Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Αντίο σύντροφε Σάββα

Ένας ακριβός μας σύντροφος, συνάδελφος και φίλος, ο Σάββας Μετοικίδης, έθεσε τέλος στη ζωή του, σήμερα, Σάββατο 21 Απριλίου. Ο αγαπημένος μας Σάββας, από νέο παιδί πάντα ήταν μπροστά στους αγώνες και στις απεργίες, πάντα φιλότιμος, ευαίσθητος και αλτρουιστής, πάντα κοντά στους συντρόφους του, δίπλα στους συναδέλφους του, κοντά σε κάθε παιδί του σχολείου του.

Είχαμε την τιμή να τον γνωρίσουμε και να συμπορευτούμε μαζί του τα τελευταία εννιά χρόνια. Μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου μας, πρωταγωνιστής στην απεργία του 2006, μάχιμος δάσκαλος και άνθρωπος. Δεν του άρεσαν τα μεγάλα λόγια του Σάββα, ήταν άνθρωπος της πράξης. Μέσα από τα κείμενά του στον Αντίλογο, μέσα από το γέλιο που μας χάρισε με τη συμμετοχή του στη θεατρική ομάδα του Συλλόγου, τα μαθήματα ελληνικής γλώσσας που με δική του – και άλλων συναδέλφων - προσωπική εργασία και αφοσίωση πρόσφερε για πέντε χρόνια σε μετανάστες, την καθημερινή παρουσία του στους αγώνες και το κίνημα.

Οι σύντροφοι και συντρόφισσες του Σάββα από την Εκπαιδευτική Παρέμβαση αποχαιρετάμε τον ακριβό μας σύντροφο και υποσχόμαστε να βαδίσουμε στους ίδιους δρόμους που περπατούσαμε μαζί του τόσα χρόνια, στις διαδηλώσεις και τους αγώνες για ένα καλύτερο σχολείο και ένα καλύτερο αύριο.
Πιο μόνοι. Πιο αποφασισμένοι…

Εκπαιδευτική Παρέμβαση Α΄ Συλλόγου Αθηνών Εκπαιδευτικών Π.Ε.


Σαν ψέμα… για το μονάκριβό μας φίλο, σύντροφο, αδελφό…

Ποια λόγια μπορούν να αποτυπώσουν το χαμό ενός ανθρώπου, του Σάββα μας, του Σάββα Μετοικίδη δάσκαλου που έφυγε από κοντά μας, θέτοντας τέλος στη ζωή του, σήμερα Σάββατο 21 Απρίλη;

Ο Σάββας 44 χρονών από την Ξάνθη, πάντα μπροστά στους αγώνες, στις απεργίες, στις μικρές και μεγάλες καθημερινές μάχες μέσα και έξω από το σχολείο, για το δικαίωμα στη μόρφωση των παιδιών μας, για τη δημόσια δωρεάν παιδεία, για το δάσκαλο, τον εργαζόμενο, τον άνεργο, το μετανάστη, για ένα άλλο αύριο.

Και όταν έσβηναν τα φώτα των μεγάλων αγώνων, δίπλα στα παιδιά που τόσο αγάπησε, ως δάσκαλος ειδικής αγωγής, ως δάσκαλος εκμάθησης ελληνικής γλώσσας των μεταναστών.

Ευαίσθητος, κοινωνικά ανήσυχος, ανοιχτός στους ανθρώπους, δίπλα σε όποιον/α είχε ανάγκη, δεν λογάριασε ποτέ προσωπικό κόστος, κούραση, κίνδυνο. Με το δίκιο και την αλήθεια, ταξιδιώτης του ανοιχτού ορίζοντα, πάντα με το γέλιο στα χείλη, άνθρωπος των πράξεων κυρίως, και όχι των λόγων. Αλλά ο λόγος του ήταν πάντοτε «σπαθί».

Σύντροφέ μας, καλό ταξίδι, μας αφήνεις σε δύσκολες μέρες, σε δύσκολες εποχές. Ξέρουμε όμως, ότι σε αυτό το ταξίδι που όλοι μαζί χαράξαμε, δε θα λείπεις. Θα μας συντροφεύεις με το πείραγμά σου, τη γνώμη σου, το γέλιο σου, την αποφασιστικότητα σου.

Σου υποσχόμαστε ότι θα συνεχίσουμε στους ίδιους δρόμους που μαζί διαβήκαμε, στους δρόμους που ακόμα δεν ανοίξαμε, αλλά ονειρευτήκαμε μαζί, στη διαδήλωση, στον αγώνα, στο σχολείο.

 

Ανεξάρτητες Αυτόνομες Αγωνιστικές Ριζοσπαστικές Παρεμβάσεις Κινήσεις Συσπειρώσεις Π.Ε.




«ΒΙΑ είναι να δουλεύεις 40 χρόνια για ψίχουλα και να αναρωτιέσαι αν ποτέ θα βγεις στη σύνταξη.

ΒΙΑ είναι τα ομόλογα, τα κλεμμένα ασφαλιστικά ταμεία, η χρηματιστηριακή απάτη.

ΒΙΑ είναι να αναγκάζεσαι να παίρνεις ένα στεγαστικό δάνειο που τελικά το πληρώνεις χρυσό.

ΒΙΑ είναι το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να σε απολύει όποια στιγμή θέλει.

ΒΙΑ είναι η ανεργία, η προσωρινότητα, τα 700 ευρώ με ή χωρίς ένσημα.

ΒΙΑ είναι τα εργατικά «ατυχήματα», επειδή τα αφεντικά περιορίζουν τα εξόδά τους εις βάρος της ασφάλειας των εργαζομένων.

ΒΙΑ είναι να παίρνεις ψυχοφάρμακα και βιταμίνες για να ανταπεξέλθεις στα εξαντλητικά ωράρια.

ΒΙΑ είναι να είσαι μετανάστρια, να ζεις με το φόβο ότι θα σε πετάξουν ανά πάσα στιγμή έξω από τη χώρα και να βιώνεις μια διαρκή ανασφάλεια.

ΒΙΑ είναι να είσαι ταυτόχρονα μισθωτή, νοικοκυρά και μάνα.

ΒΙΑ είναι να σου πιάνουν το κώλο στη δουλειά και να σου λένε «Χαμογέλα ρε τι σου ζητάμε;»

Αυτό που ζήσαμε εγώ το ονομάζω εξέγερση. Κι όπως κάθε εξέγερση μοιάζει με πρόβα εμφυλίου, μυρίζει καπνιά, δακρυγόνα και αίμα. Δεν τιθασεύεται εύκολα και δεν καπελώνεται. Πυρπολεί συνειδήσεις, αναδεικνύει και πολώνει αντιθέσεις, υπόσχεται στιγμές, έστω, συντροφικότητας και αλληλεγγύης. Ιχνηλατεί ατραπούς για την κοινωνική απελευθέρωση.

Κυρίες και κύριοι, καλώς ήρθατε στις μητροπόλεις του χάους! Βάλτε πόρτες ασφαλείας και συστήματα συναγερμού στα σπίτια σας, ανοίξτε την tv και απολαύστε το θέαμα. Η επόμενη εξέγερση θα είναι σίγουρα σφοδρότερη, όσο θα προχωράει η σαπίλα αυτής της κοινωνίας… Ή βγείτε στους δρόμους δίπλα στα παιδιά σας, απεργήστε, τολμήστε να διεκδικήσετε τη ζωή που σας κλέβουν, να θυμηθείτε ότι κάποτε υπήρξατε νέοι που θελήσατε ν’ αλλάξετε τον κόσμο».

Σάββας Μετοικίδης,
για τον Δεκέμβρη του ’08.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Εκλογές: Ας τους γυρίσουμε την πλάτη με ενεργητική αποχή


Το κοινοβούλιο, τα κόμματα και οι εκλογές εμφανίστηκαν μαζί με τον κυρίαρχο ρόλο της αστικής τάξης στην κοινωνία. Σε όλη την ιστορική πορεία μέχρι σήμερα, μπορεί να άλλαξαν οι τρόποι αντιπροσώπευσης, αλλά παρέμεινε σταθερό το νόημα του κοινοβουλίου και το περιεχόμενο των εκλογών. Αποτελούν τα κυριότερα μέσα νομιμοποίησης της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης. Η εργατική τάξη και τα υπόλοιπα ενδιάμεσα στρώματα συμμετέχουν στο κοινοβούλιο με τα δικά τους κόμματα, αλλά λειτουργούν σαν ομάδες πίεσης για παραχώρηση κάποιων δικαιωμάτων, χωρίς να τους επιτρέπεται η ουσιαστική αμφισβήτηση αυτής της κυριαρχίας. Όσες φορές αμφισβητήθηκε, είτε απέτυχε γιατί την έπνιξαν στο αίμα, είτε, ελάχιστες φορές, πέτυχε και δημιούργησε στην πορεία πάλι ένα καθεστώς κυριαρχίας μιας μικρής μειοψηφίας, μιας νέας άρχουσας τάξης, που όπως η παλιά είχε στα χέρια της τον τρόπο και τα μέσα οργάνωσης της κοινωνίας προς όφελός της.

Τα κόμματα κουβαλάνε το ίδιο προπατορικό αμάρτημα του εμπνευστή τους, δηλαδή της αστικής τάξης. Είναι σχηματισμοί ιεραρχικοί όπου αποφασίζουν οι λίγοι ‘’εκλεκτοί’’ για τους πολλούς. Στους πολλούς αναγνωρίζεται το δικαίωμα αραιά και που να εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους, οι οποίοι αποφασίζουν για όλα τα θέματα, κρίσιμα ή μη, χωρίς τη δέσμευση από τη γνώμη των εντολέων τους. Δηλαδή δεν υπάρχει ούτε καν αντιπροσώπευση αλλά εξουσιοδότηση εν λευκώ. Αυτό δημιουργεί παθητικότητα στους πολλούς και κυριαρχία και προνόμια στους λίγους. Έτσι όλα τα κόμματα αναπαράγουν τον εαυτό τους όταν βρεθούν στην εξουσία, δημιουργώντας μια κοινωνία με ιεραρχία, ανισότητα, καταπίεση και εκμετάλλευση. Μια κοινωνία των λίγων ευνοημένων και των πολλών παραπεταμένων.

Στη σημερινή φάση του καπιταλισμού όπου κυριαρχεί το τραπεζικό κεφάλαιο, έχει μονοπωληθεί η διακυβέρνηση από κόμματα που έχουν άμεσους δεσμούς με το κεφάλαιο αυτό. Μέσα από εξαγορές συνειδήσεων, εκβιασμούς, δανεισμούς, υπερχρεώσεις και διαφθορά ελέγχει τα κόμματα. Παράλληλα, με δικά του τα μεγάλα ΜΜΕ για προπαγάνδα-πλύση εγκεφάλου και υποσχέσεις ελέγχει απόλυτα το εκλογικό σώμα. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο σε κόμματα που δεν ελέγχει άμεσα να αναλάβουν την διακυβέρνηση. Όχι γιατί τα φοβάται, αφού διαθέτει τεράστιους μηχανισμούς ενσωμάτωσης στο σύστημα τέτοιων ιεραρχικών σχηματισμών. Αλλά φοβάται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να δημιουργήσει προσωρινά μια αστάθεια, ένα μικρό κενό. Και στα κενά είναι που ξεπηδάει ορμητικά η ζωή. Και η ζωή εδώ είναι ο καταπιεσμένος λαϊκός παράγοντας που θέλει να εκφραστεί πραγματικά και άμεσα.

Οι σημερινοί σχηματισμοί της αριστεράς δεν αποτελούν εμπόδιο στα σχέδια της ολιγαρχίας, γιατί με τη φύση τους και την πολυδιάσπασή τους δεν μπορούν να δημιουργήσουν ούτε καν αυτό το κενό (είναι το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν, εάν το ήθελαν). Αυτό φάνηκε και από τα τμήματα του χώρου αυτού που συμμετέχουν στη Βουλή. Παρόλο ότι η Τρόικα και οι υπηρέτες της καταπάτησαν το Σύνταγμά τους, για να περάσουν τα Μνημόνιά τους, τα κόμματα της αριστεράς δεν τόλμησαν να το καταγγείλουν έμπρακτα αποχωρώντας από τη Βουλή και αφαιρώντας τους την οποιαδήποτε νομιμοποίηση.

Τα διάφορα κόμματα και ομάδες του λεγόμενου αντιμνημονιακού χώρου (άλλα ειλικρινή και άλλα όχι) εστιάζουν στα μνημόνια, που βάζουν την ταφόπλακα σε μια κοινωνία διαλυμένη από τους προηγούμενους σωτήρες και τη δική τους ανοχή ή συνενοχή. Δεν λένε κουβέντα για το πριν, και τις ευθύνες τους στην αδρανοποίηση της κοινωνίας. Δεν λένε όμως πάλι κουβέντα για το χαραχτήρα και τα περιθώρια των εκλογών, καλλιεργώντας αυταπάτες. Ακόμα περισσότερο δεν λένε τίποτα συγκεκριμένο για το μετά. Εκείνο που είναι κοινό σε όλους αυτούς είναι η υποστήριξη που ζητάνε, για να λύσει τα προβλήματα ένας σωτήρας ή μια φωτισμένη πρωτοπορία για λογαριασμό του λαού. Άλλοι υπόσχονται ότι θα τα λύσουν άμεσα (ΣΥΡΙΖΑ, Καμμένος, Καζάκης, κ.λπ.) και άλλοι αργότερα (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κ.λπ. ). Και εκείνο που πετυχαίνουν τελικά είναι να διαιρούν το λαό.

Σήμερα, οι κυρίαρχες δυνάμεις είχαν να επιλέξουν ανάμεσα σε άμεσες εκλογές, για νωπή εντολή, ή σε παράταση μιας κυβέρνησης διορισμένης από τις τράπεζες. Και τα δύο κρύβουν κάποιο ρίσκο για αυτές, που θέλουν να προχωρήσουν σε μέτρα τόσο καταστροφικά, που η αντίδραση του κόσμου μπορεί να έχει απρόβλεπτες εξελίξεις. Τελικά επιλέγουν την πρώτη λύση, με συντόμευση του προεκλογικού χρόνου και όργιο εκβιασμών. Θέλουν έτσι να βάλουν τους πολίτες στο στημένο παιχνίδι τους, για να τους αφαιρέσουν στη συνέχεια κάθε νομιμοποίηση των αντιδράσεών τους. Θέλουν επίσης να σπάσουν την ενότητα του λαού μέσα από την εκλογολογία και την κομματική αντιπαράθεση.

