ξεχωριστό» και πιο «σημαντικό» στόχο την σύγκρουση με την ΕΕ. Εκτός αν θέλει να υπονοήσει μια ανύπαρκτη αντίθεση «Έθνους» και «Ε.Ε», να τονίσει την ανυπόστατη και φανταστική αντίθεση Ελλάδας και Γερμανίας, λόγου χάρη, ενώ θα έπρεπε να αποκαθηλώσει τις φανταστικές εθνικές ενότητες.

Αν είναι «ανόητο» να απαριθμούμε ξεχωριστά έναν-έναν τους καπιταλιστικούς θεσμούς με τους οποίους πρέπει να συγκρουστούν οι καταπιεσμένοι όλων των εθνών, είναι μάλλον επικίνδυνο να δίνουμε έμφαση στη σύγκρουση με το «ξένο» κεφάλαιο, τις «ξένες» επιλογές, τις «ξένες» νομοθεσίες που μας καταπιέζουν. Όπως είναι αυτονόητο ότι οι εργάτες της Ελλάδας πάντα θα συγκρούονται πχ με την Τράπεζα της Ελλάδας και τους στόχους της περί «πληθωρισμού», περί «ελλειμμάτων» και δημοσίου χρέους, έτσι είναι και αυτονόητο ότι οι εργαζόμενοι της Ευρώπης συγκρούονται με τις αντίστοιχες επιλογές των οργάνων της Ευρωζώνης.

Μήπως στις καταγγελίες για «λαϊκισμό» όταν προβάλλουμε τα δικαιώματα των καταπιεσμένων πρέπει να αντιτάξουμε ακόμα περισσότερη «ταξική» πολιτική;

Στις θέσεις για «επαναδιαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους» η καλύτερη απάντηση δεν είναι το «δεν υπάρχει φιλολαϊκή λύση μέσα στην Ευρωζώνη» αλλά ίσως κάτι που λέει πάλι ο Boaventura de Sousa Santos:

«(…) να υποστηρίξουμε ότι η ευτυχία της κοινωνίας εξαρτάται λιγότερο από την ανάπτυξη και περισσότερο από την κοινωνική δικαιοσύνη και τον περιβαλλοντικό ορθολογισμό, να βρούμε το θάρρος να δηλώσουμε ότι ο αγώνας για τη μείωση της φτώχιας είναι μια κοροϊδία για να συγκαλυφθεί ότι θέλουν να εμποδίσουν τον αγώνα κατά της συγκέντρωσης του πλούτου.

Και καταλήγει:

«Οι όροι για πολιτικές παγκόσμιας σύγκλισης είναι απαιτητικοί αλλά δεν είναι ανέφικτοι και δεν πρέπει να απορρίπτουμε επιλογές με την πρόφαση ότι είναι ανέφικτες πολιτικές. Το ζήτημα δεν είναι να επιλέξουμε την πολιτική του εφικτού κόντρα στην πολιτική του ανέφικτου. Το ζήτημα είναι να ξέρουμε πάντα ποια είναι η αριστερή πλευρά του εφικτού.»


*Ο Boaventura de Sousa Santos είναι κοινωνιολόγος και καθηγητής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Κοίμπρα στην Πορτογαλία. Έχει ασχοληθεί πολύ με τα κινήματα και τους αγώνες της Λατινικής Αμερικής. Τα βιβλία του είναι ανέκδοτα στην Ελλάδα.