Εκείνο που φοβούνται περισσότερο σε αυτή την επιλογή είναι μια συνειδητή και ενεργητική αποχή, που θα τους αμφισβητούσε τα παιχνίδια για κυριαρχία και διατήρηση του συστήματός τους. Που θα τους αφαιρούσε κάθε νομιμοποίηση. Που θα έδειχνε την απόφαση του λαού ενωμένος να συμμετέχει ενεργά στον καθορισμό της τύχης του. Που θα έδειχνε ότι δεν περνάνε άλλο τα ψέματα και τα ψεύτικα διλήμματα από αυτόκλητους σωτήρες. Που θα έδειχνε ότι αυτό που έχει σημασία για την κοινωνία είναι η καθημερινή ψήφος-λόγος σε διαδικασίες ουσιαστικές. Σε διαδικασίες από τα κάτω, όπως το κίνημα που σηματοδότησε η 25η Μαΐου 2011 στο Σύνταγμα και απλώθηκε στις πόλεις και τις γειτονιές, με τις λαϊκές συνελεύσεις, τις καταλήψεις χώρων, τα ανταλλακτικά παζάρια, τις συλλογικότητες αλληλεγγύης, τα τοπικά νομίσματα, το κίνημα άρνησης πληρωμών, το κίνημα της πατάτας, τις αυτόνομες κοινότητες και στέκια, κ.ά. Δηλαδή, κινήματα που αμφισβητούν την κυρίαρχη οικονομική και πολιτική εξουσία, τους μεσάζοντες και τους σωτήρες και αναδεικνύουν το νέο κόσμο που γεννιέται, της ενεργητικής συμμετοχής, της αυτονομίας και της αλληλεγγύης.

Ας μην έχουμε εκλογικές αυταπάτες που μας έχουν οδηγήσει εδώ που φτάσαμε.
Ας μην παρασυρθούμε για άλλη μια φορά από την οργή να ‘’τιμωρήσουμε’’ με την ψήφο μας και να ξαναγυρίσουμε πάλι στην απογοήτευση και την αναμονή.
Ας ξεπεράσουμε τη συνήθεια να έχουμε μια κάποια φωνή για εκτόνωση κάθε 3-4 χρόνια. Το πανηγύρι αυτό δεν μας αφορά. Είναι ένα ναρκωτικό που μας δίνουν για να είμαστε φρόνιμοι και υπάκουοι όλο τον καιρό και να αποφασίζουν αυτοί για εμάς εις βάρος μας.
Ας συνεχίσουμε, αγνοώντας τα εκλογικά παιχνίδια τους.
Ας τους γυρίσουμε την πλάτη με ενεργητική αποχή.
Ας αντιτάξουμε την ενότητά μας στο ‘’διαίρει και βασίλευε’’ των εκλογών.
Ας αγωνιστούμε μαζί, δίπλα-δίπλα, για ουσιαστικές ανατροπές, για να αλλάξουμε τον μέσα μας και τον έξω κόσμο.
Απέχουμε από τη χαμοζωή που μας προσφέρουν, γιατί θέλουμε τη ζωή που φανταζόμαστε.
Αυτοοργάνωση, λαϊκές συνελεύσεις παντού, Άμεση Δημοκρατία.

Θεματική Άμεσης Δημοκρατίας Πλατείας Συντάγματος

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Οι περιπέτειες ενός λουλουδιού της ερήμου. Αθήνα του 21ου αιώνα, μια πόλη σε «κατάσταση εξέγερσης»


Tης Κατερίνας Νασιώκα

H κρίση ως κριτική της θεωρίας

Μέσα στην καπιταλιστική έρημο είμαστε προφανώς ένα τίποτα. Όχι μόνο επειδή ζούμε σε ένα σύστημα σχέσεων και πρακτικών που όταν δεν μας σκοτώνει, μας μετατρέπει σε ανθρώπινη σκιά, αλλά και επειδή όπως λέει ο W. Benjamin στην έκτη από τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας «αυτός ο εχθρός δεν έχει πάψει να νικά» (Löwy 2004: 83). Ωστόσο, εξίσου προφανώς, είμαστε ένα τίποτα που μπορεί να ανθίσει ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, όπως ένα λουλούδι στην έρημο. Η δυνατότητα της ύπαρξής του, όπως ακριβώς και η δυνατότητα της έλευσης της επαναστατικής άνοιξης, είναι τόσο αμφίβολη, εύθραυστη και διαρκώς απροσδόκητη όπως η στιγμή της ζωτικής ανάσας.

Η νεανική εξέγερση του 2008 στην Ελλάδα, μια βαθιά ανάσα φρέσκου αέρα, αποτελεί κατά τη γνώμη μου το αφετηριακό σημείο κατανόησης της μορφής που λαμβάνει η σημερινή κρίση του κεφαλαίου στην Ελλάδα ως διαλεκτική διαδικασία της ταξικής πάλης μέσα στο ειδικό ιστορικό πλαίσιο της νέας πειθαρχίας που προσπαθεί να επιβάλλει η καπιταλιστική σχέση στην προσπάθεια της να αναδιαρθρώσει τις μορφές παραγωγής: την πειθαρχία του χρήματος. Και σαν τέτοια, όπως πολλές αντίστοιχες εξεγερτικές εμπειρίες, παράγει η ίδια θεωρία, κυρίως όμως παράγει κριτική της θεωρίας.

Η 6η του Δεκέμβρη του 2008 αποτέλεσε για την Ελλάδα μια κρίσιμη ρωγμή στo επιφανειακά ποικίλο, γεμάτο πολλαπλές χωρικότητες του φαντασιακού, αλλά λείο και ομογενοποιημένο στο βάθος καπιταλιστικό βιότοπο, που προεικόνισε το εμβάθυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού και ανέσυρε στο αντιφατικό υλικό του αστικού εδάφους τη δυνατότητα της εξέγερσης, ο θάνατος της οποίας είχε προαναγγελθεί από καιρό. Η δυνατότητα αυτή όρισε και ορίζει με ποικίλους τρόπους την κρίση στην Ελλάδα, όχι ως κρίση οικονομική που μπορεί να επιλυθεί με οικονομικές «συνταγές» μέτρων λιτότητας ούτε ως πολιτειακή αλλά ως κρίση που δηλώνει ακριβώς την απόφαση της στιγμής της πάλης (1), της στιγμής της αλήθειας, της μορφής του όχι, του ¡ya basta! των από κάτω, την απόφαση του αγώνα ενάντια αλλά και πέρα από το σύστημα, δηλαδή το κατώφλι ενός δρόμου με τον οποίο η καρδιά βγαίνει στον κόσμο ή έναν τρόπο με τον οποίο μπορεί να ακουστεί και η πιο μακρινή λέξη, όπως περίπου ορίζουν οι ζαπατίστας το σύμβολο των caracoles (σαλιγκάρι).

Η Ελλάδα αποτελεί μια ιδιαίτερη ιστορικά περίπτωση σε σχέση με την διάρθρωση της κεφαλαιακής σχέσης και τους συνυφασμένους με αυτήν κοινωνικούς αγώνες, όπως και κάθε κοινωνικός μετασχηματισμός. Δύο από τα βασικά ιστορικά σημεία για την κατανόηση των ταξικών αγώνων στην Ελλάδα είναι: α) ο (ταξικός) εμφύλιος πόλεμος (1944-1949), β) η δικτατορία των συνταγματαρχών και η εξέγερση του Πολυτεχνείου (1973). Τη λήξη του εμφυλίου πολέμου που βρήκε νικημένη την αριστερά ακολούθησε μια μακρά περίοδο ψευδούς κοινωνικής συμφιλίωσης που μετέθεσε το ταξικό στο εθνικό και ουσιαστικά αποσιώπησε τον ταξικό αγώνα φορώντας του τον μανδύα του «εθνικοαπελευθερωτικού» κινήματος αντίστασης στη γερμανική κατοχή. Η κοινωνική αυτή διαδικασία άφησε μέχρι σήμερα μια ανοιχτή πληγή στο στήθος της αριστεράς αναδεικνύοντας το αδύναμο σημείο της είτε απώθησης του ταξικού είτε εγκλωβισμού του σε θεσμικό πλαίσιο κατάφασης της ηγεμονίας του κεφαλαίου –αδυναμία που εντοπίζεται σε κάποιο σημείο της διαδρομής ανάμεσα στην ενοχική αναζήτηση μιας θεσμικά νομιμοποιημένης πολιτειακής έκφρασης και στην εκπροσώπηση της πιο ριζοσπαστικής δυναμικής των από κάτω.(2)

Το τέλος της στρατιωτικής δικτατορία (1964), που έπεσε το 1973 από την αντίσταση φοιτητών, εργαζόμενων, άνεργων και νεολαίων, σηματοδότησε την έναρξη της «μεταπολίτευσης», δηλαδή της ιστορικής φάσης της νεότερης Ελλάδας, με επίκεντρο την εδραίωση της «αστικής δημοκρατίας» και των μαζικών αστικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), τη νομιμοποίηση του αστικού κράτους και την ευρεία συμμετοχή του λαού σʼ αυτό. Η τελευταία περίοδος αυτής της ιστορικής φάσης ταυτίζεται επίσης με τη σαρωτική προέλαση του νεοφιλελευθερισμού που κορυφώνεται με τη μαζική συμμετοχή των Ελλήνων στο «φαντασιακό της αγοράς» μέσω της οικονομικής ενοποίησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 σηματοδοτεί τη λήξη της μεταπολιτευτικής περιόδου, την έναρξη απονομιμοποίησης του αστικού κράτους και την είσοδο στην «εποχή των ταραχών.(3)

Πιστεύω πως αυτό που έχει περισσότερο σημασία να δούμε ως αφετηρία σε σχέση με οποιαδήποτε θεωρητική ανάλυση της εμπειρίας των εξεγερμένων σε όλο τον κόσμο, των λαών σε αντίσταση, μέσα στη σχέση κεφάλαιο και την αντικειμενική παγκόσμια κίνησή του (και ειδικά την κρίση όπως εκδηλώνεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα), είναι η ίδια η ύπαρξή τους, η επιμονή τους να φυτρώνουν παντού και να παράγουν σκέψη και θεωρία· μια σκέψη ενίοτε πολύ πιο κριτική και αυτο-κριτική από οποιαδήποτε ακαδημαϊκή ανάλυση, μια θεωρία που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο τις αντιφάσεις των αστικών θεωρητικοποιήσεων αλλά μας φέρνει επίσης συχνά αντιμέτωπους με το έλλειμμα φαντασίας των «μαρξισμών».

Από την οπτική της αστικής θεωρίας, που προϋποθέτει τον συνεχή διαχωρισμό ανάμεσα στο οικονομικό και το πολιτικό πεδίο ως δικλείδα αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος διασπώντας και αυτονομώντας έτσι τον κοινωνικό αγώνα σε οικονομικό (πάλη των τάξεων) και πολιτικό (πολιτικός αγώνας) και νομιμοποιώντας την ωμή βία στην οποία άπαξ στηρίζεται το κεφάλαιο –διαχωρισμός στον οποίο δυστυχώς επιμένει ένα κομμάτι της αριστεράς–, η κρίση εμφανίζεται με πολλές ψευδείς εκφάνσεις. Από τη μια πλευρά ερμηνεύεται ως δυσλειτουργία των διαμεσολαβήσεων (πολιτικό σύστημα), ως κρίση αντιπροσώπευσης, αποτυχία δηλαδή των αστικών θεσμών (στη συγκεκριμένη περίπτωση του σχεδίου ευρωπαϊκής ενοποίησης)· αποτυχία που αντικατοπτρίζει την αδυναμία συνάρθρωσης σε πολιτικό επίπεδο των οικονομικά αδύναμων περιφερειακών προαστίων της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής επικράτειας και υποταγής τους στην οικονομική επιβολή των κεντρικών χωρών-καπιταλιστών.

Από την άλλη πλευρά ερμηνεύεται στο επίπεδο της ηθικής του ατόμου, ως κέντρου μιας κατακερματισμένης σε μονάδες και χαλαρά αλλά εκτεταμένα δικτυωμένης «κοινωνικότητας» ή σε ένα ευρύτερο μόρφωμα αυτής της μορφής, του έθνους. Οι Έλληνες εμφανίζονται ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρώπης, ένα έθνος που δανείζεται επί χρόνια για να επιβιώσει αλλά δεν δουλεύει αρκετά και που καλείται τώρα να πληρώσει τα λάθη του ή τα λάθη των διεφθαρμένων πολιτικών του (4).
Σε υλική βάση ωστόσο, η κρίση στην Ελλάδα έχει φτάσει να σημαίνει σήμερα την αποδιάρθρωση της παραγωγής και δη της γεωργικής, την υπερδιόγκωση του τομέα των υπηρεσιών, την πριμοδότηση της κατανάλωσης μέσω του δανεισμού, την καθήλωση των ρυθμών αύξησης των πραγματικών μισθών, την αδυναμία εξαγωγών. Η «τεχνητή» μεγέθυνση του ΑΕΠ που προβάλλουν τα στατιστικά στοιχεία όλων των μελετών σχετικά με την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης απεικονίζει απλώς τον «δανεισμό του οικονομικού παρελθόντος από το οικονομικό μέλλον» (Τομπάζος 2010), που, ουσιαστικά, οδηγεί σταδιακά στην αδυναμία πραγματοποίησης της αξίας (στο χρήμα και στη σφαίρα της κυκλοφορίας) και αναπαραγωγής των προηγούμενων μορφών του κεφαλαίου, όπως φαίνεται από τη γενικευμένη ανεργία, την ύφεση και τη φτώχεια η οποία αγγίζει πλέον τα όρια της πλειοψηφίας των Ελλήνων, μέσω των μέτρων λιτότητας που άρχισαν να επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα από το έτος 2008 και έπειτα.

Έτσι, βάσει της συγκεκριμένης οπτικής, η κρίση μπορεί να επιλυθεί με επαχθή οικονομικά μέτρα, θυσίες από την πλευρά των πολιτών προκειμένου να σωθεί η χώρα, οι τράπεζες και το ισχύον οικονομικό σύστημα, αποδοχή των μνημονίων που προβλέπουν την ιδιωτικοποίηση όλων των κοινών και φυσικά συνέχιση του δανεισμού, των χρεών και της εξάρτησης. Ωστόσο, όταν και όπου αυτές οι επείγουσες λύσεις δεν αποδίδουν, δηλαδή όπου οι απλοί άνθρωποι αδυνατούν να κατανοήσουν πώς αυτή η μέθοδος ραγδαίας υποβάθμισης των όρων ζωής τους μπορεί να είναι προς το «κοινό καλό» και αρνούνται να υποταχθούν στην πλήρη απαξίωση της ζωής που επιφυλάσσει το κεφάλαιο, η οριστική λύση είναι η ωμή βία και ο διορισμός κυβερνητικών διαχειριστών που επιβάλλουν χωρίς διαπραγματεύσεις ή διάλογο τη νέα οικονομική και κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Από την πλευρά της αστικής θεωρίας λοιπόν, όσο η κρίση εμφανίζεται ως λάθος που πρέπει να διορθωθεί, ως «ατύχημα» που δεν θα όφειλε να υπάρχει, άλλο τόσο και η αντίσταση και η πάλη των από κάτω εμφανίζεται ως παθογόνο κοινωνικό φαινόμενο, αρρώστια που πρέπει να θεραπευτεί με ριζικές επεμβάσεις από τα πάνω. Η διόρθωση των ατυχών αυτών λαθών μέσα στο πλαίσιο της δήθεν «ισότιμης» διαχείρισης της εγγενούς ανισότητας στην οποία βασίζεται το καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικής αλληλοσυσχέτισης (εκμετάλλευση και κυριαρχία μιας τάξης σε μια άλλη κοινωνική τάξη) μέσα από τη μορφή της σχέσης του κράτους με τους υποτιθέμενα ελεύθερους πολίτες-άτομα δεν αποδεικνύει τίποτε περισσότερο από τις ανεπίλυτες αντιφάσεις της κεφαλαιακής σχέσης (και της αστικής θεωρίας) η οποία πλέον φτάνει να εξαντλεί τα όρια εκμετάλλευσης της υλικής της δύναμης (άνθρωπος, περιβάλλον). Η συγκεκριμένη διαδικασία, οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας που αναπαράγεται και εξαπλώνεται καθημερινά, συνιστά κατά βάση την συνεχή ανανέωση της διαδικασίας φετιχοποίησης των κοινωνικών σχέσεων που τείνουν προς την ολοκληρωτική υπαγωγή τους στο χρήμα, την ετερονομία και τον ατομικισμό, η έκταση και η ένταση της οποίας αποτελεί και το σημείο κρίσης της.

Από την οπτική του μαρξισμού (ορθόδοξου και μη), η κρίση ερμηνεύεται δομικά ως κρίση ενός συστήματος που αδυνατεί να αναπαραχθεί κοινωνικά ή τουλάχιστον με τους όρους του παρελθόντος στο σύνολό του. Στην δεδομένη στιγμή αυτή η αδυναμία καθίσταται περισσότερο ορατή, όχι επειδή το καπιταλιστικό σύστημα έχει μεταβληθεί ποιοτικά, δηλαδή έχει γίνει περισσότερο άδικο (στη βάση της ταξικής κυριαρχίας) απʼ ό,τι ήταν στο παρελθόν, αλλά επειδή διενεργείται μια ποσοτική μετατόπιση καθώς, μετά τη διάρρηξη του καθεστώτος ευημερίας που εμπεδώθηκε στο δυτικό κόσμο –και πάντα σε βάρος όλου του υπόλοιπου κόσμου– μετά τον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο, όλο και μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων και όλο και μεγαλύτερος αριθμός χωρών μπορεί να βιώσει συνολικά την εγγενή αδικία και τη συνεχή επίθεση μέσα από την βίαιη και αιφνίδια περιθωριοποίησή τους από μια ειδική συστημική λογική στην οποία πριν θεωρούσαν ότι ήταν ενταγμένοι.

Η ένταξη αυτή, ωστόσο, πάντοτε ισοδυναμούσε με την απώθηση της συνείδησης (και από ένα μεγάλο κομμάτι της θεσμικής αριστεράς που συμμετείχε οργανικά στη συγκρότηση της συναίνεσης) ότι η δεδομένη συμμετοχή χτιζόταν διαρκώς στη βάση της συγκεκριμένης σχέσης εκμετάλλευσης και κυριαρχίας πάνω σε μια άλλοτε μικρότερη κι άλλοτε μεγαλύτερη μάζα εργατικής δύναμης. Εκεί έγκειται σε ένα βαθμό και το πρόβλημα της θεσμικής διεκδίκησης, μέσω των λεγόμενων παραδοσιακών (συστημικών) κοινωνικών αγώνων, μεγαλύτερης συμμετοχής (συνεργασίας) σε μια μορφή κοινωνικής αλληλοσυσχέτισης, την καπιταλιστική, (ορθόδοξος μαρξισμός) χωρίς την προϋπόθεση της καταστροφής της συγκεκριμένης βάσης ανισοτήτων, δηλαδή ανατροπής της μορφής των κοινωνικών σχέσεων στο σύνολό τους, γεγονός που πάντα συνιστούσε από την πλευρά της εργατικής τάξης αντίστοιχη συμμετοχή στην αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων στην ίδια βάση εκμετάλλευσης (άλλοτε λιγότερης και άλλοτε περισσότερης), δηλαδή αναπαραγωγή της ίδιας της εργατικής τάξης ως τάξης του κεφαλαίου και όχι ως τάξης ενάντια στο κεφάλαιο (ή πέρα από το κεφάλαιο) (5). Δανειζόμενη τη φράση του Μαρξ των Grundrisse (Μαρξ 1990: 180), με την οποία ασκούσε κριτική στους σοσιαλιστές «είναι ουτοπισμός να μην κατανοούμε την πραγματική διαφορά ανάμεσα στην πραγματική και την ιδεατή μορφή της αστικής κοινωνίας», επιδιώκοντας την τελευταία η οποία αποτελεί στην ουσία είδωλό της.

Για τους λιγότερους από εμάς ή για τους περισσότερους αλλά μακρινούς από εμάς (στις χώρες του λεγόμενους τρίτου κόσμου ή στα περιθώρια του πρώτου κόσμου) κοινωνικά περιθωριοποιημένους που θυσιάζονται κατά χιλιάδες στα θεμέλια του καπιταλιστικού οικοδομήματος, αυτή η σχέση υπήρξε πάντοτε κάτι περισσότερο από διαρκώς ανταγωνιστική· μια περίφραξη που καθόριζε τα όρια ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, όπου ένα εσωτερικό και ένα εξωτερικό αναπαρίσταναν υλικά την «αριστοποίηση της ζωής» από τη μια και την «κατασκευή του θανάτου» από την άλλη (6), μια μαύρη τρύπα ανθρώπινης ύλης που διαρκώς διογκώνεται πολλαπλασιάζοντας με γεωμετρική πρόοδο τους μη-τόπους, τα περάσματα προς το θάνατο, τις no manʼs land, τους ανθρώπινους σκουπιδότοπους.

Γιʼ αυτό μοιάζει ειρωνικό, αν όχι κυνικό, να τοποθετείται ο ορίζοντας κοινωνικής χειραφέτησης στο ίδιο κλειστό πεδίο ενός άνισου κόσμου με άξονα ένα μοντέλο κρατικής διαχείρισης των ανισοτήτων στις ίδιες παραγωγικές βάσεις, που απλώς αντιστρέφει τις πλειοψηφίες και τις μειοψηφίες αλλά δεν βλέπει την ανατροπή τους· δηλαδή σε ένα κοινωνικό μοντέλο που χρησιμοποιεί και αναπαράγει τις παλιές δομές αποδίδοντας περισσότερα ή λιγότερα «δικαιώματα», αντί να κατευθύνεται στην καταστροφή τους, δοκιμάζοντας νέες σχέσεις κοινωνικής συμβίωσης και οργανώνοντας topiles (7) ενάντια στα καραβάνια θανάτου που εξαπολύει καθημερινά εναντίον μας το κεφάλαιο και το αστικό κράτος με τους στρατούς και τις αστυνομίες τους.

Η εμφάνιση αυτής της μορφής ακραίας περιθωριοποίησης, που αναφέρθηκε προηγουμένως, ως αποτέλεσμα της αντικειμενικής κίνησης που λαμβάνει η σημερινή μορφή του κεφαλαίου, χρηματοπιστωτικού, στην τάση του να παγκοσμιοποιηθεί, απογυμνώνει την αντίφαση του κεφαλαίου να χρησιμοποιεί όλο και λιγότερη ζωντανή εργασία και με όλο και πιο βαθύ, εκτεταμένο βαθμό εκμετάλλευσης προκειμένου να παράγει υπεραξία. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτή η κίνηση έχει φτάσει να σημαίνει: 40% μείωση των μισθών μέσα σε διάστημα των δύο τελευταίων χρόνων, ριζική περικοπή όλων των μέχρι σήμερα θεσμοθετημένων κοινωνικών παροχών της υγείας, παιδείας και κοινωνικής ασφάλισης, κατάργηση των συλλογικών συμφωνιών σχετικά με την εργασία (κατώτερος μισθός κ.λπ.), ιδιωτικοποίηση όλων των κοινών και συνεχείς «περιφράξεις» με διανομή ολόκληρων ζωνών εκμετάλλευσης σε πολυεθνικές, επιβολή επαχθούς άμεσης φορολόγησης με αντισυνταγματικά μέτρα (σύνδεσή τους με κοινωφελείς οργανισμούς, όπως η παροχή ρεύματος), εκτίναξη της ανεργίας, δημιουργία μιας νέας «υποτάξης» (8) που αποκλείεται από τα λεγόμενα «κοινωνικά αγαθά», ενεργειακή φτώχεια, θεσμοθέτηση αυστηρών νόμων πλαισίων που ποινικοποιούν κάθε είδος κοινωνικής ανυπακοής, παραγωγή ενός νέου «πολιτικού λεξιλογίου της αγοράς» που απονομιμοποιεί πλήρως τη μέχρι τώρα εμπεδωμένη μορφή της αστικής δημοκρατίας και καθορίζει ως αντικοινωνική συμπεριφορά κάθε μορφή κοινωνικής πάλης (9).

Η ολοένα αυξανόμενη ένταση του κοινωνικού, μετά την διάρρηξη της «συναίνεσης επιθυμίας», δηλαδή του ταξικού συμβολαίου αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης με όρους εν μέρει «προνομιακής εκμετάλλευσης» για ορισμένες κοινωνικές ομάδες και συγκεκριμένες χώρες που εμπεδώθηκε στα δυτικά κράτη μετά τον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο –σηματοδοτώντας την κυριαρχία του κεφαλαίου όχι μόνο σε έκταση αλλά και σε κοινωνικό βάθος– ερμηνεύεται αγχωτικά από ορισμένες μαρξιστικές εκδοχές ως ήττα (αντί νίκη;) της εργατικής τάξης στο πεδίο της ταξικής πάλης.

«Ζητούμενη είναι επομένως μια πολιτική στρατηγική που ανοίγει το δρόμο σε οικονομικές και θεσμικές αλλαγές που βελτιώνουν το μισθό και τις συνθήκες εργασίας, κατοχυρώνουν την κοινωνική προστασία, το κοινωνικό κράτος, αποτελώντας ουσιαστικά ʽενδιάμεσο σταθμόʼ για την περαιτέρω βελτίωση του ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ της εργασίας και για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής αμφισβήτησης και ανατροπής του καπιταλισμού». (Μηλιός, Τζανακόπουλος 2011)

Κατʼ αυτόν τον τρόπο οι εγγενείς αντιφάσεις της αντικειμενικής κίνησης του κεφαλαίου, δηλαδή η σχέση κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, εσωτερικεύονται όχι ως αποτέλεσμα του κοινωνικού ανταγωνισμού με επίκεντρο την πάλη των τάξεων αλλά ως ειδικές αντιφάσεις της ίδιας της ύπαρξης της εργατικής τάξης εφόσον αυτή εκλαμβάνεται ως κομμάτι της αναπαραγωγής του κεφαλαίου που αδυνατεί να αναπαραχθεί ως τέτοια (10).

Αυτό συμβαίνει επειδή οι υλικοί όροι αναπαραγωγής της εργατικής τάξης υποβαθμίζονται ριζικά, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να μεταφράζεται η όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων και η διασάλευση της τάξης πραγμάτων ως «αίτημα» προς το κράτος για την ανάκτηση των χαμένων δικαιωμάτων ή την επανένταξη στην ίδια συστημική λογική και όχι ως ρήξη με αυτήν. Ωστόσο, η γενίκευση αυτής της ολέθριας πραγματικότητας καθιστά ορατή την αντίστοιχη αδυναμία αναπαραγωγής της μορφής κράτος ως φανταστικής (ή φετιχισμένης) μορφής που αποτελεί μέρος της σχέσης εκμετάλλευσης και κυριαρχίας ενώ εμφανίζεται ως απρόσωπη διαμεσολάβηση μεταξύ του κοινωνικού και του οικονομικού με στόχο την ισότιμη διαχείριση της ανισότητας (11). Η μορφή της κεφαλαιακής σχέσης απογυμνώνεται και εξαναγκάζεται στην εγκατάλειψη των διαμεσολαβήσεων (κράτος ως φορέας αστικών δικαιωμάτων και ελευθερίας) πάνω στις οποίες στήριζε πάντοτε τη δικαιολόγηση τόσο της ύπαρξής της όσο και της χρήσης βίας ως πρακτική επιβολής της «κοινωνικής συνοχής».

Για όσους, επομένως, συνδέουν την κατάληψη της κρατικής εξουσίας με την κοινωνική αλλαγή, είτε ως πρακτική διαχείρισης της οικονομικής ανισότητας σε νέα πολιτικά χέρια είτε ως στρατηγική που θα απελευθερώσει τις δυνατότητες μετάβασης σε μια αταξική κοινωνία, η κατάρρευση της αξιοπιστίας των θεσμικών διαμεσολαβήσεων και η αποδυνάμωση της μορφής των σχέσεων που συγκροτεί το κράτος στο σύνολό του, δηλαδή η γενικευμένη ρήξη με τον παλιό τρόπο να κάνουμε πολιτική που εκδηλώνεται μέσα από την εμπειρία της πάλης (καθώς η κρίση διαπερνά όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής πράξης και όχι μέρος αυτής) καθιστά όλο και πιο θολό το πεδίο μεταμόρφωσης αυτής της κοινωνικής μορφής (κράτος) σε όργανο χειραφέτησης της εργατικής τάξης (και καθιστά όλο και πιο θολό και αφηρημένο τον λόγο των υποστηρικτών του). Σε αυτό το πλαίσιο, η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας μοιάζει να ερμηνεύεται με την ίδια λογική που ερμηνεύεται η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού»: αδυναμία αντικατάστασης της μιας δομής με μια άλλη, της μιας ολότητας με μια άλλη, μια «βουτιά στην άβυσσο» (12), στο κενό ενός άγνωστου ή μη σχεδιασμένου μέλλοντος της επόμενης μέρας της επανάστασης.

Η περίπτωση της Ελλάδας στη συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη της κρίσης, δηλαδή της κοινωνικής πάλης, είναι ένα από τα παραδείγματα της διάλυσης αυτής της ψευδαίσθησης πολιτικής διαμεσολάβησης του κοινωνικού και οικονομικού και εκδηλώνεται ταυτόχρονα και στα δύο επίπεδα, των από πάνω και των από κάτω. Αρχικά, στο επίπεδο της κίνησης των από πάνω, το αστικό κράτος στην Ελλάδα εμφανίζεται εντελώς απονομιμοποιημένο, χαοτικό και σε πλήρη αποσύνθεση (13). Η επιβολή κυβερνήσεων της αγοράς, ο διορισμός πρωθυπουργού, η εφαρμογή δηλαδή μιας τραπεζικής δικτατορίας που συνεχίζει να παράγει θεσμικά αποτελέσματα (νόμους) εις βάρος των από κάτω, η πρόταση για την τοποθέτηση ενός τοποτηρητή της Ευρωπαϊκής Ένωσης με δικαίωμα άσκησης βέτο σε όλες τις αποφάσεις σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας, είναι μερικές από τις νέες βίαιες στρατηγικές του διεθνούς κεφαλαίου, στις οποίες το κράτος κατέχει τον ύστατο ρόλο του βίαιου νομιμοποιητή.

Το κράτος υπάρχει και δεν υπάρχει, παραμένει στο προσκήνιο διαλυμένο, κουρελιασμένο, και σε πλήρη αντίθεση με αυτό που κάποτε το προσδιόριζε, το «λαό» του. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αυτό που απομένει στην ουσία από τις ορθόδοξες θεωρητικές κατηγορίες περί «επαναστατικού κράτους» ή «επαναστατικού κόμματος» είναι η απορία για το τι μπορεί να σημαίνουν σήμερα, για το καθαυτό περιεχόμενό τους, αν όχι μια παραδοξότητα που υπονοεί την αυτο-κατάργηση, την αντι-εξουσία, εμπειρία που άνοιξε το ζαπατιστικό κίνημα το 1994 με το mandar obedeciendo, δηλαδή με την «τρελή» ιδέα οι κυβερνήσεις πρέπει να υπακούν το λαό (14). Αυτό δεν σημαίνει ότι η μορφή κράτος μπορεί να προσδιοριστεί ως μια αφηρημένη καθολικότητα, ούτε ότι μπορεί να καταργηθεί η συγκεκριμένη ιστορική του σύνδεση με μορφές επαναστατικής πάλης, ωστόσο η διαλεκτική του ανταγωνισμού σήμερα φανερώνει μια διεργασία ξεπεράσματος που δεν αποτελεί ατυχή στιγμή αλλά ουσία της ίδιας της σχέσης.

Ανάμεσα στις δύο αυτές ανταγωνιστικές κινήσεις που ξεδιπλώνονται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, από τα πάνω και από τα κάτω, γίνεται όλο και περισσότερο εμφανές ότι υπάρχει μόνο ένα κοινό σημείο: η αμοιβαία απώθηση και η σύγκρουση· μια σύγκρουση πολλαπλή, με διαφορετικές αφετηρίες και κατευθύνσεις, με διαφορετικές μορφές και με διαφορετικές εντάσεις αλλά με κοινούς ορίζοντες χειραφέτησης. Σε αυτόν τον κοινό ορίζοντα χειραφέτησης διαγράφεται η ευρεία άρνηση της πολιτικής αντιπροσώπευσης του αγώνα σε επίπεδο κρατικών θεσμών, κομμάτων και συνδικάτων, η οποία ορισμένες φορές ξετυλίγεται αδιάκριτα, δυσχεραίνοντας ένα είδος ενότητας αγώνα. Στην ουσία ωστόσο αποκαλύπτει πόσο ίδια της καπιταλιστικής λογικής μπορεί να είναι μια ομογενής μορφή αγώνα και οργάνωσης του αγώνα, φέρνοντας ταυτόχρονα στην επιφάνεια και τις εσωτερικές αντιφάσεις όσων συμμετέχουν σʼ αυτόν αγώνα, καθιστώντας δηλαδή περισσότερο ορατή τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε μορφές αγώνα που βασίζονται σε λογικές που προσιδιάζουν στην καπιταλιστική σχέση (κράτος, ιεραρχία, σχεδιασμός από τα πάνω) και σε εκείνες που προς το παρόν τις αρνούνται, ακόμη κι αν δεν έχουν έτοιμη μια αντιπρόταση.

Η ίδια η κατηγορία «κίνημα», όταν καταλήγει να παίρνει την αποκρυσταλλωμένη μορφή μιας αποτελεσματικότητας με προσδιορίσιμα και μετρήσιμα χαρακτηριστικά δραστών και στρατηγικών που στοχεύουν σε ένα τέλος και στον πραγματισμό που αυτό συνεπάγεται, βρίσκεται στο πεδίο της αυτο-κριτικής μιας νέας αγωνιζόμενης υποκειμενοποίησης. Γιʼ αυτό και στις πρόσφατες κινητοποιήσεις απέναντι στο μνημόνιο, οι εντάσεις και οι βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα σε μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) και σε διαδηλωτές από τον αναρχικό χώρο κατά τη διάρκεια μιας από τις μεγαλύτερες για την Ελλάδα πορείες μετά τη μεταπολίτευση στο κέντρο της Αθήνας στις 25 Οκτώβρη του 2011, στην προσπάθεια να τεθεί το πολιτικό στίγμα εκείνων που θα αποκλείσουν το Κοινοβούλιο, δηλαδή εκείνων που ηγούνται του αγώνα, αποτελούν εκδήλωση αυτού του αναπόφευκτου ρήγματος ανάμεσα σε μια λογική πρωτοπορίας, πολιτικής αντιπροσώπευσης και υποταγής σε ιεραρχημένες σχέσεις και στην άρνησή τους.

Και αυτή η ρήξη μπορεί να οδηγήσει ίσως τη σκέψη μας πέρα από τις κριτικές απέναντι στις πρόσφατες αντιστάσεις των κατειλημμένων πλατειών περί μικροαστικής αντίδρασης με στόχο τη διεκδίκηση ενός εξανθρωπισμένου καπιταλισμού (15), επειδή οριοθετεί την πάλη πέρα από τη θετικιστική προσέγγιση της κοινωνικής έκρηξης ως κίνησης για, σε κίνηση ενάντια, σε έκφραση της άρνησης του έτσι-είναι-τα-πράγματα. Ταυτόχρονα προσδιορίζει και έναν ορίζοντα αυτο-κριτικής των παλιών εργαλείων αντίστασης, τα οποία εντάσσονται στην ίδια λογική που επιθυμεί να μας καθηλώσει στο έτσι-είναι-τα-πράγματα, μια αυτο-κριτική που ανοίγει το κατώφλι ενός πεδίου που αναγκαστικά δεν καλλιεργείται πάνω στο «αίτημα», τη «διαπραγμάτευση» ή την επιλογή της μιας ή της άλλης εξουσίας· καλλιεργείται πάνω στην ιστορική (διαχρονική και συγχρονική) μνήμη της πάλης των από κάτω και την επικαιροποιεί στο παρόν, κοιτάζοντας και συντονίζοντας αυτό το παρόν μέσα τη ματιά του μέλλοντος (16)· συνεχίζει να εξαπλώνεται μολύνοντας ως επιδημία εξεγερτικότητας και άλλους τόπους/μη τόπους, ενάντια στη δεδομένη λογική της Ιστορίας που υποδεικνύει το ρεαλισμό της ήττας· και εξηγεί επίσης γιατί, ο απλός και συνηθισμένος κόσμος (που είναι οι επαναστάτες για τους ζαπατίστας), ανάμεσα στην εξουσία και την πρωτοπορία, ανάμεσα στην εξουσία και στην κατάληψη της εξουσίας, ανάμεσα στην ιδεολογία και στο «άγχος της ουτοπίας», όπου το νέο εξαναγκάζεται να χωρέσει στο παλιό λεξιλόγιο αλλά δεν χωράει, επιλέγει να αποσυρθεί στις γειτονιές οργανώνοντας συνελεύσεις και βάσεις αλληλεγγύης ή ακόμα να πάει σπίτι του χωρίς να σημαίνει ότι υποτάσσεται στην εντολή του κεφαλαίου.

Από την προσέγγιση της κριτικής θεωρίας και της κριτικής της θεωρίας, αυτό που ενδιαφέρει κυρίως σε σχέση με μια ερμηνεία της κρίσης της σχέσης-κεφάλαιο είναι ακριβώς το γιατί η τελευταία στη συγκεκριμένη ιστορική της στιγμή δεν μπορεί να αναπαραχθεί με την ίδια μορφή. Η ερώτηση αυτή οδηγεί στην ειδική ιστορική συνθήκη που διαμορφώνει την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού ανταγωνισμού, με επίκεντρο την ταξική πάλη όχι ως μια κατηγορία αφηρημένη και ανιστορική (δηλαδή σαν να λέμε πως το κεφάλαιο υπήρχε πάντα σε όλες τις κοινωνικές μορφές και η ταξική πάλη εξίσου) αλλά ως κατηγορία που διαπερνάται από τις συγκεκριμένες αντιφάσεις του κεφαλαίου από τη μία και από τις μορφές αγώνα από την άλλη, σε μια ειδική χωροχρονική εκδοχή. Αυτό σημαίνει πως η συγκεκριμένη διεργασία σκέψης και προβληματισμού ουσιαστικά μετακινεί τη θεωρία στο επίπεδο της πάλης, είναι ένα είδος αντι-θεωρίας από την οπτική των υποκειμένων σε πάλη αντί των αυτοκινούμενων δόμων, συμμετέχοντας και όχι παρατηρώντας ή αναλύοντας (ως αντικείμενο) αυτή την πάλη. Είναι η απλή διατύπωση του μόνου, σύμφωνα με τον Holloway, επιστημονικού ή θεωρητικού ερωτήματος που μας απομένει: «πώς στο διάολο θα βγούμε από αυτό το χάος;» (Holloway 2011: 331).

Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 σηματοδότησε για την Ελλάδα την έναρξη μιας νέας εμπειρίας αγώνα ενάντια σʼ αυτόν τον κόσμο που μας φυλακίζει, μας αναπαράγει σε συνθήκες αιχμαλωσίας και μας σκοτώνει κανονικοποιώντας αυτές τις διαδικασίες με την ίδια σχεδιασμένη κανονικότητα της παραγωγικής διαδικασίας. Κι αυτό γιατί η εξάπλωσή και η έντασή της στις χωρικότητες που συγκροτούν τη δομή του κεφαλαίου και φυσικοποιούν την αφηρημένη κοινωνικότητα που προϋποθέτει η καπιταλιστική σχέση, όπως είναι ο μητροπολιτικός χώρος της Αθήνας, ήταν η έκφραση μιας ποιοτικά καθολικής, αν και σε περιορισμένη ποσοτικά διάσταση, άρνησης αυτού του κόσμου, ήταν μια έκφραση οργισμένης καταστροφής του παλιού κόσμου και όχι αναπαραγωγής του.

 
Σημειώσεις
(1) Βλ. σχ. Christos Lynteris, 2011.
(2)Βλ. σχ. Γαβριηλίδης, 2007.
(3) Βλ. σχετ. «Η εποχή των ταραχών, blaumachen, 2011.
(4) Η συνεχή προπαγάνδα των γερμανικών μέσων ενημέρωσης το επιβεβαιώνει, με κεντρικούς τίτλους εφημερίδων: «Εμείς γιατί πληρώνουμε τις πολυτελείς συντάξεις των Ελλήνων;», (βλ. σχ. http://www.bildblog.de/wp-content/bild_griechen2.png, http://marialourdesblog.files.wordpress.com/2011/10/griechenland-inselverkauf.jpg, http://www.bildblog.de/wp-content/bild_griechen.png, http://hinter-den-schlagzeilen.de/wp-content/uploads/2011/06/Griechenland-pleite-Bild-Zeitung.jpg, http://bilder.bild.de/fotos-skaliert/ausrisse-23930840-mbqf-21255112/2,h=493.bild.jpg καθώς και ενδιαφέρουσα ανάλυση στο http://www.marxistische-aktion.de/?p=342).
(5) Βλ. blaumachen ο.π.
(6) Βλ. σχ. Ολιβιέ Ραζάκ, 2008.
(7) Ομάδες λαϊκής φύλαξης (άοπλες) που χρησιμοποιήθηκαν και στην εξέγερση της Οαχάκα. Στις ιθαγενικές κοινότητες που λειτουργούν με παραδοσιακές φόρμες αποτελεί το βασικό καθήκον από το οποίο περνούν σχεδόν όλα τα μέλη της Κοινότητας. Στο ιθαγενικό ιδίωμα nauatl σημαίνει το μπαστούνι που συμβολικά κατέχουν οι αρχές της κοινότητας που εκλέγονται μέσα από τη λαϊκή συνέλευση.
(8) Υποτάξη φυσικά υπήρχε και στη Ελλάδα και πριν την εμφάνιση της κρίσης με τη σημερινή της μορφή από τους μετανάστες και άλλες ομάδες κοινωνικά περιθωριοποιημένων που δεν απολάμβαναν τα αστικά δικαιώματα.
(9) Από άρθρο πολιτικών στελεχών της πρώην κυβέρνησης Παπανδρέου: «Μέσα από τέτοιου είδους κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες, και με τη λογική ʽτα θέλουμε όλα δικά μαςʼ, φθάσαμε στην περιφρόνηση κάθε έννοιας Δικαιοσύνης και δημόσιου συμφέροντος και στη de facto επιβολή του κανόνα: κατάληψη στο σχολείο, και ενίοτε καταστροφή του, κατάληψη στο πανεπιστήμιο, διακοπή της λειτουργίας των μέσων μεταφοράς, της αποκομιδής των σκουπιδιών και προσβολή της δημόσιας υγείας, κατάληψη δημόσιων κτηρίων, ακόμη και υπουργείων, αποκλεισμοί λιμανιών και αεροδρομίων, και κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, πράξεις και απειλές ακόμη και κατά της ζωής. Το σημαντικότερο όλων δε είναι, πως αυτή η εξαιρετικά αντιδημοκρατική και αντικοινωνική ʽκουλτούραʼ και συμπεριφορά, επενδύθηκε με το μανδύα του προοδευτισμού και της επαναστατικότητας, για να κρύψει το πραγματικό πρόσωπο του συντεχνιακού συμφέροντος». (Πηγή: Ισοτιμία, 16-10-2011).
(10) Σχ. Karl Löwith, 1987: 135 αναφέρει: «Ήδη η Εισαγωγή στην Κριτική της εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου περιέχει την πρόταση: ʽΗ διάλυση της κοινωνίας στη μορφή της ιδιαίτερης κοινωνικής τάξης είναι το προλεταριάτοʼ. Αλλά η ιδιαίτερη
κοινωνική τάξη είναι το προλεταριάτο όχι ως τάξη μέσα στην αστική κοινωνία, αλλά στο βαθμό που αποτελεί κοινωνία έξω από την υφιστάμενη κοινωνία» .
(11) Βλ. σχ. Holloway, 1985.
(12) Βλ. σχ. Esteva, 2009.
(13) Η εξαγγελία από την τότε κυβέρνηση Παπανδρέου του υποτιθέμενου δημοψηφίσματος (Οκτώβρης 2011) σχετικά με την αποδοχή της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ που ωστόσο δεν έγινε ποτέ και η ψήφος εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση με τον όρο, από τα ίδια τα μέλη της, να παραιτηθεί ο τότε πρωθυπουργός αποτελούν τα πιο πρόσφατα ιλαρά στιγμιότυπα αυτής της αποσύνθεσης.
(14) Βλ. σχ. στον Πρόλογο από τον John Holloway του βιβλίου του Sergio Tischler, 2012.
(15) Ή όπως ανέφερε πρόσφατα στο Σεμινάριο Προβληματισμού και Ανάλυσης «Πλανήτης γη – αντισυστημικά κινήματα» που έλαβε χώρα στο Πανεπιστήμιο της Γης στην Τσιάπας (CIDECI) του Μεξικού (Ιανουάριος 2012), η εκπρόσωπος της Occupy Wall Street, «της μικροαστικής αντίδρασης όσων έχασαν το κομμάτι του γλυκού που μέχρι τώρα απολάμβαναν» .
(16) Βλ. σχ. Tischler, 2011.

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Μήνυμα από το Νοσοκομείο Κιλκίς: Ανυπακοή και εξέγερση για να σταματήσουμε την καταστροφή

 Της Λέτας Ζωτάκη*

Το "κίνημα" της κατάληψης του Κιλκίς έδωσε ένα πρώτο ηχηρό μήνυμα, ότι όταν οι πολίτες από υπήκοοι γίνονται συνειδητοποιημένοι και ενεργοί, μπορούν να πετύχουν πολλά. Εκτός από το γεγονός ότι το σύστημα τρέμει τις κινητοποιήσεις που έχουν διάρκεια και κινηματικό χαρακτήρα, βοήθησε και εμάς τους ίδιους να αναμετρηθούμε με τους δικούς μας δισταγμούς και φοβίες, να γίνουμε ανυπάκουοι και τολμηροί και να κατανικήσουμε τους ενδοιασμούς μας, να πάμε κόντρα στην πεπατημένη, και να αμφισβητήσουμε τις παράνομες και αντικοινωνικές αποφάσεις της άρχουσας τάξης, δημιουργώντας εστίες εξέγερσης, ως συλλογικότητες με όραμα και προοπτική ανατροπής του καπιταλισμού.

Η ιδέα του Σπύρου Ραυτόπουλου που την υλοποιήσαμε εμείς στο Κιλκίς, είχε τα χαρακτηριστικά πραγματικά μιας πρωτότυπης ειρηνικής εξέγερσης και γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο το ότι βρήκε τόσο μεγάλη απήχηση σε όλο τον πλανήτη. Εκτός όμως από το γεγονός ότι μας αφύπνισε και μας έκανε δυναμικότερους στο να διεκδικούμε τη ζωή μας και το μέλλον μας πίσω, είχε και μερικά στοιχεία που φρενάρουν αρκετά την αισιοδοξία που γέμισε τις καρδιές όλου του ανήσυχου κόσμου.

1.Η διαπίστωση ότι ο κόσμος δυστυχώς είναι ακόμη μουδιασμένος, είναι σε άγνοια ή δεν θέλει να "ξέρει" από φόβο. Άρα δεν ήταν έτοιμος ακόμη να δεχτεί την εξέγερση ως μονόδρομο. Άν και τώρα πια, διαπιστώνω πως ακόμη και οι πλέον αδιάφοροι, έχουν περάσει από την παθητικότητα και το ξάφνιασμα, στην οργή.
2 Το ότι χρειάζεται ενημέρωση, γιατί η γνώση είναι δύναμη και αυτό έγινε εμμέσως με τη δική μας κινητοποίηση αλλά και άμεσα μέσω των συγκεντρώσεων των πολιτών στο Δήμο, και μέσω των άμεσων συζητήσεων που κάναμε κατά τακτά διαστήματα στη διάρκεια των 3 εβδομάδων της κατάληψης, σε κάθε ευκαιρία.
3.Το ότι είναι απαραίτητο να νικήσουμε τις ενοχές και το φόβο των ανθρώπων που τα έχουν χαμένα μετά από αυτές τις αντικοινωνικές επιθέσεις που δέχτηκε τα τελευταία 2 χρόνια, όπου ήταν σαν να στέκεται πάνω σε κινούμενη άμμο, χωρίς καμιά εργασιακή και οικονομική σταθερά και με καταργημένα όλα τα εργασιακά και ανθρώπινα δικαιώματά του.

Η προσπάθειά μας πάντως να ξεσηκώσουμε τους νομοταγείς υπηκόους, προκαλώντας τους να γίνουν ανυπάκουοι, να σηκωθούν από την πολυθρόνα τους και τον καναπέ τους, να κλείσουν την τηλεόραση, και να αναλάβουν οι ίδιοι τις ευθύνες τους, έδρασε θετικά προς την κατεύθυνση της αφύπνισης. Επίσης, πέτυχε κατά ένα μεγάλο μέρος να ενεργοποιήσει την τάση των ανθρώπων για δράση συλλογική, με αλληλεγγύη και αυτοπεποίθηση. Οι λέξεις αυτές είχαν ξεχαστεί εδώ και χρόνια, μέσα στην καπιταλιστική «αχλή» μιας εικονικής ευμάρειας και τώρα ξαφνικά αποκτούν πάλι το νόημα και τη δυναμική που έχουν, στη σωστή τους διάσταση.

Η προοπτική για νέες κινητοποιήσεις στον τομέα της υγείας και -γιατί όχι- πιθανές εξεγέρσεις, (που προβλέπω ότι θα συμβούν και μάλιστα σύντομα), είναι και από τη μεριά τη δική μας ως εργαζομένων στο ΕΣΥ, αλλά και από την πλευρά των πολιτών που σε λίγο θα διαπιστώσουν ότι οι παροχές υγείας θα γίνουν δυσεύρετες έως και ανύπαρκτες.

Βάσει του νόμου 39/84 ο αριθμός των επιτρεπόμενων εφημεριών ανά βαθμίδα είναι οι Διευθυντές να περιορίζουν τις εφημερίες τους στις 4 μέρες ανά μήνα, οι Επιμελητής Α και Β στις 5 ενεργές και οι Ειδικευόμενοι στις 7 ενεργές. Με δεδομένο ότι τα περισσότερα τμήματα ή κλινικές έχουν από 1, 2 ή στην καλύτερη περίπτωση 4 γιατρούς στη δύναμή τους και η προοπτική να καλυφτούν τα κενά αποκλείεται παντελώς, προκύπτει μαθηματικά ότι όλες οι κλινικές και τα τμήματα του νοσοκομείου μπορούν να διαθέτουν εφημερεύοντες μόνον μέχρι το 2ο 15θήμερο εκάστου μηνός. Νευραλγικά τμήματα δε, όπως είναι ο τεχνητός νεφρός ή το μικροβιολογικό και η αιμοδοσία μπορούν να λειτουργήσουν μόνον τις πρώτες μέρες κάθε μήνα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν ασφαλή προγράμματα εφημέρευσης μετά το πρώτο 10ήμερο και για τις κλινικές που μπορούν έστω να έχουν κάλυψη για λίγες περισσότερες μέρες.

Η υποχρηματοδότηση του ιδρύματος, επίσης, ως γνωστόν, κάνει τη λειτουργία του ιδρύματος περαιτέρω προβληματική, λόγω των σοβαρών ελλείψεων υλικών αναλώσιμων και εξειδικευμένων.
Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι έλληνες πολίτες, αλλά και ειδικότερα ο λαός του Κιλκίς και των γύρω περιοχών, θα στερούνται πλέον την υγειονομική τους κάλυψη από το νοσοκομείο μας για τουλάχιστον για 15 μέρες το μήνα.

Οι αποφάσεις της γενικής μας συνέλευσης είναι να κλείσουμε το νοσοκομείο, μετά από τις προκαθορισμένες ημερομηνίες, πέραν των οποίων η λειτουργία του καθίσταται πλέον επικίνδυνη, λόγω έλλειψης εφημερευόντων γιατρών. Εμείς καταγγέλλουμε την ανάλγητη τροϊκανή κυβέρνηση που μας υποχρεώνει να μην μπορούμε να εφημερεύσουμε (νόμιμα) με βάση το νέο νόμο, και προσανατολιζόμαστε σε δυναμικές κινητοποιήσεις ανάλογες με αυτές για τις οποίες το Κιλκίς έγινε διάσημο.

Έχουμε ήδη αποφασίσει να ενημερώσουμε τους δημότες καλώντας τους σε αντίσταση κατά των σχεδίων της κατοχικής κυβέρνησης, βγαίνοντας στο δρόμο και πηγαίνοντας πόρτα-πόρτα! Θα υποχρεώσουμε όλοι μαζί το Δήμο να πάρει ανοιχτά θέση κατά της γενοκτονικής αυτής πολιτικής και αν χρειαστεί να στηρίξει με δικές του πρωτοβουλίες και δυνάμεις το νοσοκομείο μας, ανταποκρινόμενος στις ηθικές και υλικές υποχρεώσεις του και στα καθήκοντα και τις δεσμεύσεις του απέναντι στο λαό του Κιλκίς. Οι προτάσεις στην τελευταία συνέλευσή μας ψηφίστηκαν παμψηφεί από όλο το σώμα της συνέλευσης.

Θέλουμε να κάνουμε λιανά σε όλους, ότι δεν γίνεται πια κανείς να ζει λουφάροντας και κρυμμένος, και να αφήνει την τύχη του στα χέρια άλλων. Ο «αντιπρόσωπός» τους θα τους καπελώσει για πολλοστή φορά, καταχρώμενος την εντολή τους, και αυτή τη φορά δεν θα είναι ανατάξιμη η ζημιά, αλλά οριστική και …αμετάκλητα δολοφονική. Επιδιώκουμε να προειδοποιήσουμε τον κόσμο για την καταστροφή που έρχεται και να τους ξεσηκώσουμε σε «απελευθερωτικό» αγώνα τον οποίο θα πρέπει να κάνει ο ίδιος αλλά και όλοι μαζί συλλογικά και συντονισμένα, γιατί αλλιώς είναι προκαθορισμένη η καταδίκη μας μέσα σε αυτήν την παγίδα που μας έβαλαν όλοι οι δοσίλογοι εθνοπατέρες μας και οι πάτρονές τους τραπεζίτες.

Με τις κινητοποιήσεις μας (που προβλέπονται μάλλον πολύ σύντομα) προειδοποιούμε πως τα νοσοκομεία είναι σε οριακή κατάσταση πια, πως όλο το ΕΣΥ καταρρέει σαν τραπουλόχαρτα, και ελπίζουμε να δώσουμε το μήνυμα της ανατροπής, πείθοντας τους πολίτες ότι τα κόμματα χρεοκόπησαν, ότι το πολιτικό σύστημα σύσσωμο μας δουλεύει, ότι γίνεται γενοκτονία, και ότι αν τους αφήσουμε τώρα, δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία γιατί στο μεταξύ θα μας εξοντώσουν. Πρέπει να πείσουμε τον κάθε πολίτη, να μην νομιμοποιήσει τους εκβιαστές και δολοφόνους του, παίρνοντας μέρος σε εκλογές-παρωδία. Να σταματήσει να νομιμοποιεί αυτό το σύστημα που καταρρέει από τις ίδιες του τις αντιφάσεις και τα ίδια του τα εγκλήματα.

Τέλος, ελπίζουμε να πείσουμε το λαό μας να διεκδικήσει μέσω συντακτικής συνέλευσης νέο καταστατικό χάρτη. Να διεκδικήσει θεσμούς που θα του εξασφαλίσουν αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες που θα τον κάνουν πραγματικά και όχι μόνο κατ΄ επίφαση «κυρίαρχο λαό».


*Η Λέτα Ζωτάκη είναι πρόεδρος της Ένωσης Νοσοκομειακών Ιατρών Κιλκίς

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Εκλογές, κόμματα, και κινήματα: Προβληματισμοί από το παράδειγμα της Αργεντινής

"Η πραγματική δημοκρατία βρίσκεται στους δρόμους", "Να φύγουν όλοι"






Τραβώντας το φρένο κινδύνου

Της Marina Sitrin*

"Ο Μαρξ είπε ότι οι επαναστάσεις είναι η ατμομηχανή της παγκόσμιας ιστορίας. Ίσως, όμως, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Μπορεί οι επαναστάσεις να είναι η πράξη με την οποία η ανθρωπότητα που ταξιδεύει μέσα στο τρένο τραβάει το φρένο κινδύνου". Τα λόγια του Walter Benjamin ταιριάζουν απόλυτα με ό,τι συνέβη σε όλο τον κόσμο το 2011 και σε πολλά μέρη πριν από αυτό, και πολύ νοτιότερα, από την Τσιάπας και την Οαχάκα του Μεξικού έως την Αργεντινή. Τα κινήματά μας είναι η κραυγή του "Όχι!". Το "Φτάνει πια!". Το "Να φύγουν όλοι!". Είναι η συλλογική άρνησή μας να παραμείνουμε παθητικοί σε μια αφόρητη κατάσταση. Και έτσι εμείς τραβάμε το φρένο κινδύνου, παγώνουμε το χρόνο, και αρχίζουμε να δημιουργούμε κάτι καινούργιο. Δεν είμαστε καν σίγουροι τι είναι αυτό. Ξέρουμε ότι θέλουμε να δημιουργήσουμε ανοιχτό χώρο. Το με τι μοιάζει το ανακαλύπτουμε μαζί, καθώς δημιουργούμε, και από το πώς δημιουργούμε: μαζί, οριζόντια και με επίδραση. Τι κάνουμε και πώς το κάνουμε είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, και τα δύο είναι μέρος αυτού του προεικονιστικού κινήματος.

Μερικοί ανοικτοί κίνδυνοι

Σε αυτές τις στιγμές της κρίσης οι άνθρωποι ενώνονται, κοιτάζει ο ένας τον άλλον, και δημιουργούν νέες υποστηρικτικές σχέσεις. Οι δεσμοί αυτοί μπορεί να είναι από τους πιο όμορφους και αλληλέγγυους που έχουμε βιώσει ποτέ. Μπορούν επίσης να είναι από τους πιο εφήμερους. Ξανά και ξανά, θεσμικές δυνάμεις καταστέλλουν και σφετερίζονται τις σχέσεις αυτές, ή η δυσπιστία προκαλεί τη διάρρηξη των δικτύων μας από μέσα. Πώς μπορούμε να αποτρέψουμε αυτή τη διάλυση; Πώς μπορούμε να επιφέρουμε διαρκείς στιγμές όπου ανοίγονται ρωγμές στην ιστορία, η φαντασία μας είναι απελευθερωμένη και είμαστε ικανοί να οραματιστούμε και να δημιουργήσουμε νέα τοπία προς νέους ορίζοντες; Παρακάτω, θα διατυπώσω μερικές από τις δυνητικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε ως κίνημα, εξετάζοντας το παράδειγμα της Αργεντινής, όπου τα αυτόνομα κινήματα έχουν τώρα δέκα χρόνια εμπειρίας. Χρησιμοποιώ τα παραδείγματα των αριστερών πολιτικών κομμάτων και του κράτους, αλλά οι προκλήσεις είναι πολλές και το ζήτημα είναι να ξεκινήσει μια ανοιχτή συζήτηση σχετικά με αυτές τις προκλήσεις έτσι ώστε να τις ξεπεράσουμε, ή ακόμα καλύτερα, να τις αποφύγουμε.

Η διαταραχή του πολιτικού κόμματος

Οι σχέσεις που δημιουργούμε στα κινήματά μας επιχειρούν να ανοίξουν χώρο για όλους τους ανθρώπους που συμφωνούν με ένα σύνολο αρχών χειραφέτησης. Το κίνημα Occupy δεν δημιουργεί δομές μελών ή τρόπων συμπεριφοράς - οποιοσδήποτε είναι ευπρόσδεκτος. Αυτή η ένταξη είναι τόσο η δύναμή μας όσο και δυνητική αδυναμία, αν δεν σκεφτόμαστε προσεκτικά τι μπορεί να συμβεί σε αυτούς τους ανοιχτούς χώρους και δεν οργανωνόμαστε ανάλογα.

Στην Αργεντινή, μετά τη λαϊκή εξέγερση το 2001, οι άνθρωποι σχημάτισαν εκατοντάδες συνελεύσεις γειτονιάς, οι οποίες χρησιμοποιούσαν την οριζοντιότητα, όμοια με αυτό που προσπαθεί να δημιουργήσει το κίνημα Occupy με τις γενικές συνελεύσεις σε γειτονιές, κωμοπόλεις, και πόλεις - δημιουργώντας νέες σχέσεις καθώς προσπαθούν να καλύψουν τις βασικές ανάγκες. Ενώ οι συνελεύσεις γειτονιάς αντιμετώπιζαν πολυάριθμες προκλήσεις, μία από τις πιο αποσταθεροποιητικές ήταν η διαταραχή του αριστερού πολιτικού κόμματος. Αυτή η παρεμβολή πήρε πολλές μορφές: προσπάθεια ελέγχου της ημερήσιας διάταξης των συνελεύσεων· φόρτωση του καταλόγου των ομιλητών με μέλη του κόμματος, ώστε να κυριαρχήσει στη συζήτηση· ακόμη και οργάνωση εκστρατειών διαταραχής, ειδικά σε συνελεύσεις συνελεύσεων (όπου πολλές εκατοντάδες συνελεύσεις συνευρίσκονταν για τη λήψη κοινών αποφάσεων). Εκεί, μέλη του κόμματος κινητοποιούνταν για να διακόψουν τη συνέλευση, φωνάζοντας εκτός σειράς, προβάλλοντας αιτήματα, όπως το τέλος του ιμπεριαλισμού τώρα, ή την ανάγκη για ένα σχέδιο δέκα σημείων για την απελευθέρωση των γυναικών – όλα για να αποφασιστούν εκείνο το βράδυ. Πιο ύπουλα, μέλη του κόμματος συχνά δεν φανερώνονταν ως μέλη μιας ομάδας, έτσι ώστε να φαίνεται ότι είναι απλώς παθιασμένοι συμμετέχοντες. Αυτό το τέχνασμα, φυσικά, αναδεικνύει την πιο υπέροχη των δημοκρατικών μας παρορμήσεων, που είναι να είμαστε σίγουροι ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν πλήρως ακουστεί. Αλλά αν η δική τους ατζέντα δεν είναι ειλικρινής, είναι δημοκρατικό να τους αφήνεται χώρος να εγείρουν αξιώσεις επί της ομάδας;

Οι ανοικτές και οριζόντιες συνελεύσεις μας είναι η δύναμή μας, αλλά μας αφήνουν ευάλωτους σε αυτούς που διαταράσσουν ή εκτρέπουν την ατζέντα. Έχοντας αρχές ενότητας βασισμένες σε πολιτικές συμφωνίες και κανόνες συμπεριφοράς, υποστηριζόμενες από τους τρόπους υλοποίησης αυτών των συμφωνιών, δημιουργούμε ελεύθερους χώρους με περιορισμένη διαταραχή. Η συζήτηση εδώ δεν είναι εναντίον κάποιας συγκεκριμένης ομάδας ή οργανισμού (αν και όχι για την υποστήριξή τους, από την άλλη), αλλά για να επισημανθεί η συμπεριφορά. Δεν πρόκειται για το ότι αυτοί είναι κακοί, αλλά για το πώς θα γίνουμε εμείς καλύτεροι.

Εκλογές και κράτος

Οι εθνικές εκλογές στην Αργεντινή δημιούργησαν επίσης μεγάλο αποπροσανατολισμό και αποστράτευση στα κινήματα. Το 2001, η εξέγερση εξανάγκασε, με τη λαϊκή δύναμη, σε απόσυρση πέντε διαδοχικές κυβερνήσεις. Η νομιμότητα του κράτους ήταν υπό αμφισβήτηση. Οι άνθρωποι οργάνωναν συνελεύσεις στις γειτονιές, τα κινήματα ανέργων αναπτύσσονταν ραγδαία, και οι εργαζόμενοι, χρησιμοποιώντας οριζοντιότητα, ανακτούσαν χώρους εργασίας, χωρίς αφεντικά ή ιεραρχία. Το κράτος απάντησε με άμεση καταστολή, προσεταιρισμό και προσπάθειες επαναθεσμοποίησης: δημοφιλείς εκλογές. Οι άνθρωποι σχεδίασαν μποϊκοτάρισμα των εκλογών και σχημάτισαν συνελεύσεις των συνελεύσεων, δημιουργώντας μιαν εν δυνάμει κατάσταση δυαδικής εξουσίας. Τότε εμφανίστηκε ένας ακροδεξιός υποψήφιος, ο οποίος ευθύνεται για τις ιδιωτικοποιήσεις της τελευταίας δεκαετίας και κατέβηκε στις εκλογές με τη λίστα του "νόμου και της τάξης". Ο φόβος διαπότισε τα κινήματα, και οι συζητήσεις στράφηκαν στο τι να κάνουμε -να ψηφίσουμε; να μην ψηφίσουμε; να οργανωθούμε εναντίον των υποψηφίων;- αντικαθιστώντας την ατζέντα των κινημάτων με εκείνη του κράτους. Ο κεντρώος υποψήφιος κέρδισε, αλλά με τίμημα την απώλεια της δυναμικής του κινήματος και την αλλαγή στο σημείο αναφοράς του. Οι άνθρωποι τοποθετήθηκαν σε σχέση με τις πιθανές και πραγματικές προσφορές του κράτους και όχι σε σχέση με τις εναλλακτικές δυνάμεις που αναπτύσσονταν από τα κινήματα.

Χρόνια αργότερα, πολλοί προβληματίζονται σχετικά με το ζήτημα των εκλογών και του κράτους με διαφορετικό τρόπο. Η προοπτική δεν είναι ένα συνολικό μποϊκοτάζ. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι να διατηρήσουμε την ημερήσια διάταξη των κινημάτων και -από το σημείο αναφοράς του κινήματος- να αποφασίσουμε στρατηγικά για τη σχέση με τις θεσμικές δυνάμεις. Κάποιοι έχουν χαρακτηρίσει αυτή τη στρατηγική ως "με, κατά και πέρα από το κράτος". Σε αυτή την κατεύθυνση, κατά τις τελευταίες εκλογές, μία συμμετέχουσα στο κίνημα εξήγησε ότι η άποψή της ήταν "ψηφίζω και τρέχω". Εξήγησε ότι γίνονται σκοπίμως ελάχιστες συζητήσεις στις συνελεύσεις σχετικά με τις τρέχουσες εκλογές. Παρομοίως, η άποψή της ως προς την υλική υποστήριξη είναι να πάρουν οι συμμετέχοντες στο κίνημα ό,τι μπορούν να πάρουν, υπό τον όρο ότι διατηρούν τη δική τους ατζέντα. Μόλις το κράτος θέσει απαιτήσεις ή όρους για την προσφορά, οι άνθρωποι πρέπει να τρέξουν μακριά.

Η πολιτική των κινημάτων μας σημαίνει αναγκαία ότι το κράτος δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα της κοινωνίας. Το κράτος, είτε καπιταλιστικό είτε σοσιαλιστικό, δεν μπορεί να είναι ο απελευθερωτικός παράγοντας της αλλαγής. Ωστόσο, όταν τα κινήματα προσπαθούν να εργαστούν έξω από το κράτος και χωρίς συνειδητή εμπλοκή με αυτό, το κράτος συνέχεια ασχολείται με μας, μέσω της άμεσης καταστολής και αμέτρητων συγκαλυμμένων τακτικών. Το σημείο αναφοράς μας θα πρέπει να εξακολουθήσει να είναι η δημιουργία αμεσοδημοκρατικών χώρων, αλλά πρέπει επίσης να βρούμε τρόπους να διαπραγματευτούμε τα θέματα της θεσμικής δύναμης, διατηρώντας παράλληλα την ατζέντα μας.

* Η Marina Sitrin ήταν παρούσα στην εξέγερση στην Αργεντινή και έχει επιμεληθεί ένα βιβλίο μαρτυριών από εκείνη την περίοδο, το οποίο έχει αποδοθεί στα ελληνικά ως «Οριζοντιότητα – Φωνές λαϊκής εξουσίας στην Αργεντινή», κοινή έκδοση (Ιούνιος 2011) των: Συνέλευση για την Κυκλοφορία των Αγώνων, Πρωτοβουλία Κατοίκων Καισαριανής, Αυτόνομη Συνέλευση Ζωγράφου, Ανοιχτή Συνέλευση Κατοίκων Αγίας Παρασκευής, Ανοιχτή Λαϊκή Συνέλευση Αγίου Δημητρίου, Συνέλευση Κατοίκων Βύρωνα-Παγκρατίου-Καισαριανής.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο 2o τεύχος (Μάρτιος 2012) του περιοδικού Tidal, θεωρητικό έντυπο του κινήματος Occupy Wall Street.

Μετάφραση: Δ.Κ.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Γιώργος Λιερός - Ξαναπιάνοντας το νήμα: Η κοινωνική αναμέτρηση στην Ελλάδα σήμερα



«Το δέντρο της ελευθερίας πρέπει να αναζωογονείται από καιρού εις καιρόν με το αίμα πατριωτών και τυράννων. Είναι το φυσικό του λίπασμα», έγραφε στις 23/9/1787, δύο μόλις χρόνια πριν ξεσπάσει η Γαλλική Επανάσταση, ο Τόμας Τζέφερσον από το Παρίσι, που θα γινόταν ο τρίτος πρόεδρος των ΗΠΑ, στον συνταγματάρχη Ουίλιαμ Στέφενς Σμιθ. Το δέντρο της ελευθερίας στη χώρα μας έχει σχεδόν ξεραθεί, λίγη ζωή του έχει μείνει. Όμως πολύ σύντομα ίσως το δούμε ξανά να γεμίζει με πυκνά φύλλα, θαλερό, με όμορφα άνθη και πλούσιους καρπούς.

Οι μεγάλες συγκρούσεις βρίσκονται μπροστά μας. [...] Το κοινωνικό συμβόλαιο έχει ακυρωθεί, επαπειλείται κατά κάποιον τρόπο, η επιστροφή στη «φυσική κατάσταση». Ο κοινωνικός δεσμός έχει σπάσει, η εξουσία των αποπάνω, η ευημερία ενός 20% του πληθυσμού που μπορεί να επωφεληθεί από τη νέα κατάσταση στηρίζεται πλέον μόνο πάνω στη βία, μια βία που στερείται νομιμοποίησης. Η κοινωνία (το έθνος, ο λαός) διαρρηγνύεται, ο κοινωνικός της πλούτος λεηλατείται, οι άνθρωποι αχρηστεύονται, σκορπίζονται και χάνονται, ο κοινωνικός χώρος αποσυντίθεται και μεγάλες περιοχές του κινδυνεύουν να περάσουν σε καθεστώς ανομίας. Μόνο η εξέγερση μπορεί να ενώσει ξανά την κοινωνία, να τη γλιτώσει από έναν ατελεύτητο πόλεμο όλων εναντίον όλων, να καταστήσει δυνατό ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, να ξαναδώσει στον τόπο τη χαμένη του αξιοπρέπεια. [...]

Η εξέγερση είναι μια δυναμική κατάσταση μέσα στην οποία εκδηλώνονται πολλά διαφορετικά, αντίθετα, συνεργατικά ή παράλληλα σχέδια. Ανάμεσα στα διάφορα σχέδια που θα συγκρουστούν στα πλαίσια μιας επικείμενης εξέγερσης, πολλά θα στοχεύουν στην επανίδρυση της αστικής ηγεμονίας, στην επανεδραίωση της εξουσίας του κεφαλαίου στη συνέχεια ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Για τον Μακιαβέλι, το μεγαλείο της Ρώμης προερχόταν από τη δυναμική που της προσέδιδε η διαμάχη πατρικίων/πληβείων. Η Λατινική Αμερική, τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, κινδύνευσε να κατρακυλήσει στα επίπεδα της υποσαχάριας Αφρικής εξαιτίας των καταστροφικών πολιτικών που επιβλήθηκαν από το ΔΝΤ. Πλέον, εν πολλοίς χάρη στις πολιτικές των αριστερών κυβερνήσεων τις οποίες κατέστησαν εφικτές τα κοινωνικά κινήματα, η Λατινική Αμερική αποτελεί μία από τις πιο δυναμικά αναπτυσσόμενες περιοχές του πλανήτη. Οι λαοί της Λατινικής Αμερικής επωφελούνται και πολύ περισσότερο ακόμα επωφελούνται οι αστικές τάξεις. Πρόκειται για συμβιβασμούς όχι για προδοσία.

Θα μπορούσαμε εμείς, εάν τελικά έρθει η σειρά μας, να απα­ντήσουμε διαφορετικά σε τέτοια διλήμματα; Θα είμαστε σε θέση να επιδιώξουμε μια ομοσπονδία κοινοτήτων, πόλεων, περιφερειών, η οποία θα λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της άμεσης δημοκρατίας και θα στηρίζεται σε μια ανθηρή και αλληλέγγυα οικονομία; Ή μήπως θα πρέπει να διαπραγματευτούμε με μια νεοπαγή αστική εξουσία τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου, ώστε να πετύχουμε ό,τι καλύτερο για τις νησίδες ελευθερίας που θα έχουμε δημιουργήσει; (Προκειμένου αυτές οι νησίδες, να μπορέσουν να εμβαθύνουν τα αντικαπιταλιστικά τους περιεχόμενα, να αναπτυχθούν, να δικτυωθούν σε παγκόσμια κλίμακα και ίσως να αποτελέσουν αφετηρίες για καινούργιες εφορμήσεις σε καλύτερους καιρούς.)

Μεταρρυθμίσεις ή επανάσταση λοιπόν; Συντριβή του αστικού κράτους και δημιουργία νέων πολιτειακών δομών πάνω στα ερείπιά του ή μια ανταγωνιστικής μορφής συνύπαρξη μαζί του; Προπάντων, η ίδια η εξέγερση όταν έρθει η ώρα της, αλλά και εμείς οι ίδιοι από τώρα δημιουργούμε σιγά σιγά τους όρους για τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Αυτοί οι όροι έχουν να κάνουν με τη δυναμική του όλου κοινωνικού κινήματος, το δυναμισμό, την έκταση και το βάθος των δομών της κοινωνικής οικονομίας και των θεσμών αυτοοργάνωσης και άμεσης δημοκρατίας. Εξαρτώνται από τη διεθνή συγκυρία, την απομόνωση ή αντίθετα τη γρήγορη επέκταση της εξέγερσης σε άλλες χώρες. Τέτοιοι όροι είναι η πολιτική και οργανωτική επιδεξιότητα των επαναστατών και των οργανώσεών τους, η επικράτηση των «σωστών ιδεών», δηλαδή των ιδεών που δίνουν στις ασυνείδητες μνήμες των παλιών αγώνων για την ελευθερία πρόσβαση στην πραγματικότητα και επιτρέπουν την αγωνιστική συσπείρωση της μεγάλης λαϊκής πλειονότητας σε μια χειραφετική κατεύθυνση. Η έκβαση της εξέγερσης εξαρτάται προφανώς από τις αντιδράσεις του αντιπάλου, από το είδος του αστικού σχεδίου που διεκδικεί την ηγεμονία μέσα στην ίδια την εξέγερση και το οποίο σχέδιο μπορεί να μην ενδιαφέρεται για έναν έντιμο συμβιβασμό αλλά να προκρίνει μια αντιδημοκρατική εθνικιστική λύση· τέλος, έχει να κάνει, και αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό, με το πολιτικό επίπεδο και τις αρετές του συλλογικού νου που αναδύεται μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες, με τη δύναμη της θέλησης του πλήθους –από τη δική μας θέληση, από τη θέληση του καθενός μας– και τις φαντασιακές σημασίες που την εμπνέουν.

Δεν κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας, γνωρίζουμε καλά τις δυσκολίες, τον δυσμενή διεθνή συσχετισμό, τις επιπτώσεις από την κατάρρευση του 1989 και το κλείσιμο μιας ολόκληρης περιόδου στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Ωστόσο εμείς –όχι η μία ή η άλλη ομάδα που περνιέται για πρωτοπορία, όχι το ισχνό ακόμη κοινωνικό κίνημα, αλλά το διάσπαρτο πλήθος που τολμά να γίνει ένας ενωμένος λαός– ας έχουμε το θάρρος να αρπάξουμε την ευκαιρία, αν μας δοθεί, για να επιχειρήσουμε μια καινούργια έφοδο στον ουρανό, να ξαναπιάσουμε το νήμα της Παρισινής Κομμούνας, των Ευρωπαϊκών επαναστάσεων 1917-1923 και της ισπανικής επανάστασης. Το αστικό κράτος, το κράτος-έθνος, το κράτος πρέπει να καταστραφεί. Εμπρός λοιπόν.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:  Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Περί αυτοκτονίας... Ενοχική θυσία ή κραυγή ελευθερίας;


Μια αυτοκτονία ήταν αρκετή για να φέρει τη σπίθα της εξέγερσης στην Τυνησία, όμως στην Ελλάδα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η αυτοκτονία του Δημήτρη Χριστούλα έθεσε σε περισυλλογή και τα δυο στρατόπεδα του ταξικού πολέμου που διεξάγεται. Η αστική τάξη το αποσιώπησε το γεγονός και κατέστειλε με πρωτοφανή βιαιότητα τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, οι εξεγερμένοι άρχισαν να σκέφτονται: ναι, είναι τόσο δραματικά τα πράγματα στην Ελλάδα που μπορεί να χρειαστεί μια τέτοιου είδους πράξη για να αφυπνιστούν οι κοιμισμένες συνειδήσεις. Κατάφερε όμως και κάτι άλλο πολύ σημαντικό ο Δημήτρης Χριστούλας. Να φέρει στην επιφάνεια όλες αυτές τις ψυχές των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους με δική τους επιλογή, όχι μόνο τα τελευταία χρόνια της κρίσης (που μετριούνται ήδη σε αρκετές εκατοντάδες) αλλά και τα προηγούμενα χρόνια. Κατάφερε να φέρει στο φως, την ψυχολογία του ανθρώπου που αποφασίζει να αυτοκτονήσει, όχι πια σαν μια πράξη κατακριτέα, που κατακλύζεται από λύπηση ή και περιφρόνηση αλλά σαν μια πολιτική πράξη αντίστασης.

Η αυτοκτονία είναι μια πράξη πολύ προσωπική αλλά ταυτόχρονα είναι μια ανοιχτή διαμαρτυρία κατά των δυσανάγνωστων αποφάσεων. Αλήθεια, τι κοινωνία είναι αυτή, στην οποία μέσα στην αγκαλιά εκατομμυρίων βρίσκεις τη βαθύτερη μοναξιά, στην οποία κάποιον μπορεί να τον καταλάβει ακατανίκητη επιθυμία αυτοκτονίας, χωρίς να το καταλάβει κανείς; Αυτή η κοινωνία δεν είναι κοινωνία, είναι όπως λέει ο Ρουσώ, μια έρημος που την κατοικούν άγρια θηρία.

Στην ελληνική κοινωνία που σήμερα παρά ποτέ είναι τόσο δεμένη με όλες τις στρεβλές πλευρές που επέβαλε ο χριστιανισμός, δεν βρήκε τόπο το δικαίωμα στη ζωή, άρα και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση της ζωής (δηλαδή εν τέλει και το δικαίωμα στο θάνατο). Η αυτοκτονία ακόμα και σήμερα θεωρείται κάτι κατακριτέο, μια πράξη εγωισμού και δειλίας, και τελικά κάτι που δεν θέλουμε να καταλάβουμε, μην μπορώντας να διαβάσουμε τα μηνύματα, τις κραυγές αλήθειας που υπάρχουν πίσω από αυτήν. Κι αν αυτή λαμβάνει χώρα σε συνθήκες μιας οικονομικής κρίσης σαν κι αυτή που ζούμε σήμερα, και καταντάει να γίνεται “επιδημιακή”, τότε μπορεί ίσως πιο εύκολα να λοιδωρηθεί από αυτούς που το μόνο που καταλαβαίνουν είναι η υποταγή.

Πολύ λεπτά χτισμένες είναι αυτές οι αντιλήψεις πάνω σε όλο το οικοδόμημα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο φτωχός είναι βλάκας, κάποιος που δεν είχε τα “ανάλογα” προσόντα για να πάει μπροστά. Ο άνεργος είναι τεμπέλης, και θα πρέπει να ντρέπεται που έχασε τη δουλειά του και ακόμα περισσότερο να ντρέπεται όταν δεν μπορεί να βρει άλλη. Ο άρρωστος είναι άχρηστος και γκρινιάρης και σίγουρα υπάρχει μια κατάσταση που υποδηλώνει κάποια “γενετική” αδυναμία να ανταποκριθεί στα καθημερινά του “καθήκοντα”. Η ίδια επέκταση γίνεται για τους ηλικιωμένους, τα παιδιά, τις εγκύους, τις λεχώνες. Σε μια κοινωνία που η εργασία γίνεται αυτοσκοπός και παράλληλα υπέρτατος σκοπός στο δρόμο της απόλυτης εκμετάλλευσης του κεφαλαίου, οι “μη παραγωγικοί” είναι οι απόκληροι.

Σε αυτήν την κοινωνία, που η επιβίωση του ισχυρότερου παρουσιάζεται όχι απλά σαν νόμος αλλά και σαν καθήκον μας απέναντι στην “ανάπτυξη” μιας χώρας ή ενός συστήματος, υπάρχει μια πράξη πιο ισχυρή και πιο μεγάλη από αυτήν της αυτοκτονίας; Η αριστερά θα μπορούσε να δώσει μια εύκολη απάντηση σε αυτό: ο δρόμος της πάλης, του αγώνα. Τι γίνεται, όμως, όταν ένας αγωνιστής σαν το Δημήτρη Χριστούλα αποφασίζει να αυτοκτονήσει; Καταρρίπτονται τα παραδοσιακά σχήματα που παρουσιάζουν τον αγωνιστή ως τον απολύτως υπομονετικό άνθρωπο, που είναι ικανός να αποδεχτεί κάθε είδους θυσία, βασανιστήρια, διωγμούς, την εκμηδένιση της προσωπικότητάς του για κάποιο φαντασιακό “γενικό καλό”. Αυτά τα ηθικά διδάγματα περί καθημερινής αυτοθυσίας είναι τόσο συντηρητικά που πλησιάζουν, αν όχι ταυτίζονται, με το καντιανό καθήκον της αυτοσυντήρησης. Ρέπουν με τον τρόπο του κεφαλαίου προς στην εργασία και το “ιερό” μας καθήκον να “απελευθερωθούμε” μέσα από αυτή. Συνιστούν έναν ψεύτικο κόσμο όπου είναι διαρκής ανάγκη να παραμυθιαζόμαστε σε προσωπικό και πολιτικό επίπεδο για το πόσο ανίκανοι είμαστε να πράξουμε μια συνολική ανατροπή. Και πρέπει κάθε φορά να περιμένουμε υπομονετικά κάποιες “συνθήκες” να ωριμάσουν.

Αυτό το κείμενο δεν είναι μια προσπάθεια ερμηνείας της πράξης του Δημήτρη αλλά ούτε και θεοποίησης της πράξης του. Άλλωστε, όπως πολύ σωστά σημείωσε και ένας σύντροφος, το δυικό ανάλογο του θανάτου δεν είναι η ζωή αλλά η ζωή με αξιοπρέπεια. Η πράξη του θα θαφτεί πίσω από τα πρέπει του καθενός και ενοχικά θα αποκρυφτεί αυτό που πραγματικά είναι: μια κραυγή ελευθερίας, μια κραυγή αξιοπρέπειας, μια αναζήτηση της αλήθειας και του τι κάνουμε. Θα ήταν άτιμο από μέρους μου να ερμηνεύσω την πράξη του ενώ αυτός τόσο ξεκάθαρα παρουσίασε την επιλογή του. Ούτε είναι ο αποχαιρετισμός στα όπλα για τον Δημήτρη. Το πρόσωπό του, άλλωστε, το βλέπω κάθε μέρα στους ανθρώπους που λένε την αλήθεια τους, κι αυτό είναι δείγμα υγείας σε μια βαριά άρρωστη κοινωνία. Σε μια κοινωνία που πέφτει από τον 6ο όροφο μιας πολυκατοικίας και καθώς πέφτει σκέφτεται “μέχρι εδώ όλα καλά”. Μην ψάχνετε κάποιον ηθικό αυτουργό για να δικαιολογήσετε αυτά που δεν καταλαβαίνετε. Τις αυτοκτονίες στο στρατό, τον πατέρα που αυτοπυροβολήθηκε γιατί δεν μπορεί να θρέψει τα παιδιά του, τον ηλικιωμένο που νιώθει ότι είναι βάρος. Οι κραυγές τους μας παρακινούν να ξυπνήσουμε, να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να αναρωτηθούμε: πότε ήταν η τελευταία φορά που κάναμε κάτι που πραγματικά θέλαμε;

Υ.Γ.: Ένας δυσκίνητος μπουρζουάς, ο οποίος τοποθετεί την ψυχή του, τη δουλειά του και το θεό του στο εμπόριο, μπορεί να τα βρει όλα αυτά πολύ ρομαντικά και να αρνηθεί τον πόνο του που δεν καταλαβαίνει, χαμογελώντας ειρωνικά: η περιφρόνησή του δεν μας εκπλήσσει. Τι άλλο να περιμένει κανείς από τους ανθρώπους του 3%, οι οποίοι ούτε που φαντάζονται ότι μέρα με τη μέρα δολοφονούν τον εαυτό τους, την ανθρώπινη φύση τους. Αλλά τι να πεις για τους καλούς ανθρώπους, οι οποίοι παριστάνουν τους ευσεβείς, τους μορφωμένους, και επαναλαμβάνουν τις ίδιες προστυχιές;

Σημ.: Τα πλάγια είναι αποσπάσματα από το βιβλίο “Περί αυτοκτονίας” του Καρλ Μαρξ, που είναι βασισμένο στη μαρτυρία του Jacques Peuchet (Κ. Μαρξ, Περί αυτοκτονίας, μετάφραση Θ. Παρασκευόπουλος, εκδόσεις Νήσος, 2003).

Δήμητρα Κωσταγιώργου

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Η ομιλία του Χόλογουεη στο Left Forum στη Νέα Υόρκη: Ναι, έχετε δίκιο, είμαστε τεμπέληδες και θα παλέψουμε για το δικαίωμά μας στην τεμπελιά


Για μένα είναι πραγματικά ευχάριστο αλλά και λίγο τρομακτικό να βρίσκομαι εδώ μαζί σας, επειδή στην πραγματικότητα είναι η πρώτη φορά που μιλάω στην καρδιά της σατανικής αυτοκρατορίας. Θέλω επίσης να ευχαριστήσω θερμά τους φρουρούς της πύλης στο αεροδρόμιο χτες που με άφησαν να μπω και να σας επισκεφθώ σ’ αυτή τη γη της «ελευθερίας», που μου επέτρεψαν να έρθω να σας δω στη φυλακή σας. Ίσως με άφησαν να περάσω επειδή δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει μια ανταρσία στη φυλακή, μια εξέγερση στην καρδιά της αυτοκρατορίας.

Είμαστε εδώ για να γιορτάσουμε το 2011 που ξεχειλίζει στο τρέχον έτος, το 2012. Ένα έτος γεμάτο από ένδοξες εξεγέρσεις σε όλο τον κόσμο, καθώς η ανυπακοή μας έκανε ξεκάθαρο ότι εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου. Είμαστε η κρίση του κεφαλαίου και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό. Αρκετά πια με το να λέμε ότι φταίνε οι καπιταλιστές, ότι είναι λάθος των τραπεζιτών. Η ίδια η σημασία αυτών των λόγων δεν είναι μόνο παράλογη αλλά και επικίνδυνη, επειδή μας θυματοποιεί. Το κεφάλαιο είναι μια σχέση κυριαρχίας και η κρίση του είναι κρίση της κυριαρχίας αφού οι κυρίαρχοι δεν είναι ικανοί να κυριαρχούν αποτελεσματικά. Μετά κατεβαίνουμε στους δρόμους και τους λέμε ότι είναι δικό τους λάθος; Τι λέμε ακριβώς; Ότι δεν ασκούν κυριαρχία αρκετά αποτελεσματικά; Είναι σίγουρα καλύτερο να δεχτούμε την πιο απλή εξήγηση και να πούμε ότι αν η σχέση κυριαρχίας βρίσκεται σε κρίση αυτό συμβαίνει επειδή οι κυριαρχούμενοι δεν πειθαρχούν αρκετά, επειδή δεν υποκλίνονται επαρκώς. Η έλλειψη υποταγής μας είναι η αιτία της κρίσης.

Το κεφάλαιο δεν είναι μόνο ένα σύστημα αδικίας, είναι ένα σύστημα που επιταχύνει την εκμετάλλευση, που εντείνει την καταστροφή. Αυτό μπορεί να αποδειχτεί με πολλούς τρόπους, με το νόμο της αξίας και τη συγκρότηση της αξίας από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας ή από τις θεωρίες για την πτωτική τάση του κέρδους. Το νόημα ωστόσο είναι ότι το κεφάλαιο είναι μια δυναμική που επιτίθεται. Υπάρχει μια ατέρμονη προσπάθεια να κινείται συνεχώς πιο γρήγορα, ένας αέναος μετασχηματισμός του τι σημαίνει καπιταλιστική εργασία. Αυτό δεν αφορά μόνο την εντατικοποίηση της εργασίας στα εργοστάσια αλλά την συνεχώς αυξανόμενη υποταγή όλων των εκφάνσεων της ζωής στη λογική του κεφαλαίου. Η ίδια η ύπαρξη του κεφαλαίου είναι το αδιάλειπτο στρίψιμο της βίδας και η κρίση είναι απλώς η εκδήλωση ότι η βίδα δεν βιδώνεται αρκετά γρήγορα, ότι κάπου συναντά αντίσταση. Αντίσταση στους δρόμους και τις πλατείες ίσως, οργανωμένη αντίσταση σίγουρα, αλλά επιπλέον ίσως είναι η αντίσταση των γονιών που θέλουν να παίξουν με τα παιδιά τους, των εραστών που θέλουν να μείνουν μια ώρα ακόμη στο κρεβάτι, των φοιτητών που σκέφτονται ότι χρειάζονται χρόνο για κριτική σκέψη, των ανθρώπων που ακόμα ονειρεύονται ότι είναι άνθρωποι. Εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου, εμείς που δεν σκύβουμε αρκετά το κεφάλι, εμείς που δεν τρέχουμε αρκετά γρήγορα.

Και η κατάσταση της κρίσης έχει στ’ αλήθεια δύο διεξόδους. Η μία είναι να πούμε, συγνώμη για την έλλειψη υποταγής μας και να ζητήσουμε περισσότερη απασχόληση, περισσότερες δουλειές. «Σας παρακαλούμε, εκμεταλλευτείτε μας περισσότερο και θα εργαστούμε σκληρότερα και πιο γρήγορα, θα υποτάξουμε κάθε πτυχή της ζωής μας στο κεφάλαιο, θα ξεχάσουμε όλες αυτές τις παιδιάστικες ανοησίες του παιχνιδιού, της αγάπης και της σκέψης». Αυτή είναι η λογική της αλλοτριωμένης εργασίας, η αναποτελεσματική λογική της πάλης από και μέσω της εργασίας, που γίνεται αντιληπτή ως αλλοτριωμένη εργασία, ενάντια στο κεφάλαιο. Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη διέξοδο δεν είναι μόνο ότι χάνουμε την ανθρωπιά μας αλλά ότι αναπαράγουμε το σύστημα που μας καταστρέφει. Αν καταφέρουμε τελικά, πράγμα μάλλον απίθανο, να βοηθήσουμε το κεφάλαιο να ξεπεράσει τις κρίσεις του τότε θα συνεχίσει πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα να υποτάσσει κάθε μορφή ζωής, ανθρώπινης και μη, στις εντεινόμενες απαιτήσεις της παραγωγής αξίας. Και έπειτα θα έρθει μια άλλη κρίση και μετά μια άλλη και μια άλλη, όχι για πάντα επειδή ίσως δεν αρκετά μακριά η εξαφάνιση της ανθρωπότητας.

Η εναλλακτική, επειδή νομίζω ότι είναι η μόνη εναλλακτική, είναι να πούμε ανοιχτά όχι, λυπούμαστε, εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου και δεν θα γονατίσουμε, δεν θα δεχτούμε αυτό που μας κάνει το κεφάλαιο, είμαστε περήφανοι για την έλλειψη υπακοής και την άρνησή μας να υποκύψουμε στην καταστροφική δύναμη του κεφαλαίου. Είμαστε περήφανοι που είμαστε η κρίση του συστήματος που μας καταστρέφει.

Κοιτάξτε την Ελλάδα, το επίκεντρο της σημερινής χρηματοπιστωτικής κρίσης. Εκεί η κρίση είναι ξεκάθαρα κρίση ανυποταγής. Οι καπιταλιστές και οι πολιτικοί δηλώνουν πως οι Έλληνες δεν υποκύπτουν αρκετά, δεν εργάζονται αρκετά σκληρά, τους αρέσει να κοιμούνται το μεσημέρι και να βγαίνουν το βράδυ και τώρα πρέπει να πάρουν ένα μάθημα, πρέπει να μάθουν τι σημαίνει αληθινός καπιταλιστικός εργάτης. Και δίνοντας ένα μάθημα στους Έλληνες προτίθενται επίσης να δώσουν ένα μάθημα στους Πορτογάλους, στους Ισπανούς, τους Ιταλούς, τους Ιρλανδούς και όλους τους υπόλοιπους ανυπότακτους του κόσμου.

Και απέναντι σε αυτή την κατάσταση υπάρχουν μόνο δύο εκδοχές. Η μία είναι να πούμε όχι, όχι, είμαστε καλοί εργάτες, απλώς δώστε μας περισσότερες δουλειές και θα σας δείξουμε πόσο σκληρά μπορούμε να εργαστούμε, θα ξαναχτίσουμε τον καπιταλισμό στην Ελλάδα. Και η άλλη εκδοχή είναι να πούμε, ναι, έχετε δίκιο, είμαστε τεμπέληδες και θα παλέψουμε για το δικαίωμά μας στην τεμπελιά. Θα παλέψουμε για να μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα με τον δικό μας ρυθμό, με τον τρόπο που εμείς θεωρούμε σωστό, θα παλέψουμε για τον μεσημεριανό μας ύπνο και να για να βγαίνουμε αργά το βράδυ. Επομένως λέμε όχι στο κεφάλαιο και στην καπιταλιστική εργασία, επειδή όλοι ξέρουμε ότι η καπιταλιστική εργασία κυριολεκτικά καταστρέφει τη γη, καταστρέφει τις συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρέπει να χτίσουμε μια διαφορετική μορφή κοινωνικότητας.
Η πρώτη λύση του να πούμε ότι είμαστε καλοί εργάτες μοιάζει περισσότερο απλή, περισσότερο προφανής αλλά πιθανώς είναι μόνο μια αυταπάτη επειδή οι περισσότεροι σχολιαστές αναφέρουν ότι η ύφεση στην Ελλάδα θα διαρκέσει πολλά χρόνια άσχετα με το πόσο θα συμμορφωθούν οι Έλληνες.

Αν θέλετε να μάθετε με τι μοιάζει η παράταση της αποτυχίας του κεφαλαίου χωρίς την ελπίδα μιας ριζικής αλλαγής, τότε απλώς κοιτάξτε πέρα από τα σύνορά σας την τραγωδία στο Μεξικό ή κοιτάξτε πιο κοντά τις δικές σας πόλεις. Η άλλη επιλογή του να πούμε όχι στο κεφάλαιο και να οικοδομήσουμε μια διαφορετική κοινωνική σχέση είναι αυτό που πολλοί Έλληνες προσπαθούν να δημιουργήσουν αυτή τη στιγμή από επιλογή και από ανάγκη. Αν το κεφάλαιο δεν μπορεί να παρέχει την υλική βάση ζωής, τότε πρέπει να την δημιουργήσουμε με άλλους τρόπους, συγκροτώντας δίκτυα αμοιβαίας υποστήριξης, διακηρύσσοντας «κανένα σπίτι χωρίς ρεύμα» και οργανώνοντας ομάδες ηλεκτρολόγων που επανασυνδέουν το ρεύμα· με το «δεν πληρώνω» φόρους και διόδια· μέσω του κινήματος της πατάτας με το οποίο αγρότες διανείμουν αγροτικά προϊόντα κατευθείαν στις πόλεις σε πολύ χαμηλές τιμές, μέσω της ίδρυσης ανταλλακτικών παζαριών, της δημιουργίας κοινοτικών κήπων και της επιστροφής στην ύπαιθρο· επίσης με την ανάκτηση εργοστασίων, ενός νοσοκομείου και μιας εφημερίδας. Αυτή είναι μια περίπλοκη και πολύ πειραματική μορφή να προχωρήσουμε, στην οποία δεν υφίσταται σωστή πολιτική γραμμή ούτε επαναστατική καθαρότητα, αποτελεί μια προεικονιστική μορφή κοινωνικότητας όχι ακόμη αρκετά δυνατής ώστε να διασφαλίσει την επιβίωσή μας. Και πρέπει να υπάρχουν δεσμεύσεις, αλλά είναι ξεκάθαρα η κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να ωθήσουμε τα πράγματα και να ωθηθούμε και εμείς οι ίδιοι.

Ο κόσμος που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε, είναι ένας κόσμος χωρίς απαντήσεις, ένας κόσμος όπου περπατάμε ρωτώντας, ο κόσμος ενός πειράματος. Αλλά καθοδηγούμαστε από το όχι μας ενάντια στο απάνθρωπο, ξεδιάντροπο, καταστροφικό καπιταλιστικό σύστημα και από ένα ουτοπικό αστέρι που ανατέλλει από τις ελπίδες και τα όνειρα αιώνων πάλης. Η κρίση επομένως μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτές τις δύο επιλογές. Είτε θα επιλέξουμε τη λεωφόρο της υποταγής στη λογική του κεφαλαίου έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι οδηγεί αναπόφευκτα στην αυτο-εκμηδένιση της ανθρωπότητας, είτε θα ακολουθήσουμε τα επικίνδυνα μονοπάτια, πολλά μονοπάτια, επινόησης ενός διαφορετικού κόσμου εδώ και τώρα, μέσα από τις ρωγμές που δημιουργούμε στην καπιταλιστική κυριαρχία. Και καθώς επινοούμε διαφορετικούς κόσμους βλέπουμε τώρα, καθαρά, πως εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου, εμείς είμαστε η κρίση ενάντια στην βιασύνη να καταστραφεί ο κόσμος και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό. Εμείς είμαστε ο νέος κόσμος που λέει «στα τσακίδια κεφάλαιο».

Τζον Χόλογουεη, Νέα Υόρκη, 18 Μαρτίου 2012

Μετάφραση: Κ.Ν.


Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Νέα βάρβαρη επίθεση των ΜΑΤ - Βαρύτατος τραυματισμός του προέδρου της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Μάριου Λώλου


ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ
«Ο ασθενής κ. Λώλος εισήχθη σήμερα 6/4/2012 στο νοσοκομείο Υγεία με εμπιεστικό κάταγμα κρανίου, θλάσεις εγκεφάλου και τραυματική υπαρχανοειδή αιμορραγία. Ο κ. Λώλος είχε πλήρη επικοινωνία κατά την άφιξή του, υποβλήθηκε σε επιτυχή χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αποκαταστάθηκε το κάταγμα του κρανίου. Ο ασθενής ανένηψε ομαλώς και παρακολουθείται στη μονάδα αυξημένης φροντίδας».


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΒΑΡΒΑΡΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΜΑΤ ΣΕ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ

ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΦΕ


Αθήνα 5/4/2012

Η Ένωση Φωτορεπόρτερ Ελλάδας καταγγέλλει τη νέα βάρβαρη και απρόκλητη επίθεση από τους άνδρες των ΜΑΤ ενάντια σε συναδέλφους που κάλυπταν τόσο τη χθεσινή συγκέντρωση στο Σύνταγμα, όσο και τη σημερινή με θύμα αυτή τη φορά και τον ίδιο τον Πρόεδρο της Ένωσής μας Μάριο Λώλο, που εισήχθηκε ήδη σε Νοσοκομείο «με κρανιοεγκεφαλική κάκωση από πλήξη με γκλομπ, (κάταγμα-εμπίεσμα κρανίου), το οποίο χρήζει χειρουργικής παρέμβασης»! Θυμίζουμε πως δεν είναι η πρώτη φορά που ο Πρόεδρος της ΕΦΕ στοχοποιείται και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο, όταν στις 15-12-10 χτυπήθηκε πισώπλατα στο κεφάλι από άνδρα των ΜΑΤ, ενώ ασκούσε το λειτούργημά του, ενώ την επομένη η Ένωσή μας με ανακοίνωσή της είχε επιστήσει την προσοχή στους αρμόδιους Υπουργούς «να αναλάβουν και αυτοί τις ευθύνες τους, γιατί φοβόμαστε ότι στο τέλος θα θρηνήσουμε θύματα»!

Επισημαίνουμε το γεγονός ότι για πολλοστή φορά στοχοποιείται η ενημέρωση, παρά τις διαβεβαιώσεις του (τ.) αρμόδιου Υπουργού Προστασίας(;) του Πολίτη προς τους εκπροσώπους της ΕΦΕ στη συνάντησή μας τον περασμένο Ιούλιο, επ ευκαιρία αντίστοιχων γεγονότων, πως «η πολιτική και φυσική ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. είναι προσηλωμένη στη προστασία των δημοκρατικών δικαιωμάτων και αντιμετωπίζει το λειτούργημα της ενημέρωσης των πολιτών με την ευαισθησία που του αρμόζει και θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε αυτό να ασκείται ελεύθερα και απρόσκοπτα»(!!), και σε πλήρη αντίθεση με αυτές.

Οι συστηματικές και επαναλαμβανόμενες επιθέσεις ενάντια στους λειτουργούς του τύπου, την ώρα της δουλειάς τους, που καταπατούν ακόμη και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, κάθε άλλο παρά τυχαίες μπορούν να θεωρηθούν, ακόμα και ο πλέον καλόπιστος θα μπορούσε να συμπεράνει πως ασκούνται συνειδητά από διάφορα κέντρα για τη φίμωση της ελευθεροτυπίας, και σε μια επίσης συνειδητή προσπάθεια να τρομοκρατηθούν οι λειτουργοί της.

Επί πλέον διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει η παραμικρή εξέλιξη σε παρόμοιες βάναυσες επιθέσεις που έγιναν στο παρελθόν, όπως αυτή του συναδέλφου μας δημοσιογράφου Μανώλη Κυπραίου, ο οποίος υπέστη μόνιμη αναπηρία, αλλά επίσης και ότι μένουν αναπάντητες δεκάδες επώνυμες καταγγελίες συναδέλφων και Ενώσεων για την προκλητική και βίαιη συμπεριφορά των οργάνων της… τάξης (όπως αυτή σε βάρος της συναδέλφου Τατιανας Μπόλαρη) με τη συνήθη διαδικασία αρχειοθέτησης της οποιασδήποτε ΕΔΕ.

Μετά και από τα γεγονότα αυτά η Ένωσή μας θα συνταχθεί και με τις λοιπές Ενώσεις και τις Ομοσπονδίες του χώρου μας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, στην προσπάθεια να διαφυλάξουμε την ελευθερία της ενημέρωσης και θα σταθεί με κάθε τρόπο απέναντι σε ενέργειες, οι οποίες υποσκάπτουν τα θεμέλια της δημοκρατίας και επιχειρούν να μας επιστρέψουν σε καταστάσεις και καθεστώτα, που έχει βαριά πληρώσει ο λαός μας και έχουν περάσει ανεπιστρεπτί για τη χώρα μας.

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Σπύρος Ραυτόπουλος: Αυτοκυβέρνηση και καθεστώς ετερονομίας



Τοποθέτηση του Σπύρου Ραυτόπουλου, συνθέτη και συγγραφέα, στην εκδήλωση-συζήτηση: Άμεση δημοκρατία, αυτοδιαχείριση, αλληλέγγυα συνεργατική οικονομία, που διοργάνωσε η εργατική εφημερίδα ΔΡΑΣΗ στο Κοινωνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα, στις 29 Μαρτίου 2012.

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Γιώργος Φούφας: Ελεύθερος συνεργατισμός και διατροφικό πρόβλημα



Τοποθέτηση του Γιώργου Φούφα, από τον ελεύθερο αγροτοδιατροφικό συνεργατισμό Γερανία, στην εκδήλωση-συζήτηση: Άμεση δημοκρατία, αυτοδιαχείριση, αλληλέγγυα συνεργατική οικονομία, που διοργάνωσε η εργατική εφημερίδα ΔΡΑΣΗ στο Κοινωνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα, στις 29 Μαρτίου 2012.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Σταύρος Σταυρίδης: Άμεση δημοκρατία, αυτοδιαχείριση, αλληλέγγυα συνεργατική οικονομία



Τοποθέτηση του Σταύρου Σταυρίδη, καθηγητή ΕΜΠ, στην εκδήλωση-συζήτηση:
Άμεση δημοκρατία, αυτοδιαχείριση, αλληλέγγυα συνεργατική οικονομία, που διοργάνωσε η εργατική εφημερίδα ΔΡΑΣΗ στο Κοινωνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα, στις 29 Μαρτίου 2012.

Στη συζήτηση πήραν μέρος, επίσης, οι:
Λέτα Ζωτάκη, πρόεδρος νοσοκομειακών γιατρών Κιλκίς -- μέλος της συνέλευσης της κατάληψης του νοσοκομείου Κιλκίς,
Γιώργος Φούφας, ελεύθερος αγροτοδιατροφικός συνεργατισμός Γερανία,
Κώστας Χαριτάκης, εργατική εφημερίδα ΔΡΑΣΗ,
Σπύρος Ραυτόπουλος, μουσικός.